GANGUEAR

GANGUEAR= ΗΧΜ ΓΚΑΝΓΚ> ΕΝΡΙΝΟΣ ΗΧΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gangoso, sa 1. ε, ένρινος, -η, -o, έρρινος, -η, -o,

2. για άτομο που μιλά έρρινα, un chico gangoso, ένα αγόρι που μιλά ένρινα

3. α θ, ένρινος, -η ομιλήτρια

ganguear 1. ρα, μιλώ έρρινα

gangueo 1. α, έρρινος ήχος

Scroll to Top