GAMUZA

GAMUZA= ΠΡΧ ΓΚΑΜΟΥ(Ζ)Α> ΣΑΜΟΥΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

gamuza 1. θ, σαμουά δέρμα, πανί, zapatos de gamuza, παπούτσια από δέρμα σαμουά

2. ζωλ, αίγαγρος

agamuzar 1. ρμ, κατεργάζομαι δέρμα αγριοκάτσικου για κατασκευή σαμουά

agamuzado, da 1. ε, σαμουά

agamuzado 1. α, κατεργασία δέρματος αγριοκάτσικου για την κατασκευή σαμουά

Scroll to Top