GAMO

GAMO

gamo, ma 1. α θ, ζωλ, πλατόνι, έλαφος η πλατύκερος

2. εκφ, correr como un gamo, οικ, μτφ, τρέχω σφαίρα

gamezno 1. α, ελαφάκι, la cría del gamo recibe el nombre de gamezno,

το μικρό του ελαφιού ονομάζεται ελαφάκι

Scroll to Top