FUNDA

FUNDA= ΠΡΧ ΣΦΟΝΔΥΛΟΣ, ΣΦΕΝΤΟΝΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

funda πρχ φούντα> σφόνδυλος> θήκη για αδράχτι= θήκη, πρχ σφενδόνη> κομμάτι δέρμα

πρχ φόντο> θήκη με βάθος, πρχ σαν φούντα το σχήμα θήκης

1. θ, θήκη για γυαλιά, funda de gafas ή θήκη για εργαλείο

2. μαξιλαρο-θήκη, funda de almohada

3. θήκη σπαθιού, funda de espada

4. θηκάρι ομπρέλας, funda paraguas

5. θήκη στιλέτου, funda de puñal

6. θήκη πιστολιού, funda de pistola

7. θήκη δοντιού

8. εξώφυλλο δίσκου

9. κάλυμμα επίπλου, μηχανής, funda de mueble, máquina

10. σνθ, funda de sofá, κάλυμμα καναπέ

funda nórdica, κάλυμμα παπλώματος

enfundar 1. ρμ, βάζω σε θήκη εργαλείο, φόρεμα, όργανο μουσικής,

Sofía enfundó el violín y salió de la sala de ensayo,

Η Σοφία έβαλε το βιολί της στη θήκη της και έφυγε από την αίθουσα δοκιμών

2. βάζω σε μαξιλαροθήκη, ayúdame a enfundar los cojines del sofá,

Βοήθησέ με να βάλω σε μαξιλαροθήκη τα μαξιλάρια του καναπέ

3. σκεπάζω με κάλυμμα έπιπλο

4. θηκαρώνω όπλο, Ya llegó la hora de enfundar las espadas, compañeros,

Ήρθε η ώρα να βάλουμε τα σπαθιά μας στη θήκη, σύντροφοι

5. ραντ, φοράω ρούχο, María se enfundó el poncho porque hacía frío,

Η Μαρία φόρεσε το πόντσο της επειδή έκανε κρύο

enfundadura 1. θ, εισαγωγή σε θήκη

desenfundar 1. ρμ, βγάζω το όπλο από τη θήκη

2. τραβώ πιστόλι

3. βγάζω από το κάλυμμα κάτι, Lo primero que haré al terminar la mudanza será desenfundar el sofá, Το πρώτο πράγμα που θα κάνω όταν τελειώσω τη μετακόμιση είναι να βγάλω το κάλυμμα του καναπέ

honda 1. θ, πρχ οντα> σφ-εντόνα, David usó una honda para vencer a Goliat,

Ο Δαβίδ χρησιμοποίησε μια σφεντόνα για να νικήσει τον Γολιάθ

hondero 1. α, ιστ, σφενδον-αρης= σφενδονιστής

Scroll to Top