FUNCIÓN

FUNCIÓN= ΠΡΧ ΦΟΝΞΙΟΝΑΛΙΣΜΟΣ, ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

funcionalista 1. ε, α θ, φονξιοναλιστικός, -ή, -ό, φονξιοναλιστής, -ια

función

1. θ, δραστηριότητα, λειτουργία κάποιου, κάτι,

Una de las funciones del hígado es la de almacenar vitaminas,

Μία από τις λειτουργίες του ήπατος είναι η αποθήκευση βιταμινών,

La navaja multiusos tiene múltiples funciones,

Ο ελβετικός σουγιάς έχει πολλαπλές λειτουργίες

¿Cuál es la función de esta pieza? Ποια είναι η λειτουργία αυτού του κομματιού;

2. καθήκον, αρμοδιότητα υπηρεσία, λειτουργία σε αξίωμα, θέση,

Mi función principal es revisar los textos antes de su publicación,

Το κύριο καθήκον μου είναι να αναθεωρώ τα κείμενα πριν από τη δημοσίευση

Despidieron al director por no llevar a cabo sus funciones

Απόλυσαν τον διευθυντής επειδή δεν εκπλήρωσε τα καθήκοντα του,

του el ministro en funciones, εν ενεργεία υπουργός

3. θτρ, πρχ παν-κίνηση ηθοποιών, παράσταση, Hoy vamos al teatro a la función de las 8 pm,

Σήμερα πάμε στο θέατρο στην παράσταση των 8

ή παράσταση, σόου καλλιτεχνικό, ¡La función estuvo muy divertida!

Η παράσταση ήταν πολύ διασκεδαστική!

4. μαθ, συνάρτηση, y = f(x) es una función, y = f(x) είναι μια συνάρτηση

función de primer, segundo grado, συνάρτηση πρώτου, δεύτερου βαθμού

5. βιο, λειτουργία

6. γλγ, λειτουργία, La función de las conjunciones es enlazar palabras o frases,

Η λειτουργία των συνδέσμων είναι να συνδέουν λέξεις ή φράσεις

7. θρη, τελετή, λειτουργία

8. γιορτή σε χωριό, πανηγύρι

9. σνθ, función benéfica, φιλανθρωπικό γκαλά

función continua, κνμ, συνεχόμενη προβολή

función de gala, de etiqueta, δεξίωση

función de noche, θτρ, βραδινή παράσταση

función digestiva, nutritiva, reproductiva, λειτουργία πέψης, θρέψης, αναπαραγωγής función pública, δημόσια διοίκηση

10. εκφ, acabarse la función, οικ, τελειώνει το θέαμα, μτφ, το θέμα, η υπόθεση,

¡se acabó la función, todo el mundo a casa! το θέαμα τελείωσε, όλοι στα σπίτια σας!

me hablaba mal, luego, le di un bofetón y se acabó la función!

μου μίλαγε άσχημα, οπότε, του έδωσα ένα χαστούκι και τελείωσε το θέμα!

desempeñar una función, φέρνω εις πέρας ένα έργο, μία αποστολή

en función de, σε σχέση με, en función del tiempo que haga, iremos de excursión o no

σε σχέση με τον καιρό που θα κάνει θα πάμε εκδρομή η όχι

funcionalismo 1. α, λειτουργικότητα αντικειμένου, σχεδιασμού

el funcionalismo del mobiliario, o λειτουργικός χαρακτήρας της επίπλωσης

2. ατκ, φονξιοναλισμός, λειτουργιοκρατία

3. γλγ, λειτουργισμός

funcional 1. ε, λειτουργικός, -ή, -ó, arquitectura funcional, λειτουργική αρχιτεκτονική

2. μαθ, συναρτησιακός, -ή, -ό

funcionalidad 1. θ, λειτουργικότητα αντικειμένου, σχεδιασμού

en el diseño de este vehículo se ha buscado la funcionalidad,

στο σχεδιασμό αυτού του οχήματος έχει αναζητηθεί η λειτουργικότητα

este mueble no tiene funcionalidad, αυτό το έπιπλο δεν έχει λειτουργικότητα

2. πλφ, λειτουργικότητα, en la nueva versión hay numerosas nuevas funcionalidades,

η καινούργια έκδοση έχει πολλές νέες λειτουργίες

funcionar 1. ρα, λειτουργώ για συσκευή, μηχανή, No me funciona el ordenador,

Ο υπολογιστής μου δεν λειτουργεί

el aire acondicionado funciona, το κλιματιστικό λειτουργεί

Este vehículo funciona con gasolina, Αυτό το όχημα λειτουργεί με βενζίνη

2. μτφ, λειτουργώ, El negocio lleva funcionando desde el año 2003,

Η επιχείρηση λειτουργεί από το 2003

3. μτφ, λειτουργώ, πάω καλά, el plan funcionó, το πλάνο πάει καλά,

su matrimonio no está funcionando, o γάμος του δεν πηγαίνει καλά

4. οικ, μτφ, για κάτι που πιάνει, λειτουργεί, δουλεύει, έχει αποτέλεσμα,

Está claro que nuestra relación no funciona, Είναι ξεκάθαρο ότι η σχέση μας δεν λειτουργεί

con ella los cumplidos no funcionan, με αυτήν τα κομπλιμέντα δεν πιάνουν

conmigo los lloros no funcionan, με μένα τα κλάματα δεν πιάνουν

El medicamento está funcionando y su mejoría es notable,

Το φάρμακο λειτουργεί και η βελτίωσή του είναι αξιοσημείωτη

5. εκφ, “no funciona” «εκτός λειτουργίας»

funcionamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του funcionar

2. λειτουργία συσκευής, el funcionamiento de una lavadora,

η λειτουργία του πλυντηρίου

3. μτφ, λειτουργία, el funcionamiento de la empresa,

ο τρόπος λειτουργίας της επιχείρησης

funcionalmente 1. επρ, λειτουργικά, πρακτικά

funcionario, ria 1. α θ, δημόσιος λειτουργός, υπάλληλος, funcionario del Estado

2. σνθ, alto funcionario, υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος

funcionario de aduanas, de Correos, de prisiones,

τελωνειακός, ταχυδρομικός, σωφρονιστικός υπάλληλος

funcionario de carrera, μόνιμος δημόσιος υπάλληλος

funcionario docente, εκπαιδευτικός σε δημόσιο σχολείο

funcionario policial, αστυνομικός υπάλληλος

funcionario público, δημόσιος υπάλληλος

funcionarismo 1. α, γραφειοκρατία

funcionariado πρχ λειτουργικ-άτο

1. α, σύνολο σαν δημόσιοι υπάλληλοι, el funcionariado goza de ciertos privilegios,

οι δημόσιοι υπάλληλοι απολαμβάνουν ορισμένων προνομίων

2. δημόσιο σαν τομέας, los profesionales liberales no forman parte del funcionariado,

οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν αποτελούν μέρος του δημοσίου.

3. σνθ, alto funcionariado, σώμα υψηλά ιστάμενων δημοσίων υπαλλήλων

funcionariado de carrera, μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι

funcionariado docente, policial εκπαιδευτικός, αστυνομικός υπάλληλος

funcionariado público, το δημόσιο

defunción 1. θ, πρχ δεν έχει κίνηση = θάνατος, cerrado por defunción,

κλειστό λόγω θανάτου

difunto, ta πρχ δεν έχει λειτουργία

1. για άτομο, συγχωρεμένος, -η, -o, mi difunto padre, o συγχωρεμένος o πατέρας μου

2. μετά απο ουσιαστικό, αποβιώσας, -ασα, -αν, αποθανών, -ουσα, -όν,

εκλιπών, -ούσα, -όν, es el padre del niño difunto,

είναι ο πατέρας του αποβιώσαντος παιδιού

3. α θ, νεκρός, -ή, εκλιπών, -σα

semidifunto, ta 1. ε, πρχ ημιθανής, -ή, -ές, μισοπεθαμένος, -η, -o

disfunción πρχ δυσ-κίνηση

1. θ, ιατ, δυσ-λειτουργία

2. οκν, δυσλειτουργία

3. σνθ, disfunción eréctil, στυτική δυσλειτουργία

multifunción 1. ε, πολυ-λειτουργικός, -ή, -ό,

Aparatos multifunción, συσκευές πολυ-λειτουργικές

multifuncional 1. ε, πολυ-λειτουργικός, -ή, -ό

fungir πρχ funcionar> fungir

1. ρα, λειτουργώ σε ένα επάγγελμα, αξίωμα,

fungir de presidente, λειτουργεί σαν, είναι πρόεδρος

fungible 1. ε, υλικό πρχ φαν-γι> φαγώσιμο με την λειτουργία του= αναλώσιμος, -η, -ο

material fungible para la oficina, υλικό αναλώσιμο για το γραφείο

Scroll to Top