FRÁGIL

FRÁGIL= Φ-ΡΑΓ-ΙΛ> ΕΥ-ΡΑΓΙ-ΣΤΟΣ> ΕΥ-ΡΗΚΤΟΣ, ΕΥ-ΘΡΑΣΤΟΣ, ΠΡΧ Φ-ΡΗΓΜΑ> ΡΑΓΙΖΩ, ΣΠΑΩ,

ΠΡΧ ΜΠΡΕΙΚ> ΣΠΑΣΙΜΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

frágil πρχ εύκολα έχει ρήγμα, ρωγμή

1. ε, για υλικό, εύθραυστος, -η, -o, contiene material frágil, περιέχει εύθραυστα υλικά

No te apoyes en la puerta de vidrio, es frágil,

Μην ακουμπάς στη γυάλινη πόρτα, είναι εύθραυστη

2. για υγεία, El resfriado puso en riesgo su frágil salud,

Το κρύωμα έθεσε σε κίνδυνο την εύθραυστη υγεία του

3. μτφ, εύθραυστος, -η, -ο, ασταθής, -ή, -ές, Su relación era frágil,

Η σχέση τους ήταν εύθραυστη

no tardó en cambiar de opinión porque es una persona frágil,

Δεν άργησε να αλλάξει γνώμη επειδή είναι ένα ασταθές άτομο

4. ευόλισθος, -η, -ο στην αμαρτία, στο να πέφτει σε πάθος

fragilidad 1. θ, ευθραυστότητα, ιδιότητα του frágil

infrangibie 1. ε, άθραυστος, -η, -o

naufragar πρχ ναυ- ῥήγνῠμαι = ναυ-αγώ

1. ρα, ναυαγώ για πλοίο, άτομο, El barco naufragó en el golfo durante una tormenta,

Το πλοίο ναυάγησε στον κόλπο κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας

Afortunadamente ya rescataron a los marineros que habían naufragado

Ευτυχώς, ήδη διέσωσαν τους ναυτικούς που είχαν ναυαγήσει

2. μτφ, ναυαγώ, αποτυγχάνω, Nuestro proyecto naufragó por falta de fondos,

Το έργο μας ναυάγησε λόγω έλλειψης κεφαλαίων

3. μτφ, ναυαγώ οικονομικά, χρεοκοπώ, El negocio naufragó y tuvimos que vender la casa,

Η επιχείρηση χρεοκόπησε και έπρεπε να πουλήσουμε το σπίτι

naufragio 1. α, κυρ, μτφ, ναυάγιο, Los supervivientes del naufragio,

Οι επιζώντες του ναυαγίου,

El naufragio del proyecto lo sumió en una profunda depresión,

Η αποτυχία του έργου τον βύθισε σε βαθιά κατάθλιψη

2. χρεοκοπία, καταστροφή, su aportación económica libró a la empresa del naufragio,

Η οικονομική του συνεισφορά έσωσε την εταιρεία από τη χρεοκοπία

náufrago, ga 1. ε, α θ, ναυαγισμένος, -η, -o, ναυαγός

náufrago 1. α, καρχαρίας

fragata 1. θ, ναυ, φρεγάτα, fragata ligera, κορβέτα

2. ορν, φρεγάτα

fragmento πρχ φραγμένο κομμάτι ή (φ)-ράγισμα

1. α, θραύσμα, κομμάτι, τεμάχιο απο κάτι, Una piedra rompió la ventana y una lluvia de fragmentos de vidrio cayó al suelo, Μια πέτρα έσπασε το παράθυρο και μια βροχή από θραύσματα γυαλιού έπεσε στο έδαφος

El forense encontró fragmentos de metal en el cadáver,

Ο ιατροδικαστής βρήκε μεταλλικά θραύσματα στο σώμα

2. μτφ, κομμάτι, χωρίο, περικοπή, απόσπασμα απο γραπτό, βιβλίο,

Rubén leyó fragmentos de su libro, Ο Ρούμπεν διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του

La catequista nos leyó un fragmento de la Biblia sobre la infancia de Jesús,

Ο κατηχητής μας διάβασε ένα κομμάτι της Βίβλου για την παιδική ηλικία του Ιησού

3. κνμ, απόσπασμα ταινίας

4. τεχ, απομεινάρια, κομμάτια, sólo quedan fragmentos de un foro romano,

Απομένουν μόνο απομεινάρια από ένα ρωμαϊκό φόρουμ

fragmentar πρχ φραγματώνω> χωρίζω σε φράγματα κάτι

1. ρμ, ραντ, σπάω, τεμαχίζω, χωρίζω, διαιρώ σε κομμάτια κάτι,

fragmentar una piedra, τεμαχίζω μια πέτρα

fragmentó la finca en varias parcelas, διαίρεσε το κτήμα σε αρκετά οικόπεδα

fue una isla que se fragmentó en dos hace siglos,

Ήταν ένα νησί που χωρίστηκε στα δύο πριν από αιώνες

2. ρμ, ραντ, κατακερματίζω, -ομαι, las elecciones van a fragmentar el país,

οι εκλογές θα κατακερματίσουν τη χώρα

3. ρμ, ραντ, πλφ, κατακερματίζω, κάνω κατακερματισμό του δίσκου

fragmentación ρηγμάτωση

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του fragmentar

2. θραύση υλικού

3. κατάτμηση, τεμαχισμός, χωρισμός, διαίρεση σε κομμάτια σε κάτι

4. κατακερματισμός, la diferencia de opiniones provocó la fragmentación del partido,

Η διαφορά απόψεων προκάλεσε τον κατακερματισμό του κόμματος

5. πλφ, κατακερματισμός

fragmentado, da 1. ε, κατακερματισμένος, -η, -ο, κομματιασμένος, -η, -ο,

τεμαχισμένος, -η, -ο

fragmentario, ria 1. ε, φραγματικός= αποσπασματικός, -ή, -ό

Tras el accidente, Luisa solo tenía unos recuerdos fragmentarios de lo sucedido,

Μετά το ατύχημα, η Λουίζα είχε μόνο αποσπασματικές αναμνήσεις από αυτό που συνέβη

fractura πρχ φ-ρηκτ-ουρα> ρήξη= σπάσιμο

1. θ, σπάσιμο, ράγισμα, ρήγμα, ρωγμή σε υλικό, la caída provocó la fractura del jarrón,

η πτώση προκάλεσε το ράγισμα του βάζου

Las lluvias continuas han provocado una fractura en el muro de la presa,

Οι συνεχείς βροχοπτώσεις έχουν προκαλέσει ένα ρήγμα στον τοίχο του φράγματος

2. κάταγμα σε οστό, fractura de hueso

Lucía se cayó y tiene una fractura en la muñeca,

Η Λουσία έπεσε και έχει κάταγμα στον καρπό

3. νομ, διάρρηξη

4. γωλ, ρωγμή

5. μτφ, ρήξη, διάσπαση, esta actitud egoista contribuye a la fractura de las familias,

αυτή η εγωιστική στάση συμβάλλει στη διάσπαση των οικογενειών

6. σνθ, fractura social, πολ, διάρρηξη του κοινωνικού ιστού

7. εκφ, robar con fractura, κάνω διάρρηξη

fracturar 1. ρμ, σπάω με βία κάτι, El violento impacto le fracturó las piernas al piloto,

Η σφοδρή πρόσκρουση του έσπασε τα πόδια του πιλότου

Los mafiosos le fracturaron los dedos para que hablara,

Οι μαφιόζοι του έσπασαν τα δάχτυλα για να τον κάνουν να μιλήσει

2. κάνω διάρρηξη, παραβιάζω, los ladrones fracturaron la cerradura para entrar en el piso,

οι κλέφτες έσπασαν, παραβίασαν την κλειδαριά για να μπουν στο διαμέρισμα

3. ραντ, σπάζω, υφίσταμαι κάταγμα, se fracturó una pierna, έσπασε ενα πόδι του

fracción πρχ φρακσιον> φράξι-μο> διάσπαση σε κάτι, φράξιμο απο κάτι= κομμάτι

πρχ φ-ρήξη

1. θ, κλάσμα, una fracción de segundo, ένα κλάσμα του δευτερολέπτου

2. μέρος, μερίδιο απο κάτι, todos recibieron su fracción de la herencia,

ο καθένας έλαβε το μερίδιό του από την κληρονομιά

3. μαθ, κλάσμα, διαίρεση

4. πολ, κομμάτι, μέρος, πλευρά, se ha pasado a la fracción radical del partido,

έχει περάσει στη ριζοσπαστική πλευρά του κόμματος

5. μτφ, κομμάτι, μέρος, Una fracción de la población todavía no tiene acceso a agua potable,

Ένα μέρος του πληθυσμού εξακολουθεί να μην έχει πρόσβαση σε πόσιμο νερό

6. διάσπαση, διαίρεση, κατακερματισμός, La fracción del imperio era inminente,

Η διάσπαση της αυτοκρατορίας ήταν επικείμενη

7. μτφ, ρήξη, διάσπαση, La disputa por la propiedad causó una fracción en la familia,

Η διαμάχη για την περιουσία προκάλεσε ρήξη στην οικογένεια

fraccionar πρχ φραγματώνω

1. ρμ, διασπώ, κατακερματίζω, χωρίζω, διαιρώ σε κομμάτια, μέρη,

El magnate fraccionó su herencia en tres partes, una para su esposa y dos para sus dos hijos,

Ο μεγιστάνας χώρισε την κληρονομιά του σε τρία μέρη, ένα για τη γυναίκα του και δύο για τα δύο παιδιά του

2. κατανέμω, επιμερίζω πληρωμή, prefiero fraccionar los pagos,

Προτιμώ να επιμερίσω τις πληρωμές

fraccionamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του fraccionar

2. διαίρεση, διάσπαση, κατάτμηση, επιμερισμός

fraccionario, ria 1. ε, κλασματικός, -ή, -ó, número fraccionario, κλασματικός αριθμός

fraccionario 1. α, μαθ, κλάσμα

fractal 1. α, φσκ, μαθ, μορφόκλασμα, μορφοκλασματικό σύνολο

difracción 1. θ, φσκ, διάθλαση

difractar 1. ρμ, φσκ, διαθλώ

difrangente 1. ε, φσκ, διαθλαστικός, -ή, -ó

efracción 1. θ, διάρρηξη σαν πράξη, αποτέλεσμα

2. ιατ, διάρρηξη

3. εκφ, robar con efracción, κλέβω με διάρρηξη, κάνω διάρρηξη

refractar 1. ρμ, φσκ, διαθλώ

refracción 1. θ, φσκ, διάθλαση

refractivo, va 1. ε, διαθλαστικός, -ή, -ó

refractómetro 1. α, διαθλασίμετρο

refractor 1. α, διαθλαστικός φακός, διόπτρα

refrangibilidad 1. θ, διαθλαστικότητα

refrangible 1. ε, διαθλαστικός, -ή, -ό

refringir 1. ρμ, ραντ, φσκ, διαθλώ

refringencia 1. θ, διαθλαστικότητα

refringente 1. ε, διαθλαστικός, -ή, -ó

birrefringencia 1. θ, διπλοθλαστικότητα, διπλή διάθλαση

birrefringente 1. ε, φσκ, διπλοθλαστικός, -ή, -ό

monorrefringente 1. ε, μονοδιαθλαστικός, -ή, -ό

refractario, ria 1. ε, για άτομο, αντι-ρηκτ-αρης σε γνώμη= αντίθετος, -η, -o,

διαφωνών, -ούσα, -óv

2. για υλικό, ανθεκτικός, -ή, -ό στην πυρά

irrefragable 1. ε, μη αντι-ρηγνύων= αναμφισβήτητος, -η, -ο, αναντίρρητος, -η, -ο

infringir πρχ εν-ρηγνύω νόμο ή ανευ-φράγματος> είμαι ξέφραγος απο νόμο

1. ρμ, παραβιάζω νόμους, διαταγές, παραβαίνω, καταπατώ,

Los adolescentes infringieron la norma de no salir de casa después de medianoche,

Οι έφηβοι παραβίασαν τον κανόνα να μην βγαίνουν από το σπίτι μετά τα μεσάνυχτα

infracción 1. θ, παράβαση νόμου, διαταγής

2. σνθ, infracción de circulación, de tráfico, τροχαία παράβαση, παράβαση του Κ.Ο.Κ.

infractor 1. ε, α θ, παραβατικός, -ή, -ό, παραβάτης,

un peatón infractor, ένας πεζός παραβάτης

El policía detuvo al infractor y le dio una multa,

Ο αστυνομικός σταμάτησε τον παραβάτη και του έδωσε πρόστιμο

sufragismo 1. α, ιστ, σουφραζετισμός, πρχ σχετικό με γυναικείο ψήφο

sufragista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με τις σουφραζέτες, σουφραζέτα

sufragar πρχ συ-φραγκαρω> δίνω τα φράγκα για κάτι

1. μτφ, καλύπτω τα έξοδα, πληρώνω για κόστος, έξοδα,

El seguro va a sufragar los gastos del accidente,

Η ασφάλεια θα καλύψει τα έξοδα του ατυχήματος

2. χρηματοδοτώ εκστρατεία, σχέδιο, σπουδές

sufragio πρχ υπο-ρωγμή= ρίχνω στην ρωγμή ψήφο, πρχ σουφραζέτα

1. α, ψήφος ατόμου, El derecho al sufragio está protegido por la constitución,

Το δικαίωμα ψήφου προστατεύεται από το σύνταγμα

2. ψηφοφορία

3. θρη, καλή πράξη ή προσευχή για τη σωτηρία των ψυχών στο καθαρτήριο

4. σνθ, sufragio directo, indirecto άμεση, έμμεση ψηφοφορία

sufragio universal, restringido, καθολική ψηφοφορία, μερική ψηφοφορία

sufragáneo, a 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ó με τον τοποτηρητή επίσκοπο

fragor πρχ ρωγμή σε ουρανό> κεραυνός, βροντή, πρχ φραγορ> βρυχ-ηθμός,

ή φ-ραγορ> κ-ραυγή= θόρυβος δυνατός

1. α, βροντή κεραυνού, El fragor de los truenos me despertó en medio de la noche,

Η βροντή των κεραυνών με ξύπνησε στη μέση της νύχτας

2. σύνολο κραυγών που ακούγεται σε μάχη, θόρυβος, ορυμαγδός, πάταγος, βοή,

En el fragor de la batalla era imposible oír las órdenes del general,

Στον ορυμαγδό της μάχης ήταν αδύνατο να ακούσουμε τις διαταγές του στρατηγού

fragoroso, sa 1. ε, εκκωφαντικός, -ή, -ó, θορυβώδες, -η, -ης,

una fragorosa multitud se manifestó contra las nuevas medidas,

ένα θορυβώδες πλήθος διαδήλωσε ενάντια στα νέα μέτρα

fragosidad πρχ φ-ραγοσιδαδ> αγριότητα ή ρηγμα-τοτητα επιφάνειας

1. θ, αγριότητα λόγω βλάστησης για βουνά, δρόμους βουνών

le impresionó la fragosidad de los montes vascos,

τον εντυπωσιάσε η αγριότητα των Βάσκικων βουνών

2. ανωμαλία, τραχύτητα εδάφους, με ρωγμές πολλές

fragoso, sa 1. ε, κακοτράχαλος, -η, -ο, ανώμαλος, -η, -ο, τραχύς, -ύ, -ειά για έδαφος,

El terreno es muy fragoso, no creo que sea posible cultivar nada aquí,

Το έδαφος είναι πολύ τραχύ, δεν νομίζω να είναι δυνατόν να καλλιεργήσεις κάτι εδώ

2. θορυβώδης, -ης, -ες

brecha πρχ μπρετσα> μπρεικ> coffee break – διάλειμμα για καφέ= σπάσιμο,

πρχ βρετσα> φ-ρηκτα> φ-ρήγμα, ρωγμή

1. θ, ρωγμή, άνοιγμα σε επιφάνεια, hay una brecha en la pared, έχει μια ρωγμή o τοίχος

Durante el terremoto, se abrió una brecha en la pared del comedor,

Κατά τη διάρκεια του σεισμού, άνοιξε ένα ρήγμα στον τοίχο της τραπεζαρίας

2. μτφ, άνοιγμα, απόσταση, χάσμα, La brecha entre ricos y pobres cada vez es mayor,

Το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών μεγαλώνει

3. στρ, ρήγμα, κενό άμυνας εχθρού, las brechas de las defensas enemigas,

οι ρωγμές= το κενό στην άμυνα των εχθρικών στρατευμάτων

Los soldados abrieron una brecha en la línea defensiva de la guerrilla,

Οι στρατιώτες άνοιξαν ένα ρήγμα στην αμυντική γραμμή του αντάρτικου

4. ρωγμή στο σώμα = σκίσιμο, πληγή, una brecha en la cabeza, μια πληγή στο κεφάλι

5. γωλ, λατυποπαγές

6. μτφ, ρήξη, A raíz de aquella discusión, se creó una brecha entre los hermanos,

Εξαιτίας εκείνης της διαφωνίας, δημιουργήθηκε μια ρήξη μεταξύ των αδελφών

7. άνοιγμα σε δάσος

8. σνθ, brecha deflacionaria, inflacionaria, οκν, αντιπληθωριστικό άνοιγμα,

πληθωριστικό κενό

9. εκφ, abrir brecha, ανοίγω ρωγμή= ανοίγω δρόμο, χαράσσω νέους δρόμους, κάνω τα πρώτα βήματα σε κάτι, Su descubrimiento abrió brecha en el campo de la neurología,

Η ανακάλυψή του άνοιξε έναν δρόμο στον τομέα της νευρολογίας

consiguieron abrir brecha en el mercado informático,

κατάφεραν να διεισδύσουν στην αγορά της πληροφορικής

batir en brecha, κυρ, κτυπώ για να κάνω ρήγμα,

ή μτφ, κτυπώ κάποιον μέχρι να κατατροπώσω την άποψη του,

querían batir en brecha las nuevas teorías,

ήθελαν να κατατροπώσουν τις καινούργιες θεωρίες

estar, seguir en la brecha, είμαι επι της ρωγμής= στις επάλξεις, συνεχίζω τον αγώνα

Otros han abandonado, pero él sigue en la brecha,

άλλοι έχουν εγκαταλείψει, αλλά αυτός συνεχίζει τον αγώνα,

llevar tiempo en la brecha, είμαι στον αγώνα εδώ και καιρό

morir en la brecha, πεθαίνω στο καθήκον

briqueta 1. θ, μπρικέτα, ανθρακόπλινθος

bricolaje 1. α, πρχ φιάχνω τα μπρεικ> σπασμένα πράγματα ή ρήγματα, ιδιοκατασκευές, μαστορέματα, se relaja mucho con el bricolaje, χαλαρώνει πολύ με τα μαστορέματα

brigada πρχ φράγμα-τα απο άτομα= ομάδα

1. θ, στρ, ταξιαρχία, σώμα, general de brigada, ταξίαρχος

2. ομάδα εργατών, la empresa envió una brigada a reparar el puente,

η εταιρεία έστειλε μια ομάδα για να επισκευάσει την γέφυρα

3. σνθ, brigada acorazada, τεθωρακισμένη ταξιαρχία

brigada aérea, ταξιαρχία αεροπορίας

brigada mixta, μικτή Διεθνής Ταξιαρχία

brigada móvil, στρ, κινητή ομάδα

brigada paracaidista, στρ, μονάδα αλεξιπτωτιστών

brigada anticorrupción, μονάδα αντι-διαφθοράς

brigada antidisturbios, μονάδα αποκατάστασης τάξης

brigada antidroga, de estupefacientes, τμήμα δίωξης ναρκωτικών

brigada de bombas, brigada de explosivos, ομάδα πυροτεχνουργών, εξουδετέρωσης ναρκών-βομβών

brigada de limpieza, τμήμα καθαριότητας

brigada de rescate, ομάδα, μονάδα διάσωσης

4. εκφ las Brigadas Internacionales, ιστ, οι Διεθνείς Ταξιαρχίες

las Brigadas Rojas, ιστ, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες

brigada 1. α θ, αρχιλοχίας

brigadier 1. α, στρ, πρχ φραγματ-αρης> αρχηγός φράγματος ατόμων= ταξίαρχος

2. στρ, ναυ, σπουδαστής της ναυτικής στρατιωτικής σχολής με υψηλή βαθμολογία που κατά τα τελευταία έτη φοίτησης έχει συγκεκριμένα διοικητικά καθήκοντα

brigadista 1. α θ, μέλος μιας ταξιαρχίας, ομάδας, σώματος

bergante 1. α, πρχ φερ-ει και άγων= μπερμπάντης, αλήτης

bergantín 1. α, ναυ, πρχ μπρίκι

bregar πρχ ραγίζ-ομαι= γίνομαι κομμάτια για κάτι, πρχ γίνομαι ρωγμές για κάτι,

πρχ μπρεικ> σπάζομαι για να πετύχω κάτι, πρχ δυσ-πραγώ> πράττω με κόπο

1. ρα, παλεύω για κάτι, αγωνίζομαι, γίνομαι κομμάτια για αυτό,

Si queremos sobrevivir, tenemos que bregar contra grandes empresas,

Αν θέλουμε να επιβιώσουμε, πρέπει να παλέψουμε ενάντια στις μεγάλες εταιρείες

La teoría es muy bonita, pero es en las calles donde hay que bregar por nuestros derechos,

Η θεωρία είναι πολύ ωραία, αλλά είναι στους δρόμους όπου πρέπει να παλέψουμε για τα δικαιώματά μας

2. δουλεύω σκληρά, μοχθώ, en la fábrica bregaba como un esclavo,

στο εργοστάσιο δούλευε σαν σκλάβος

3. μτφ, δυσ-πραγώ ή έχω ρήγμα με κάποιον= τσακώνομαι,

siempre está bregando con su hermano, πάντα τσακώνεται με τον αδερφό του

4. ταυ, ρμ, μάχομαι με τον ταύρο

brega 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του bregar

2. αγώνας, πάλη να πετύχω κάτι

3. ταυ, μάχη

4. τσακωμός

5. εκφ, andar a la brega, βαδίζω με ρήγμα = μοχθώ, δουλεύω σκληρά,

mi hermano siempre anda a la brega, ο αδερφός μου πάντα εργάζεται σκληρά

afrecho 1. α, πίτουρο από στάρι

sasafrás 1. α, βοτ, πρχ σασσαφράς

Scroll to Top