FRUTO

FRUTO= ΠΡΧ ΦΡΟΥΤΟ, ΚΑΡΠΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fruta 1. θ, φρούτο, me gusta mucho la fruta, με αρέσουν πολύ τα φρούτα

2. σνθ, fruta confitada, φρούτα γλασέ, φρουί γλασέ

fruta del tiempo, φρούτα εποχής

fruta de sartén, τηγανήτα ή κάθε τηγανητό έδεσμα με αλεύρι

fruta prohibida, απαγορευμένος καρπός

fruta seca, ξηρός καρπός

fruta temprana, πρώιμο φρούτο

fruta tropical, τροπικό φρούτο

afrutado, da 1. ε, φρουτώδης, -ης, -ες, Podemos servir el pavo con algún vino afrutado,

Μπορούμε να σερβίρουμε τη γαλοπούλα με ένα φρουτώδες κρασί

frutaje 1. α, τεχ, νεκρή φύση που αναπαριστά φρούτα ή λουλούδια

frutal 1. ε, φρουτο-φόρο= οπωρο-φόρος, -α, -o, un árbol frutal, ένα οπωροφόρο δέντρο

2. φρουτώδης, -ης, -ες, φρουτένιος, -α, -o, un jabón con un aroma frutal,

ένα σαπούνι με φρουτένιο άρωμα

3. για οίνο, φρουτώδης, -ης, -ες

4. α, φρουτό-δεντρο, οπωρο-φόρο, Plantamos 20 frutales en el huerto, diez naranjos y diez manzanos,

Φυτεύσαμε 20 οπωροφόρα δέντρα στον οπωρώνα, δέκα πορτοκαλιές και δέκα μηλιές

frutería 1. θ, πρχ φρουτ-ερί= οπωρο-πωλείο

frutero, ra 1. ε, οπωρικός, -ή, -ó, la industria frutera, η βιομηχανία των οπωρικών

2. πρχ φρουτ-άρης= οπωροπώλης, -ισσα

frutero 1. α, φρουτιέρα

frutícola 1. ε, πρχ φρουτο-καλλιεργητικός, -ή, -ό= σχετικός, -ή, -ό με καλλιέργεια φρούτων

fruticultor, ra 1. α θ, οπωρο-καλλιεργητής, -ια, φρουτο-καλλιεργητής, -ια

fruticultura 1. θ, οπωρο-καλλιέργεια

fruto 1. α, κυρ, καρπός, φρούτο, un árbol de frutos comestibles,

ένα δέντρο με βρώσιμους καρπούς

2. μτφ, καρπός, απόδοση, όφελος, fruto de un matrimonio, καρπός ενός γάμου,

su posición social es fruto de su trabajo,

η κοινωνική του θέση είναι καρπός της δουλειάς του,

el trabajo ha rendido el fruto esperado, η εργασία απέδωσε το αναμενόμενο όφελος

3. σνθ, fruto carnoso, seco, φρούτο σαρκώδες, αποξηραμένο φρούτο

fruto de hueso, πυρηνό-καρπο

fruto prohibido, απαγορευμένος καρπός

4. εκφ, dar fruto, δίνω καρπούς

el fruto de su vientre, de sus entrañas, o καρπός των σπλάχνων της

por el fruto se conoce el árbol, πρμ, απο το καρπό γνωρίζεται το δέντρο

sacar fruto a, de algo, απο-κομίζω καρπό, κέρδος από κάτι

frutos 1. α πλ, νομ, αγαθά

frutar 1. ρα, φρουτάρω= καρποφορώ, ευοδώνω, αποδίδω καρπό, los limoneros frutan varias veces al año,

οι λεμονιές καρποφορούν αρκετές φορές το χρόνο

disfrutar πρχ δια-καρπώνω κάτι, τρώω το φρούτο από κάτι

1. ρα, μτφ, διασκεδάζω, σα να τρώω φρούτο, disfruta en el teatro, διασκεδάζει στο θέατρο,

los niños disfrutaron mucho en el estadio, τα παιδιά πέρασαν πολύ ωραία στο στάδιο

2. απολαμβάνω, disfruta la música, απολαμβάνει την μουσική

3. καρπώνομαι κάτι, disfruta la herencia de tu tío,

καρπώνεται την κληρονομιά του θείου του

4. disfrutar de, απολαμβάνω καλής υγείας, κατάστασης, χαίρω,

disfruta de muy buena salud, χαίρει άκρας υγείας

disfrute 1. α, απόλαυση, ευχαρίστηση, el viaje se convirtió en un auténtico disfrute,

το ταξίδι μετατράπηκε σε μια αυθεντική απόλαυση

2. όφελος, απόδοση, κάρπωμα από κάτι, les pertenecía el disfrute de las tierras,

τους άνηκε η απόδοση των εδαφών

3. νομ, επικαρπία, uso y disfrute

fructífero, ra 1. ε, καρπο-φόρος, -α, -ο

fructificar 1. ρα, καρπο-φορώ, este año ha fructificado mucho,

αυτόν τον χρόνο έχει καρποφορήσει πολύ

2. μτφ, καρποφορώ, ευοδώνω, αποδίδω καρπό, las negociaciones no fructificaron,

οι διαπραγματεύσεις δεν απέδωσαν καρπό, ευόδωσαν

fructificación 1. θ, καρποφορία, ευόδωση

fructosa 1. θ, χημ, φρουκτόζη

fructuoso, sa 1. ε, κυρ, μτφ, καρποφόρος, -α, -o, αποδοτικός, -ή, -ó, επικερδής, -ής, -ές,

Nuestra colaboración ha sido enormemente fructuosa, Η συνεργασία μας ήταν εξαιρετικά καρποφόρα

infructífero, ra 1. ε, κυρ, μτφ, μη καρποφόρος, -α, -ο, άγονος, -η, -o, στείρος, -α, -o

infructuoso, sa 1. ε, άκαρπος, -η, -o, esfuerzo infructuoso, άκαρπη προσπάθεια

infructuosidad 1. θ, ακαρπία σε αποτέλεσμα, αναποτελεσματικότητα

infructuosamente 1. επρ, χωρίς καρπό, φρούτο, άκαρπα, άγονα

frugal 1. ε, σαν να τρώει μόνο φρούτα= λιτός, -ή, -ό, λιτο-δίαιτος, -η, -ο, ολιγαρκής, -ής, -ές,

El médico le ha aconsejado ejercicio y una dieta frugal, Ο γιατρός του συνέστησε άσκηση και να μια λιτή διατροφή

frugalidad 1. θ, λιτότητα, ολιγάρκεια

frugalmente 1. επρ, λιτά, λιτοδίαιτα, ολιγαρκώς

frugífero, ra 1. ε, λγτ, καρπο-φόρος, -α, -o, γόνιμος, -η, -o

frugívoro, ra 1. ε, α θ, φρουτο-βορικός, -ή, -ό, καρπο-φάγος, -α, -o

fruir 1. ρα, πρχ σαν να τρώγω φρούτα= τέρπομαι με κάτι, απολαμβάνω κάτι,

Hay que aprender a fruir de los deleites de la vida, Πρέπει να μάθουμε να απολαμβάνουμε τις χαρές της ζωής

fruición 1. θ, απόλαυση, τέρψη, come con fruición, τρώει με τέρψη

frumentario, ría, frumenticio, cia 1. ε, καρπός από στάχυ, σιτικός, -ή, -ó, σιτο-φόρος, -α, -o

Scroll to Top