FOSA= ΠΡΧ ΦΟΣΑ> ΤΑ-ΦΟΣ, ΤΑ-ΦΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fosa πρχ τά-φος, τά-φρος
1. θ, τάφρος
2. τάφος
3. ανα, γλγ, κοιλότητα
4. σνθ, fosa común, ομαδικός τάφος
fosa séptica, σηπτική τάφρος
fosas nasales, ανα, ρινικές κοιλότητες
fosa tectónica, γωλ, τεκτονική τάφρος
fosar 1. ρμ, πρχ τα-φρίζω= σκάβω τάφρο, ορύσσω
foso πρχ τα-φος
1. α, τάφρος κάστρου, un puente levadizo permite cruzar el foso,
μια γέφυρα εναέρια επιτρέπει να διασχίσεις την τάφρο
2. τρύπα, όρυγμα
3. τάφρος γκαράζ
4. τάφρος συνεργείου για επισκευές
5. χαντάκι, tendrán que tapar ese foso para evitar accidentes,
θα πρέπει να ταπώσουν αυτό χαντάκι για να αποφύγουν ατυχήματα
6. χαράκωμα
7. θτρ, θέση ορχήστρας
8. αθλ, τάφρος άμμου για το άλμα εις μήκος
fonsadera 1. θ, παλιός φόρος που καταβαλλόταν για να καλυφθούν τα έξοδα του πολέμου, επειδή έκαναν τάφρο και ορύγματα
fósil πρχ τα-φος= κάτι που είναι θαμμένο
1. α, απολίθωμα
2. οικ, μτφ, απολίθωμα, πολύ παλιό
3. ε, ορυκτός, -ή, -ó, απολιθωμένος, -η, -o combustible fósil, ορυκτά καύσιμα
fosilizarse 1. ραντ, απολιθώνομαι, sólo se fosilizan las partes o zonas duras del cuerpo,
μόνο απολιθώνονται τα μέρη ή περιοχές σκληρές του σώματος
2. μτφ, απολιθώνομαι, sus teorías se han fosilizado, οι θεωρίες του έχουν απολιθωθεί
fosilización 1. θ, απολίθωση
hocico πρχ οσικο> μ-ουσάκι> μουσούδα
1. α, ρύγχος, μουσούδι σε σκύλο, γάτο, ποντίκι, γουρούνι, αγριογούρουνο,
el cerdo sacaba el hocico entre las barandas del camión,
το γουρούνι έβγαζε την μουσούδα ανάμεσα στις μπάρες του φορτηγού
2. μτφ, στόμα ή μούρη ατόμου, ¡como digas palabrotas te doy en el hocico!,
αν πεις βρωμόλογα σου δίνω μια στη μούρη!
3. οικ, υτμ, χειλάρες, lleva los hocicos pintados, έχει τις χειλάρες της βαμμένες
4. μτφ, μούτρα, κακή διάθεση, no se lo digas porque hoy ha venido con hocico,
μην του το πείς γιατι σήμερα έχει έρθει με μούτρα
5. εκφ, caer, darse de hocicos οικ, πέφτω με τα μούτρα,
pisó el cordón del zapato y cayó de hocicos en mitad del paso de cebra,
πάτησε το κορδόνι του παπουτσιού και έπεσε με τα μούτρα στην μέση της διάβασης
meter el hocico, los hocicos en algo, οικ, χώνω την μούρη μου κάπου,
metió el hocico en su vida personal, έχωσε την μούρη του στην προσωπική του ζωή
romperle, partirle a alguien el hocico, los hocicos, οικ, σπάω τη μούρη, τα μούτρα κάποιου
poner hocico, κάνω μούτρα, no pongas hocicos porque te mereces la reprimenda,
μην κάνεις μούτρα γιατι αξίζεις την επίπληξη
estar alguien de hocicos, είμαι μουτρωμένος
hocicar 1. ρμ, ραμφίζω, χτυπώ με την μουσούδα, ρύγχος
2. ρμ, ραντ, μτφ, υτμ, φιλάω επανειλημμένα, φιλιέμαι, σαλιαρίζω,
me irrita que me hocique, με εκνευρίζει να με φιλάει επανειλημμένα
3. ρα, ρμ, σκαλίζω με την μουσούδα, σκάβω με το ρύγχος,
el perro hocicaba la tierra buscando un hueso, ο σκύλος σκάλιζε την γή ψάχνοντας ενα οστό
4. ναυ, βυθίζω την πλώρη (ρύγχος πλοίου)
5. ρα, πέφτω με τα μούτρα
6. ρα, μτφ, τρώω τα μούτρα μου, σκοντάφτω, el chico hocicó en sus estudios,
το παιδί σκόνταψε στις σπουδές του
7. ρα, μτφ, χώνω την μούρη μου
8. εκφ, hocicar en, οικ, υτμ, χώνω τη μύτη μου, le gusta hocicar en los asuntos de los demás, του αρέσει να χώνει τη μύτη του στις υποθέσεις των άλλων
hociquear 1. ρμ, ρα, hociquear
hocicada 1. θ, χτύπημα με την μουσούδα, ράμφισμα
hocicazo 1. α, κεφαλιά
hocicón, ona 1. ε, για ζώο, μουσουδάτος, -η, -ο, su perro es bastante hocicón,
o σκύλος του έχει μεγάλη μουσούδα
2. για άτομο, υτμ, χειλαράς, -ού, -άδικο
3. οικ, μτφ, που χώνει την μουσούδα του= αδιάκριτος, -η, -ο, κουτσομπόλης, -α, -ικο
hocicudo, da 1. ε, για ζώο, μουσουδάτος, -η, -ο un perro hocicudo,
ένας σκύλος με μακριά μουσούδα
2. για άτομο, υτμ, μακρυ-μούρης, -α, -ικο
hozar 1. ρμ, για ζώο, πρχ μ-ουσίζω= σκάβω, ανα-σκάπτω, σκαλίζω την γή
los cerdos hozan y gruñen, τα γουρούνια σκάβουν και γκρινιάζουν
hozadura 1. θ, ίχνος, χνάρι σκαψίματος απο ζώο
hozadero 1. α, μέρος που τα γουρούνια σκάβουν με τη μουσούδα τους το χώμα