FOTO= ΠΡΧ ΦΩΤΟ, ΦΩΣ, ΠΡΧ ΜΠΑΝΤΙΕΡΑ> ΦΑΝΤ-ΙΕΡΑ> ΣΗΜΑΙΑ, ΠΡΧ ΜΠΑΝΤΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Sofía 1. ονο, Σοφία
fósforo 1. α, χημ, φώσφορος
2. σπίρτο
fosforera 1. θ, σπιρτόκουτο
fosforero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τα σπίρτα, φώσφορο, φωσφορικός, -ή, -ό,
industria, producción fosforera, βιομηχανία, παραγωγή σπίρτων
2. α θ, πωλητής, πωλήτρια σπίρτων
fosforescer, fosforecer 1. ρα, φωσφορίζω
fosforescencia, fosforecencia 1. θ, φωσφορισμός
fosforescente, fosforecente 1. ε, φωσφορίζων, -ουσα, -ον
fosfeno 1. α, πρχ φως-φαίνω= φωτοψία
fosfina 1. θ, χημ, φωσφίνη
fosfito 1. α, χημ, φωσφορώδες άλας
fosforado, da 1. ε, χημ, φωσφορούχος, -α, -o
fosforoscopio 1. α, ανιχνευτής φωσφόρου
fosforoso, sa 1. ε, χημ, φωσφορούχος, -α, -o, φωσφορώδης, -ης, -ες
fosfuro 1. α, χημ, φωσφίδιο
fosgeno 1. α, χημ, φωσγένιο
superfosfato 1. α, χημ, υπερφωσφορικό άλας
fosfórico, ca 1. ε, χημ, φωσφορικός, -ή, -ó
fosforismo 1. α, ιατ, δηλητηρίαση από φώσφορο
fosforita 1. θ, ορυ, φωσφορίτης
fosforito 1. ε, φωσφόριζε
fosforilar 1. ρμ, ρίχνω φωσφορικό οξύ σε μόριο
fosfato 1. α, χημ, φωσφορικό άλας
fosfaturia 1. θ, ιατ, φωσφατουρία
fosfatina 1. θ, σκόνη φωσφορικού άλας
2. εκφ, estar hecho fosfatina, οικ, μτφ, για πράγμα ή άτομο, είμαι σαν φωσφατίνη=
είμαι κομμάτια, ξεθεωμένος, πτώμα, κατάκοπος, λιώμα, νεκρός ή είμαι σκόνη, διαλυμένο, llegamos a la cima hechos fosfatina, φτάσαμε στην κορυφή ξεθεωμένοι
hacer fosfatina, οικ, μτφ, κάνω σκόνη κάποιον ηθικά ή σωματικά
fosfatar 1. ρμ, χημ, αναμιγνύω φωσφορικό άλας με άλλες ουσίες
fosfatado, da 1. ε, χημ, φωσφορικός, -ή, -ó
fosfático, ca 1. ε, χημ, φωσφορούχος, -α, -o
desfosforar 1. ρμ, τχν, αφαιρώ, μειώνω το φώσφορο από τα απόβλητα
desfosforación 1. θ, τχν, αποφωσφόρωση
fotografía 1. θ, φωτογραφία, Tengo una antigua fotografía de mi tatarabuelo,
Έχω μια παλιά φωτογραφία του προ-προπάππου μου
2. φωτογραφική τέχνη
3. μτφ, φωτογραφία, περιγραφή γεγονότων λεπτομερέστατη,
sus relatos son fotografías de los lugares que visita,
οι ιστορίες του είναι φωτογραφίες από τα μέρη που επισκέπτεται
4. σνθ, fotografía aérea, αερο-φωτογραφία
fotografía de tamaño carné, φωτογραφία (με διάσταση καρνέ) ταυτότητας
fotografía digital, ψηφιακή φωτογραφία
5. εκφ, sacar, tomar, hacer una fotografía, βγάζω, παίρνω φωτογραφία
fotografiar 1. ρμ, φωτογραφίζω, Los turistas fotografiaron la Estatua de la Libertad,
Οι τουρίστες φωτογράφισαν το Άγαλμα της Ελευθερίας
fotográfico, ca 1. ε, φωτογραφικός, -ή, -ó
fotógrafo, fa 1. α θ, φωτογράφος
2. σνθ, fotógrafo de guerra, de prensa, πολεμικός φωτογράφος, φωτορεπόρτερ
foto 1. θ, φωτογραφία
2. σνθ, foto fija, καρέ
foto robot, πορτρέτο-ρομπότ, σκίτσο καταζητούμενου
3. εκφ, sacar, tomar, hacer una foto, βγάζω, παίρνω φωτογραφία
fotorrobot 1. α, σκίτσο καταζητούμενου, πορτρέτο-ρομπότ
fotoactivo, va 1. ε, φωτο-ευαίσθητος, -η, -o
fotobiología 1. θ, φωτοβιολογία
fotocalco 1. α, φωτοεκτύπωμα
fotocatálisis 1. θ, φωτοκατάλυση
fotocátodo 1. α, φωτοκάθοδος
fotocélula 1. θ, φωτοκύτταρο
fotocomponer 1. ρμ, φωτοστοιχειοθετώ
fotocomposición 1. θ, φωτοστοιχειοθεσία, φωτοσύνθεση
fotocomponedora 1. θ, φωτοστοιχειοθετική μηχανή
fotoconductividad 1. θ, φωτοαγωγιμότητα
fotoconductor, ra 1. ε, φωτοαγώγιμος, -η, -o
fotocopia 1. θ, φωτοαντίγραφο, φωτοτυπία
fotocopiadora 1. θ, φωτοαντιγραφικό, φωτοτυπικό μηχάνημα
fotocopiar 1. ρμ, φωτοτυπώ
fotocromático, ca, fotocrómico, ca 1. ε, φωτοχρωματικός, -ή, -ο
fotocromía 1. θ, φωτοχρωμία
fotodegradable 1. ε, τχν, φωτοδιασπώμενος, -η, -o
fotodepilación 1. θ, φωτοαποτρίχωση
fotodermatosis 1. θ, ιατ, φωτοδερμάτωση
fotodinámico, ca 1. ε, φωτοδυναμικός, -ή, -ó
fotodiodo 1. α, φωτοδίοδος
fotoelasticidad 1. θ, φωτοελαστικότητα
fotoelasticimetría 1. θ, μέτρηση φωτοελαστικότητας
fotoelectricidad 1. θ, φωτοηλεκτρισμός
fotoeléctrico, ca 1. ε, φωτοηλεκτρικός, -ή, -ó
fotoelectrón 1. α, φωτοηλεκτρόνιο
fotoemisión 1. θ, φωτοεκπομπή
fotoescultura 1. θ, φωτογλυπτική
fotofiltro 1. α, φωτογραφικό φίλτρο
foto-finish, fotofinish 1. θ, φώτο-φίνις, φωτοφίνις
fotofobia 1. θ, φωτοφοβία
fotófobo, ba 1. ε, α θ, φωτοφοβικός, -ή, -ó
fotófono 1. α, φωτόφωνο
fotoforesis 1. θ, φωτοφόρηση
fotóforo 1. α, φωτοφόρο
fotogénesis 1. θ, φωτογονία
fotogenia 1. θ, φωτογένεια
fotogénico, ca 1. ε, φωτογενής, -ής, -ές
fotógeno, na 1. ε, φωτογόνος, -ος, -o
fotogeología 1. θ, φωτογεωλογία
fotograbado 1. α, φωτοχαρακτική, ηλιογραφία, βαθυτυπία
fotograbador, ra 1. α θ, φωτοχαράκτης
fotograbadora 1. θ, φωτοχαρακτική μηχανή
2. φωτοχαρακτική εταιρεία
fotograbar 1. ρμ, κάνω φωτοχαρακτική
fotograma 1. α, φωτόγραμμα
fotogrametría 1. θ, φωτογραμμομετρία
fotoionización 1. θ, φωτοϊονισμός
fotolisis, fotolisis 1. θ, χημ, φωτόλυση
fotolito 1. α, επίπεδη πλάκα επιπεδοτυπικής φωτοχαρακτικής
fotolitografía 1. θ, φωτολιθογραφία
fotolitografiar 1. ρμ, δημιουργώ φωτολιθογραφία
fotolitográfico, ca 1. ε, φωτολιθογραφικός, -ή, -ó
fotoluminiscencia 1. θ, φωταύγεια, φωτο-φωταύγεια
fotomagnético, ca 1. ε, φωτομαγνητικός, -ή, -ó
fotomatón1. α, αυτόματη φωτογραφία
fotomecánica 1. θ, φωτομηχανική αποτύπωση
fotomecánico, ca 1. ε, φωτομηχανικός, -ή, -ó
fotometría 1. θ, φωτομετρία
fotométrico, ca 1. ε, φωτομετρικός, -ή, -ó
fotómetro 1. α, φωτόμετρο
fotomicrografía 1. θ, φωτομικρογραφία
fotomodelo 1. α θ, φωτομοντέλο, μανεκέν
fotomontaje 1. α, φωτομοντάζ
fotomultiplicador, a 1. ε, φωτοπολλαπλασιαστικός, -ή, -ό
fotomultiplicador 1. α, φωτοπολλαπλασιαστής
fotón 1. α, φσκ, φωτόνιο
fotoneutrón 1. α, φωτονετρόνιο
fotonoticia 1. θ, φωτορεπορτάζ
fotonovela 1. θ, φωτορομάντζο
fotonuclear 1. ε, φωτοπυρηνικός, -ή, -ό
fotoperiodismo 1. α, φωτορεπορτάζ
fotoperiodista 1. α θ, φωτορεπόρτερ
fotoperiodo, fotoperíodo 1. α, φωτοπερίοδος
fotopila 1. θ, ηλιακό κύτταρο, φωτο-βολταϊκό κύτταρο
fotoplano 1. α, ορθοφωτοχάρτης
fotoprotector, ra 1. ε, με δείκτη προστασίας
fotoquímica 1. θ, φωτοχημεία
fotoquimico, ca 1. ε, φωτοχημικός, -ή, -ό
fotorrealismo 1. α, πλφ, φωτορεαλισμός
fotorrealista 1. ε, α θ, φωτορεαλιστικός, -ή, -ó, φωτορεαλιστής, -ια
fotorresistencia 1. θ, φωτο-ανθεκτικότητα
fotosensible 1. ε, φωτοευαίσθητος, -η, -ο
fotosfera 1. θ, φωτόσφαιρα
fotosíntesis 1. θ, φωτοσύνθεση
fotosintético, ca 1. ε, φωτοσυνθετικός, -ή, -ó
fotostato 1. α, φωτοτυπία με μέθοδο Photostat
fototactismo 1. α, φωτοτακτισμός
fototaxismo 1. α, φωτοταξία
fototeca 1. θ, φωτο-θήκη= φωτογραφικό αρχείο
fototelégrafo 1. α, οπτικός τηλέγραφος
fototerapia 1. θ, φωτοθεραπεία
fototipia 1. θ, κολλοτυπία
fototipo 1. α, θετικό, αρνητικό φωτοτυπικό
fototipografía 1. θ, φωτο-τυπογραφία, όφσετ
fototopografía 1. θ, φωτοτοπογραφία
fototransistor 1. α, φωτοτρανζίστορ
fototropismo 1. α, φωτοτροπισμός
fotovoltaico, ca 1. ε, φωτοβολταϊκός, -ή, -ό
microfotografía 1. θ, μικροφωτογραφία
2. τεχνική μικροφωτογραφίας
microfotográfico, ca 1. ε, μικροφωτογραφικός, -ή, -ó
catafoto 1. α, τχν, ανακλαστήρας, φωτοκύτταρο
faetón 1. α, φαετών άμαξα
fénico, ca 1. ε, χημ, φαινικό, ácido fénico, φαινικό οξύ
fenicado, da 1. ε, χημ, φαινικός, -ή, -ó
fenilamina 1. θ, χημ, φαινυλαμίνη
fenilo 1. α, χημ, φαινύλιο
fenol 1. α, χημ, φαινόλη
fenólico, ca 1. ε, χημ, φαινολικός, -ή, -ó
fenobarbital 1. α, ιατ, φαινοβαρβιτάλη
fenoplasta 1. α θ, φαινοπλάστης
fenoma 1. α, βιο, φαινότυπος
fenotipo 1. α, βιο, φαινότυπος
feofícea 1. θ, βοτ, φαιοφύκος
safena 1. ε, ανα, σαφηνής
diáfano, na 1. ε, που περνά το φώς, διάφανος, -η, -o, cristal diáfano, διάφανο κρύσταλλο,
tela diáfana, διάφανο ύφασμα
2. χωρίς σημάδια, διαυγής, -ής, -ές, διάφανος, -η, -o, cielo diáfano, διαυγής ουρανός,
agua diáfana, διάφανα νερά
3. μτφ, διάφανος, -η, -ο, ξεκάθαρος, -η, -ο, respuesta, explicación diáfana,
ξεκάθαρη απάντηση, εξήγηση
a través de su conducta diáfana sabrás lo que piensa,
δια μέσου της διάφανης διαγωγής του θα μάθεις αυτό που σκέφτεται
4. μτφ, κατ, ενιαίος, -α, -ο, χωρίς διαχωριστικό τοίχο, una oficina diáfana,
γραφείο σε ενιαίο χώρο
diafanidad 1. θ, διαφάνεια
2. έλλειψη σημαδιών σε κάτι, διαύγεια
3. μτφ, διαφάνεια, καθαρότητα νοήματος, απάντησης, σε λόγια
diafanoscopia 1. θ, ιατ, διαφανο-σκόπηση
fanal 1. α, φάρος λιμανιού, fanal de puerto
2. φανάρι, φανός, φωτοσημαντήρας πλοίου, fanal de barco
3. φανάρι ψαρέματος
4. γυαλί λάμπας, γυάλινο σφαιρικό περίβλημα
5. γυάλινο περίβλημα για φύλαξη αντικειμένων
fanales 1. α πλ, λγτ, μτφ, τεράστια μάτια, μάτια μεγάλα
fenómeno 1. α, φυσικό, πνευματικό φαινόμενο, estudia los fenómenos atmosféricos,
μελετά τα ατμοσφαιρικά φαινόμενα
2. οικ, φαινόμενο εξυπνάδας, σε προσόντα, διάνοια, ξεφτέρι, ατσίδας,
es un fenómeno en matemáticas, είναι ένα φαινόμενο στα μαθηματικά
3. μτφ, φαινόμενο λόγω ανωμαλίας από τα άλλα είδη, τέρας,
La mujer barbuda era un fenómeno famoso en las barracas de feria,
Η γενειοφόρος κυρία ήταν ένα διάσημο φαινόμενο στον χώρο της γιορτής
fenómeno, na 1. ε, οικ, σούπερ, εκπληκτικός, -ή, -ό, κορυφαίος, -ά, -ó, φανταστικός, -ή, -ό,
este reportaje es fenómeno, αυτό το ρεπορτάζ είναι σούπερ
¡Nuestro viaje por Europa estuvo fenómeno!
Το ταξίδι μας στην Ευρώπη ήταν φανταστικό!
fenómeno 1. επρ, οικ, σούπερ, εκπληκτικά, υπέροχα, απίστευτα, τέλεια,
me siento fenómeno, αισθάνομαι υπέροχα,
lo pasamos fenómeno, περάσαμε υπέροχα, τέλεια
fenomenal 1. ε, φανταστικός, -ή, -ό, καταπληκτικός, -ή, -ó, μοναδικός, -ή, -ó,
un éxito fenomenal, μια καταπληκτική επιτυχία,
eres una amiga fenomenal, είσαι μια φίλη καταπληκτική
Nos hizo un tiempo fenomenal en Cuba, Μας έκανε ένα καιρό φανταστικό στην Κούβα
2. σε ένταση, τεράστιος, -α, -o, el director le echó una bronca fenomenal,
ο διευθυντής του έριξε μια κατσάδα τεράστια
3. φαινομενικός, -ή, -ό, του φαινομένου ή της εμφάνισης
fenomenal 1. επρ, απίστευτα, υπέροχα, περίφημα, σπουδαία, εξαιρετικά,
φανταστικά, me siento fenomenal, αισθάνομαι περίφημα,
lo pasamos fenomenal, περάσαμε υπέροχα
se ha portado fenomenal con todos, έχει φερθεί με όλους εξαιρετικά
2. επφ, τέλεια! ¡Fenomenal! Así que los veo mañana en mi casa,
Τέλεια! Οπότε σας βλέπω αύριο στο σπίτι μου
fenomenalmente 1. επρ, οικ, απίθανα, εξαιρετικά, υπέροχα, φανταστικά, τέλεια,
me siento fenomenalmente, αισθάνομαι απίθανα,
lo pasamos fenomenalmente bien, τα περάσαμε εξαιρετικά
fenoménico, ca 1. ε, φλφ, φαινομενικός, -ή, -ó
fenomenismo 1. α, φλφ, φαινομενισμός
fenomenista 1. ε, α θ, φλφ, φαινομενιστής, -ια
fenomenología 1. θ, φλφ, φαινομενολογία
fenomenológico, ca 1. ε, φλφ, φαινομενολογικός, -ή, -ó
fenomenólogo 1. α, φλφ, φαινομενολόγος
fase 1. θ, φάση, στάδιο σε διαδικασία, κομμάτια προόδου σε κάτι,
las cuatro fases principales del proyecto, οι 4 φάσεις κύριες του πρότζεκτ
2. ηκλ, φσκ, φάση
3. αστρ, φάση, fase lunar, σεληνιακή φάση
4. σνθ, fase REM, στάδιο REM
interfase 1. θ, βιο, χημ, φσκ, ενδιάμεση φάση, περίοδος
metafase 1. θ, βιο, μετάφαση
profase 1. θ, βιο, πρόφαση
monofásico, ca 1. ε, ηκλ, μονοφασικός, -ή, -ó
polifásico, ca 1. ε, πολυφασικός, -ή, -ó, corriente polifásica, πολυφασικό ρεύμα
trifásico, ca 1. ε, τριφασικός, -ή, -ó
bifase 1. θ, ηκλ, διφασικότητα
bifásico, ca 1. ε, ηκλ, διφασικός, -ή, -ó
desfasar 1. ρμ, ηκλ, παράγω, έχω διαφορά φάσης
2. ραντ, οικ, μτφ, χάνω την φάση> περιβάλλον ή άτομα που με περιβάλλουν=
δεν πάω στην ίδια φάση, δεν εναρμονίζομαι, δεν προσαρμόζομαι κάπου ή με κάποιους,
sus ideas se están desfasando respecto a las de sus hijos,
οι ιδέες του δεν εναρμονίζονται όσον αναφορά αυτές των παιδιών του
3. οικ, μτφ, βγαίνω από την νορμάλ ψυχική φάση= ξεσπώ, ξεφεύγω, παραληρώ, ξεσαλώνω,
con sólo dos copitas y se desfasó, με μόνο δυο ποτηράκια και ξεσάλωσε
desfasamiento 1. α, φσκ, διαφορά φάσης
desfase πρχ δυσ-φασία ή α-φασία, έλλειψη αρμονίας μεταξύ φάσεων
1. θ, φσκ, διαφορά φάσης
ή διαφορά φάσης σε περιοδική κίνηση
2. απόκλιση, διάσταση μεταξύ 2 πραγμάτων,
hay un desfase entre la oferta y la demanda,
υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης
3. απροσαρμοστικότητα, δυσαρμονία σε περιβάλλον ή εποχή, ήθη, συνήθειες,
desfase generacional, δυσφασία> χάσμα, δυσαρμονία γενιάς
4. οικ, μτφ, αφασία ψυχική= παροξυσμός, ξεσάλωμα, ¡qué desfase ayer noche!
τι ξεσάλωμα ήταν το χθεσινό!
5. σνθ, desfase horario, σύνδρομο αλλαγής ζωνών ώρας (τζετ λαγκ), διαφορά ώρας
defasaje 1. α, φσκ, αλλαγή, καθυστέρηση, μετατόπιση φάσης
desfasado, da 1. ε, φσκ, πρχ δυσ-φασικός= ασυγχρόνιστος, -η, -ο, έχων διαφορά φάσης
2. μτφ, για άτομο, εκτός φάσης εποχής, συνηθειών, σε ήθη, αναχρονιστικός, -ή, -ό,
se mofaban de ellos por desfasados, τους χλεύαζαν σαν αναχρονιστικούς
3. μτφ, για πράγμα, τάση, παρωχημένος, -η, -o, ξεπερασμένος, -η, -o, εκτός εποχής,
moda desfasada, μόδα ξεπερασμένη
utilizaron una técnica desfasada, χρησιμοποίησαν μια τεχνική ξεπερασμένη
énfasis 1. α, έμφαση σε έκφραση ή τονική για να δώσω έμφαση στην σημασία,
pronunció con mucho énfasis sus últimas palabras,
ανήγγειλε με πολλή έμφαση τα τελευταία του λόγια
dijo con énfasis que él no sabía nada, ξεκαθάρισε με έμφαση πως αυτός δεν ήξερε τίποτα
2. έμφαση σε κάτι, hemos de poner el énfasis en la seguridad,
πρέπει να δώσουμε έμφαση στην ασφάλεια
3. έμφαση, ένταση σε προσπάθεια, επιμονή, has de estudiar con más énfasis,
πρέπει να μελετήσεις με περισσότερη έμφαση
4. εκφ, hacer, poner énfasis en algo, δίνω έμφαση σε κάτι
enfatizar 1. ρμ, εκφράζομαι με έμφαση τονική ή σημασιολογική, τονίζω, δίνω έμφαση,
es un orador que siempre enfatiza lo que dice,
είναι ένας ομιλητής που πάντα δίνει έμφαση σε ό, τι λέει
2. μτφ, υπογραμμίζω σημασία σε κάτι, enfatizó la necesidad de la colaboración humanitaria,
υπογράμμισε την ανάγκη της ανθρωπιστικής συνεργασίας
3. ρα, enfatizar en, sobre algo, δίνω έμφαση σε κάτι
enfático, ca 1. ε, εμφατικός, -ή, -ó, habló en un tono enfático para convencer a la audiencia,
μίλησε σε ένα τόνο εμφατικό για να πείσει τους ακροατές
2. μτφ, με έμφαση ύφους ψεύτικη= προσποιητός, -ή, -ό, επιτηδευμένος, -ή, -ό,
nos recibió con un enfático saludo, μας υποδέχτηκε με ένα προσποιητό χαιρετισμό
enfáticamente 1. επρ, εμφατικά, με έμφαση
fantasma 1. α, φάντασμα, φάσμα, vio una película de fantasmas,
είδε μια ταινία με φαντάσματα
ve fantasmas en cualquier parte, βλέπει φαντάσματα σε οποιοδήποτε μέρος
2. μτφ, πράγμα ανύπαρκτο που φαινόταν αληθινό, una venta fantasma,
μια πώληση φάντασμα
3. μτφ, φάντασμα σαν πιθανή απειλή, El fantasma de la sequía, το φάντασμα της ξηρασίας
4. μτφ, μέρος ακατοίκητο, ciudad, pueblo fantasma, πόλη, χωριό φάντασμα
5. οικ, μτφ, φαντασμένο άτομο, ματαιόδοξος, -η, επιδειξίας, φιγουρατζής, -ού
6. εκφ, el Fantasma de la Opera, το Φάντασμα της Όπερας
fantasma 1. ε, μτφ, που δεν υπάρχει, φάντασμα, ανύπαρκτος, -η, -o,
barco fantasma, πλοίο φάντασμα
2. οικ, μτφ, για άτομο, φαντασμένος, -η, -o, no te creas lo que dice, es un fantasma,
μην πιστέψεις ότι λέει, είναι ένας φαντασμένος
fantasmal 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με φάντασμα, στοιχειωμένος, -η, -ο,
El ambiente fantasmal de esa casa me da escalofríos,
Η στοιχειωμένη ατμόσφαιρα εκείνου του σπιτιού με προκαλεί ανατριχίλα
fantasmada 1. θ, οικ, πράξη φαντασμένου, φανφαρονισμός, φιγούρα, επίδειξη
fantasmagoría 1. θ, φαντασμαγορία
fantasmagórico, ca 1. ε, φαντασμαγορικός, -ή, -ó
2. απόκοσμος, -η, -ο, un viejo caserón, de apariencia fantasmagórica,
ένα παλιό αρχοντικό με απόκοσμη εμφάνιση
fantasmón, ona 1. ε, α θ, οικ, φαντασμένος, -η, -ο, φαμφάρας, επιδειξίας, φιγουρατζής, -ού
fantasía 1. θ, φαντασία μυαλού, los niños tienen mucha fantasía,
τα παιδιά έχουν μεγάλη φαντασία
2. πράγμα φανταστικό, φαντασία, επινόηση, προϊόν φαντασίας,
vive en un mundo de fantasía, ζει σε έναν κόσμο φαντασίας, φανταστικό κόσμο
3. επινόηση μυαλού, φαντασία, μύθευμα, esa idea es una fantasía,
αυτή η ιδέα είναι μια φαντασία
4. μσκ, φαντασία
5. σνθ, fantasía sexual, σεξουαλική φαντασίωση
6. εκφ, de fantasía, φανταιζί, traje de fantasía, κουστούμι φανταιζί
articulo de fantasía, φανταχτερό αλλά ευτελές αντικείμενο
fantasioso, sa 1. ε, για άτομο, ευφάνταστος, -η, -o, επινοητικός, -ή, -ó,
es una niña muy fantasiosa, siempre está inventándose historias,
είναι ένα κορίτσι ευφάνταστο, πάντα βρίσκεται να επινοεί ιστορίες
2. φανταστικός, -ή, -ó, φαντασιακός, -ή, -ó, historia fantasiosa, φανταστική ιστορία
3. ε, α θ, φαντασμένος, -η, -ο, επιδειξίας, φαντασιωμένος, -η, ονειροπαρμένος, -η
afantasmar 1. ρμ, δίνω όψη, εμφάνιση φαντάσματος σε κάποιον, κάτι
2. ραντ, παίρνω όψη, εμφάνιση φαντάσματος
afantasmado, da 1. α θ, φαντασμένος, -η, καυχησιάρης, -ρα, επιδειξιομανής,
φιγουρατζής, -ού, el tipo del descapotable es un afantasmado,
o τύπος με το καμπριολέ είναι φιγουρατζής
fantasear 1. ρα, αφήνω να τρέχει η φαντασία μου, φαντασιώνομαι κάτι, ονειρεύομαι, ονειροπολώ, se pasa el día fantaseando sobre el futuro,
περνάει την μέρα του φαντασιώνοντας σχετικά με το μέλλον
2. ρμ, φαντασιώνομαι, ονειρεύομαι, fantaseaba que estaba con ella,
φαντασιωνόταν πως βρισκόταν με αυτήν
3. φαντάζεται, fantasea de ser un gran jugador de fútbol,
φαντάζεται πως είναι ένας μεγάλος ποδοσφαιρικός παίκτης
fantaseo 1. α, φαντασία πως κάνει κάτι, ονειροπόληση, ονειροπόλημα
2. φαντασίωση για κάτι
fantástico, ca 1. ε, φανταστικός, -ή, -ó, un relato fantástico, ένα φανταστικό διήγημα,
literatura fantástica, λογοτεχνία του φανταστικού,
nos contó una historia fantástica, μας διηγήθηκε μια ιστορία φανταστική
2. οικ, μτφ, φανταστικός, -ή, -ο σε ποιότητα, συγκλονιστικός, -ή, -ό, απίθανος, -η, -ο,
un fútbolista fantástico, ένας φανταστικός ποδοσφαιριστής,
noticias fantásticas, νέα φανταστικά
es un chico fantástico, είναι ένα παιδί φανταστικό
3. ε, α θ, μτφ, φαντασμένος, -η, -ο
fantástico 1. επρ, φανταστικά, απίθανα, me lo pasé fantástico, πέρασα φανταστικά
fantásticamente 1. επρ, φανταστικά
bandera πρχ μ-παντιέρα> σημαία, και οι ιδιότητες της
1. θ, σημαία χώρας, la bandera griega, η ελληνική σημαία
2. σημαία για σινιάλα, el juez de linea levantó la bandera en señal de fuera de banda,
o επόπτης γραμμών σήκωσε τη σημαία για να υποδείξει άουτ
3. αθλ, χρώματα ομάδας, σημαία
4. κυρ, μτφ, έμβλημα, λάβαρο συλλόγου, Ese jugador es la bandera del equipo,
αυτός ο παίκτης είναι η σημαία της ομάδας
5. στρ, λάβαρο, una bandera de paracaidistas, το λάβαρο των αλεξιπτωτιστών
6. μτφ, τα εθνικά χρώματα
7. μτφ, σημαία, la sinceridad es su bandera, η ειλικρίνεια είναι η σημαία του
8. ναυ, σημαία
9. σνθ, bandera a cuadros, αθλ, σημαία καρό, τερματισμού
bandera negra, μαύρη σημαία
bandera blanca, de paz, λευκή σημαία, ειρήνης
bandera amarilla, roja, verde, azul, κίτρινη, κόκκινη, πράσινη, μπλε σημαία (παραλίας)
bandera a media asta, μεσ-ίστια σημαία
bandera de conveniencia, ναυ, σημαία ευκαιρίας, ευκολίας
bandera de inteligencia, ναυ, επισείων, σημαιάκι σηματοδοσίας
bandera española, βοτ, φυτό λαντάνα
10. εκφ, a banderas desplegadas, μτφ, με σημαίες ξέπλεκες= ανοιχτά, απροκάλυπτα,
a banderas desplegadas dieron con ellos, απροκάλυπτα συναντήθηκαν με αυτούς
salir con banderas desplegadas, στρ, απολαμβάνω πολεμικές τιμές
batir banderas, στρ, χαιρετώ κλίνοντας τη σημαία
izar la bandera, έπαρση σημαίας
jurar bandera, στρ, ορκίζομαι στην σημαία, ορκομωσία
afianzar, afirmar, asegurar la bandera, ναυ, δίνω διαπιστευτήρια
arriar la bandera, ναυ, υποστέλλω σημαία, παραδίδομαι στον εχθρό
rendir la bandera, ναυ, υποστέλλω σημαία σε ένδειξη σεβασμού
alzar, levantar bandera, μτφ, σηκώνω σημαία= γίνομαι αρχηγός ομάδας ατόμων
ή συγκαλώ άτομα σε πόλεμο ή για κάποια πράξη
bandera, de bandera, οικ, μτφ, πρχ παντιέρα> σαν σημαία που φαίνεται=
καταπληκτικός, -ή, -ό, θαυμάσιος, -α, -ο, ελκυστικός, -ή, -ό, εντυπωσιακός, -ή, -ό,
una mujer de bandera, μια ελκυστική, θαυμάσια γυναίκα
lleno hasta la bandera, μτφ, γεμάτος μέχρι την σημαία= ασφυκτικά γεμάτος
banderazo 1. α, αθλ, ρίξιμο σημαίας> σήμα, σινιάλο για να αρχίσει αγώνας,
dieron el banderazo de salida, έδωσαν το σήμα εκκίνησης
2. εκφ, dar el banderazo de salida a, κηρύσσω την έναρξη σε,
los representantes políticos dieron el banderazo de salida a la campaña electoral,
οι πολιτικοί εκπρόσωποι κήρυξαν την έναρξη της προεκλογικής εκστρατείας
banderín 1. α, σημαιάκι συλλόγου, ομάδας
2. σημαία λόχου, έμβλημα
3. στρατιώτης σημαιοφόρος
4. σνθ, banderín de enganche, στρατολογικό γραφείο για εθελοντές
banderilla 1. θ, ταυ, μπαντερίγια ταυρομάχου
2. μτφ, μεζεδάκι που σερβίρεται με οδοντογλυφίδα
3. τυπ, διόρθωση, προσθήκη με επίθεση χαρτιού
4. μτφ, καρφί λεκτικό, σπόντα, μπηχτή
5. σνθ, banderilla de fuego, τυπ, μπαντερίγιες με πυροτεχνήματα που εκρήγνυνται όταν καρφώνονται στο σώμα του ταύρου
banderilla negra, ταυ, μπαντερίγια με διχαλωτή απόληξη, τυλιγμένη με μαύρο ύφασμα
6. εκφ, clavar, plantar, poner banderillas a, οικ, μτφ, καρφώνω, βάζω μπαντερίγιες σε = ρίχνω καρφιά λεκτικά, κάνω δηκτικά σχόλια, πετάω σπόντες σε κάποιον
banderillear 1. ρα, ταυ, καρφώνω τις μπαντερίγιες
banderillero 1. α, ταυ, άτομο που καρφώνει τις μπαντερίγιες
banderita 1. θ, πρχ μπαντιερ-ίτσα= κονκάρδα, αυτοκόλλητο διακριτικό που δίνεται
σε όσους προσφέρουν σε έρανο
bandería 1. θ, μπαντιέρα= φατρία
banderizo, za 1. ε, α θ, που ακολουθεί μπάντα> ομάδα ατόμων, στασιαστικός, -ή, -ó
2. μτφ, που σηκώνει δική του μπαντιέρα= ταραχοποιός, -ός, -ó
banderizar, abanderizar 1. ρμ, ραντ, χωρίζω, -ομαι σε φράξιες, φατριές, ομάδες
2. ραντ, μπαίνω σε ομάδα, φατριά
banderola 1. θ, σημαιάκι για στρατιωτική, ναυτική, αεροπορική χρήση
embanderar 1. ρμ, πρχ εν- στολίζω με παντιέρα = σημαιοστολίζω
abanderar 1. ρμ, σηκώνω σημαία
2. ρμ, ραντ, ναυ, θέτω πλοίο υπο σημαία= νηολογώ, abanderaron el barco en Grecia,
νηολόγησαν το πλοίο στην Ελλάδα,
el buque fue abanderado en Turquía, το πλοίο νηολογήθηκε στην Τουρκία
3. μτφ, μπαίνω σαν σημαία> ηγέτης= ηγούμαι σε κίνημα, οργάνωση, υπέρ κάτι,
Τίθεμαι επικεφαλής, ηγούμαι, Abanderar un movimiento, una tendencia,
Τίθεμαι επικεφαλής ενός κινήματος, μιας τάσης,
Abanderar la campaña anticorrupción, Ηγούμαι της εκστρατείας κατά της διαφθοράς,
ή είμαι σημαιοφόρος, πρωτοστατώ, él abanderó la lucha por la libertad,
αυτός ηγήθηκε, υπήρξε σημαιοφόρος του αγώνα για την ελευθερία
abanderamiento 1. α, ναυ, νηολόγηση
2. ύψωση σημαίας
3. στρ, κατάταξη
4. πρωτοστάτημα, σημαιοφορία, ηγεσία σε κίνημα, ιδέα, οργάνωση
abanderado, da 1. α θ, σημαιοφόρος σε λιτανεία
2. σημαιοφόρος σε επίσημη τελετή, el abanderado del equipo olímpico español,
ο σημαιοφόρος της ολυμπιακής ομάδας της Ισπανίας
3. στρ, σημαιοφόρος
4. μτφ, ηγέτης, σημαιοφόρος, πρωτοπόρος ιδέας, κινήματος,
La actriz es una abanderada del movimiento feminista,
Η ηθοποιός είναι σημαιοφόρος του φεμινιστικού κινήματος
bando πρχ μπάντα> ομάδα ατόμων ή σαν μπαντ-ιερα> σχήμα σημαίας □ > ομάδα ατόμων
1. α, συμμορία, Encarcelaron al líder del bando, Φυλάκισαν τον αρχηγό της συμμορίας
2. σμήνος πτηνών, bando de aves
3. κοπάδι ψαριών, bando de peces
4. φατρία, κόμμα, Tienes que elegir un bando, o estás con ellos, o estás con nosotros,
Πρέπει να διαλέξεις φατρία, είτε είσαι με αυτούς είτε είσαι με εμάς
5. κλίκα ατόμων που φεύγει από σύνολο
6. εκφ, pasarse al otro bando, περνώ στην άλλη μπάντα= αλλάζω στρατόπεδο, πεποιθήσεις
desbandarse πρχ φεύγω με τις μπάντες> σκορπίζομαι, διαλύομαι για πλήθος
1. ραντ, διαλύομαι για μπάντα, πλήθος, ομάδα ατόμων, ζώων, σκορπίζομαι,
el rebaño se desbandó al oír el disparo del cazador,
το κοπάδι σκορπίστηκε όταν άκουσε το πυροβολισμό του κυνηγού,
los manifestantes se desbandaron, οι διαδηλωτές σκορπίστηκαν
2. για στρατό, τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια
3. λιποτακτώ
4. φεύγω από παρέα, ομάδα, σύνολο
desbandada πρχ σαν να φεύγω με τις μπάντες
1. θ, άτακτη φυγή, δια-σκόρπισμα πλήθους, ζώων,
el disparo provocó la desbandada de todos los pájaros,
ο πυροβολισμός προκάλεσε το σκόρπισμα των πουλιών
2. a la, en desbandada, με άτακτο τρόπο, ατάκτως, όπου φύγει φύγει,
los atracadores huyeron en desbandada, οι ληστές έφυγαν ατάκτως
bandazo 1. α, κίνηση, πήγαινε έλα κάποιου, από την μια μπάντα στην άλλη, μπάντες,
el automóvil iba dando bandazos por la autopista,
το αυτοκίνητο πήγαινε δίνοντας μπάντες στην λεωφόρο
dar bandazos un borracho, δίνει μπαντιές> πάει από δώ κι από εκεί ένας μεθυσμένος
2. ναυ, απότομη κλίση πλοίου προς μια μπάντα
3. μτφ, αλλαγή απότομη στάσης, συμπεριφοράς, στροφή, καμπή προς άλλη μπάντα,
4. εκφ, dar bandazos, δίνω> έχω απότομες αλλαγές στον προσανατολισμό μου για ένα θέμα
ή είμαι ασταθής, ασυνεπής, da muchos bandazos en su política empresarial,
είναι ασταθής στην επιχειρηματική του πολιτική
dar un bandazo, κάνω μια στραβοτιμονιά, el coche dio un bandazo,
το αυτοκίνητο έκανε μια στραβοτιμονιά
bandear 1. ρμ, πάω από μπάντα σε μπάντα, κινώ κάτι από δω κι από κει, ταλαντεύω
El gatito bandeaba la bola de lana con sus pequeñas patas
Το γατάκι κούναγε την μπάλα από μαλλί πέρα δώθε με τα μικρά του πόδια
2. ρα, αλλάζω γνώμη, προσανατολισμό απότομα σε κάτι
3. ραντ, μτφ, κινούμαι από μπάντα σε μπάντα στην ζωή, ελίσσομαι, τα καταφέρνω,
τα βγάζω πέρα, este hombre sabe bandearse, αυτός o άνθρωπος ξέρει να τα βγάζει πέρα
4. εκφ, bandearse bien, mal, τα βγάζω πέρα, δεν τα βγάζω πέρα,
se bandea mal sin su mujer, δεν τα βγάζει πέρα χωρίς τη γυναίκα του
qué bien te bandeas!, τι καλά που τα καταφέρνεις!
bandeja πρχ μπαντεχα> σαν μπαντιερα> πράγμα με σχήμα σημαίας
1. θ, δίσκος σερβιρίσματος, Tania trajo una bandeja de pastelitos a la fiesta,
Η Τάνια έφερε ένα δίσκο με κεκάκια στο πάρτι
2. θήκη χαρτιού σε μηχάνημα, bandeja de impresora, θήκη χαρτιού εκτυπωτή
3. διαχωριστικό σε βαλίτσα
4. συρόμενο σε έπιπλο, la mesa del ordenador tiene una bandeja para colocar el teclado,
το τραπέζι του υπολογιστή έχει ένα συρόμενο για να βάλεις το πληκτρολόγιο
5. ράφι πάνω από το πορτμπαγκάζ αμαξιού
6. σνθ, bandeja de entrada, de salida, πλφ, εισερχόμενα, εξερχόμενα για αλληλογραφία
7. εκφ, poner, servir en bandeja, ή en bandeja de plata, σερβίρω στο πιάτο
δίνω μασημένη τροφή
pasar la bandeja, βγάζω δίσκο για έρανο, κάνω έρανο ή μτφ, ζητώ χάρη
boya 1. θ, πρχ μπόγος= σημαδούρα θαλάσσης, las boyas marcaban el límite de la playa,
οι σημαδούρες όριζαν το όριο της παραλίας
2. φελλός σε πετονιά ή δίχτυ, las boyas de la red, οι φελλοί του διχτυού
3. τάπα καλαμιού ψαρέματος, la boya de la caña
4. φλοτέρ σε καζανάκι, la boya de la cisterna, το φλοτέρ στο καζανάκι
5. σνθ, boya de campana, τχν, κωδωνοφόρος σημαντήρας,
boya de salvamento, salvavidas, τχν, σωστικός σημαντήρας,
boya luminosa, τχν, φωτο-σημαντήρας
boyante 1. ε, ναυ, πλεύσιμος, -η, -ο, μτφ, σαν μπόγος> σημαδούρα
2. πρχ με μπούγιο οικονομικό= ευημερών, -ούσα, -óv,
es un negocio boyante, είναι μια ευημερούσα επιχείρηση
3. μτφ, με μπούγιο ψυχικό= εύχαρος, -η, -ο, χαρούμενος, -η, -ο, κεφάτος, -η, -o,
su hermano sigue tan boyante como siempre,
o αδερφός του είναι κεφάτος όπως πάντα
4. ταυ, γενναίος ταύρος
aboyar 1. ρμ, ναυ, πρχ βάζω μπόγο= τοποθετώ σημαδούρα
2. ρα, ναυ, επιπλέω
boyar 1. ρα, ναυ, επιπλέω
afaníptero, ra 1. ε, εντ, αφανίπτερο, σιφωνάπτερο
afanípteros 1. α πλ, αφανίπτερα, σιφωνάπτερα
afanita 1. θ, γωλ, ανφιβολίτης