FOLCLOR= ΠΡΧ ΦΟΛΚΛΟΡ, ΜΤΘ Φ-ΟΛΚ> ΛΑ΄Ι΄ΚΟ Ή ΦΙΛΟ- ΛΑ΄Ι΄ΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
folclor, folclore, folklore 1. α, φολκλόρ, σύνολο παραδόσεων, λαογραφία, λαϊκή παράδοση
2. επιστήμη λαογραφίας
folclórico, ca, folklórico, ca 1. ε, φολκλορικός, -ή, -ó, λαογραφικός, -ή, -ó
2. α θ, τραγουδιστής, -ια ή χορευτής, -ια φλαμένκο
folclorismo, folklorismo 1. α, φολκλόρ
folclorista, folklorista 1. α θ, λαογράφος
folk 1. ε, α θ, φολκ, λαϊκός, -ή, -ό, φόλκ, λαϊκά
folk-rock 1. α, μσκ, φολκ ροκ