FONDΟ

FONDΟ= ΠΡΧ ΦΟΝΤΟ> ΒΥΘΟΣ, ΠΑΤΟΣ, ΠΥΘΜΕΝΑΣ, ΒΑΣΗ, ΠΡΧ ΟΝΔΟΥΡΑ> ΒΑΘΙΑ ΝΕΡΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fondo πρχ φόντο= βυθός και οι ιδιότητες του

1. α, πάτος, πυθμένας, βυθός, φόντο, el fondo del mar, o βυθός της θάλασσας

el fondo del vaso, ο πάτος του ποτηριού

el fondo de la pantalla, το φόντο της οθόνης

2. πίσω μέρος για σπίτι, κτίριο, la salida de emergencia está al fondo,

η έξοδος κινδύνου είναι στο βάθος= πίσω μέρος

3. μτφ, ουσία, βάση απο κάτι, en el fondo es un tímido, στο βάθος είναι ντροπαλός

4. βάθος, un río de poco fondo, ένα ρηχό ποτάμι, ένα ποτάμι με χαμηλή στάθμη

5. μτφ, κεφάλαιο, κονδύλιο, ταμείο, πόροι, no hay fondos, δεν υπάρχουν πόροι

6. βάθος> σύνολο συλλογών από βιβλία, αρχεία σε βιβλιοθήκη, fondo editorial,

εκδοτικός κατάλογος

7. αθλ, μτφ, βάθος δυνάμεων= αντοχή, un atleta con mucho fondo,

ένας αθλητής με μεγάλη αντοχή

8. αθλ, μεγάλη απόσταση, corredor de fondo, δρομέας μεγάλων αποστάσεων

9. τυπ, σύνολο εντύπων και χειρογράφων βιβλιοθήκης

10. μτφ, άκρη σε κάτι, te espero al fondo de la barra, σε περιμένω στην άκρη της μπάρας

11. μτφ, φύση ατόμου, tiene buen fondo, έχει καλό βάθος= φύση

12. σνθ, fondo común, κοινό ταμείο

fondo de amortización, οκν, χρεολυτικό κεφάλαιο, ταμείο

fondo de armario, γκαρνταρόμπα

fondo de cohesión, οκν, ταμείο συνοχής

fondo de comercio, φήμη και πελατεία

fondo de escritorio, πλφ, φόντο επιφάνειας εργασίας

fondo de fideicomiso, οκν, κεφάλαιο καταπιστεύματος

fondo de garantía de depósitos, ταμείο εγγύησης των καταθετών

fondo de inversión, επενδυτικό ταμείο, εταιρεία χαρτοφυλακίου επενδύσεων

fondo de inversión ético, ηθικά αμοιβαία κεφάλαια

fondo del ojo, ιατ, βυθός του οφθαλμού

fondo de operaciones, rotativo, de rotación, κεφάλαιο κίνησης

fondo de pensiones, κεφάλαιο συντάξεων

fondo de previsión, ταμείο πρόνοιας

fondo de reptiles, μτφ, φόντο ερπετού= μυστικά κονδύλια, μαύρα ταμεία

fondo en carretera, αθλ, δρόμος αντοχής

fondo música, μουσική επένδυση

fondo vitalicio, ισόβιο εισόδημα, ισόβια πρόσοδος

gran fondo, μεγάλης απόστασης

medio fondo, μεσαίας απόστασης

13. εκφ, a fondo perdido, οκν, μη ανακτήσιμος, μη επιστρεπτέος

al fondo de, στο βάθος el baño está al fondo, το μπάνιο είναι στο βάθος

dar fondo, ναυ, αγκυροβολώ, ρίχνω άγκυρα

en el fondo, κατά βάθος

llegar al fondo de, φτάνω στο βάθος, στη ρίζα

la Policía quiere llegar al fondo de la cuestión,

η αστυνομία θέλει να φτάσει στη ρίζα του προβλήματος

tener buen, mal fondo, είμαι καλοδιάθετος, κακοδιάθετος

tocar fondo, κυρ, μτφ, πιάνω πάτο

a fondo, σε βάθος, γενικός, -ή, -ó, limpieza a fondo, γενική καθαριότητα

hay que debatir este tema a fondo, αυτό το ζήτημα πρέπει να συζητηθεί σε βάθος

de fondo, της βάσης= κύριος, -α, -ο, βασικός, -ή, -ó,

la cuestión de fondo es el desempleo, το βασικό θέμα είναι η ανεργία

fondos 1. α πλ, μτφ, κεφάλαιο, κεφάλαια

recaudar fondos, συγκεντρώνω, αντλώ κεφάλαια

estar mal de fondos, είμαι άσχημα απο φόντα= έχω έλλειψη κεφαλαίου

un cheque sin fondos, ακάλυπτη επιταγή

2. πυθμένας για πλεούμενο, fondos de embarcación

3. σνθ, bajos fondos, υπόκοσμος

fondos bloqueados, δεσμευμένα κεφάλαια

fondos disponibles, διαθέσιμα κεφάλαια

fondos mutuos, de inversión, αμοιβαία, επενδυτικά κεφάλαια

fondos públicos, κρατικά κεφάλαια, τίτλοι δημοσίου, δημόσια χρεόγραφα

fondos reservados, secretos ειδικά, μυστικά κονδύλια

fondón, ona 1. ε, οικ, μτφ, για άτομο, με βυθό πλατύ, πλατύκωλος, -η, -ο,

se ha puesto muy fondón, έχει γίνει πλατύκωλος, πλαδάρεψε

mediofondo 1. α, αθλ, αγώνας δρόμου μεσαίας απόστασης

mediofondista 1. α θ, αθλ, πρχ μεσαίου-βυθίσματος= δρομέας μεσαίων αποστάσεων

trasfondo 1. α, μτφ, υστερο-φόντο, αυτό που βρίσκεται πέρα από το προφανές, υπόβαθρο

Es importante entender el trasfondo del autor al momento que escribió el libro

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το υπόβαθρο του συγγραφέα τη στιγμή που έγραψε το βιβλίο

2. μτφ, χροιά πρόθεσης, se notaba un trasfondo de amargura en sus palabras,

φαινόταν μια χροιά πικρίας στα λόγια του

fondear πρχ φουντάρω, βυθο-σκοπώ

1. ρμ, φουντάρω, αγκυροβολώ, ρίχνω άγκυρα για πλεούμενο,

Los piratas fondearon el barco a cuatro millas náuticas de la isla

Οι πειρατές αγκυροβόλησαν το πλοίο τέσσερα ναυτικά μίλια από το νησί

2. βυθομετρώ την θάλασσα, Según avanzaban, iban fondeando el río para no encallar,

Καθώς προχωρούσαν, βυθομετρούσαν το ποτάμι για να μην προσαράξουν

3. ψάχνω βυθό, los buceadores fondeaban la zona buscando restos del barco,

οι δύτες έψαχναν τον βυθό στην περιοχή αναζητώντας υπολείμματα του πλοίου

4. επιθεωρώ, ερευνώ φορτίο καραβιού σε πάτο, επειδή είναι στο αμπάρι

5. βυθο-σκοπώ= εξετάζω, ερευνώ σε βάθος, για άτομο, πράγμα,

le fondeó durante un rato para comprobar su eficacia,

Τον εξέτασε για λίγο για να δοκιμάσει την αποτελεσματικότητά του

5. ρα, ρίχνω άγκυρα, αγκυροβολώ

fondeo πρχ φουντάρισμα

1. α, αγκυροβόληση, φουντάρισμα

2. μτφ, έρευνα, επιθεώρηση φορτίου

3. βυθομέτρηση

4. ψάξιμο βυθού

5. μτφ, έρευνα ατόμου, πράγματος

fondeadero 1. α, πρχ βυθό-μερος= αγκυροβολιό, αραξοβόλι, ράδα

fondillo 1. α, καβάλος

2. αθλ, δρομέας μεγάλων αποστάσεων, αντοχής

3. αθλ, κολυμβητής, -ια μεγάλων αποστάσεων

4. αθλ, σε σκι, σκιέρ αντοχής

fundo 1. α, νομ, αγρόκτημα, αγροτική περιουσία, επειδή έχει φόντο= επιφάνεια μεγάλη

fundar πρχ θέτω επι φόντου> βάσης κάτι

1. ρμ, ιδρύω, θεμελιώνω, Vinicultores alemanes fundaron la ciudad de Anaheim en 1857,

Γερμανοί οινοποιοί ίδρυσαν την πόλη Anaheim το 1857

Los hermanos fundaron su primera pizzería en Ohio,

Τα αδέρφια ίδρυσαν την πρώτη τους πιτσαρία στο Οχάιο

2. μτφ, ραντ, στηρίζω, βασίζω με επιχειρήματα, αποδείξεις,

el juez fundó su sentencia en pruebas contundentes,

ο δικαστής στήριξε την απόφαση του σε αποδείξεις αδιάσειστες

3. fundarse en, βασίζομαι, θεμελιώνομαι, se fundó en documentos de la época,

βασίστηκε σε έγγραφα τις εποχής

4. κατ, στηρίζεται σε, el puente se funda sobre pilares, η γέφυρα στηρίζεται πάνω σε αψίδες

fundación 1. θ, ίδρυση, θεμελίωση, la fundación de una ciudad, η ίδρυση μιας πόλης

2. ίδρυμα

refundar πρχ περι-φοντάρω

1. ρμ, επανιδρύω, Ofelia y su equipo refundaron la asociación para sordos que solíamos tener en la ciudad, Η Οφέλια και η ομάδα της επανίδρυσαν τον σύλλογο κωφών που είχαμε στην πόλη

2. μτφ, αναδιαρθρώνω, αναδομώ ίδρυμα, οργάνωση

refundación 1. θ, επανίδρυση

2. ανα-διάρθρωση, αναδόμηση ιδρύματος, οργάνωσης

fundacional 1. ε, νομ, σχετικός με το ίδρυμα= συστατικός, -ή, -ό, ιδρυτικός, -ή, -ό,

asamblea fundacional, ιδρυτική συνέλευση

fundadamente 1. επρ, τεκμηριωμένα, βάσιμα

fundado, da 1. ε, με φόντο> βάση= βάσιμος, -η, -o, sus sospechas no son fundadas,

οι υποψίες του δεν είναι βάσιμες

fundador, ra 1. ε, α θ, ιδρυτικός, -ή, -ό, ιδρυτής, -ια

un acto fundador, ιδρυτική πράξη

cofundador, ra 1. ε, α θ, συνιδρυτικός, -ή, -ó, συνιδρυτής, -ια

afondar 1. ρμ, βυθίζω

2. ραντ, βυθίζομαι

desfondar πρχ ξε-φοντάρω

1. ρμ, αφαιρώ τον πάτο απο δοχείο, ξε-πατώνω καρέκλα, έπιπλο, τσάντα,

Si se sientan los seis en el sofá, van a desfondarlo,

Αν καθίσουν και οι έξι στον καναπέ, θα τον ξεπατώσουν

Metimos tantas cosas y tan pesadas en el cajón que lo desfondamos,

Βάλαμε τόσα πράγματα και τόσο βαριά στο συρτάρι που το ξεπατώσαμε, σπάσαμε το πάτο

2. αθλ, μτφ, ξεπατώνομαι> εξαντλώ το βάθος αντοχής,

los atletas llegaron desfondados a la meta,

οι αθλητές έφτασαν ξεπατωμένοι, εξαντλημένοι στο τέλος

3. ναυ, ξε-φοντάρω πλοίο= διαπερνά το κάτω μέρος ενός πλοίου,

βυθίζω κάνοντας οπή στα ύφαλα

4. αγρ, οργώνω σε βάθος

5. ραντ, ξε-πατώνομαι για καρέκλα, τσάντα, έπιπλο, διαλύομαι, σχίζομαι

6. αθλ, ξεπατώνομαι, εξαντλούμαι, el corredor se desfondó en la carrera,

o δρομέας εξαντλήθηκε στον αγώνα

7. ναυ, ξε-φοντάρομαι= βυθίζομαι κάνοντας οπή στα ύφαλα ή τρυπάω πάτο,

la barca se desfondó al chocar con una roca,

το σκάφος τρύπησε πάτο όταν χτύπησε σε βράχο

desfonde 1. α, ξε-πάτωμα για καρέκλα, τσάντα, έπιπλο

2. αθλ, για άτομο, εξάντληση

3. ναυ, ξε-φοντάρισμα= βύθιση με οπή στα ύφαλα ή τρύπημα σε πάτο

4. αγρ, βαθύ όργωμα

fundamento πρχ φόντο σε κάτι= βάση

1. α, μτφ, βάση για κάτι, el fundamento de su éxito es la constancia,

η βάση της επιτυχίας του είναι η ευστάθεια, διάρκεια

2. μτφ, λογική, con, sin fundamento, με δίχως λογική

3. μτφ, αξιοπιστία, σοβαρότητα, es un joven con fundamento,

είναι ένας νέος με σοβαρότητα

4. α πλ, αρχές, βάσεις, για επιστήμη, τέχνη, θεωρία, los fundamentos del surrealismo,

οι αρχές του υπερ-ρεαλισμού

5. κατ, θεμέλια

6. εκφ, no tener fundamento, δεν έχει βάση, δεν έχει λογική, δεν στέκει

tener fundamentos para, έχει σοβαρούς λόγους για να

fundamental 1. ε, βασικός, -ή, -ό, el estudio es fundamental para tu formación,

η σπουδές είναι βασικό για την εκπαίδευση σου

2. που είναι βάση για κάτι, θεμελιώδης, -ης, -ες,

la base fundamental de la democracia es la soberanía del pueblo,

η θεμελιώδης βάση της δημοκρατίας είναι η κυριαρχία του λαού

fundamentalismo 1. α, φονταμενταλισμός, συντηρητισμός,

el fundamentalismo de sus ideas políticas es un síntoma de intransigencia,

Ο φονταμενταλισμός των πολιτικών του ιδεών είναι σύμπτωμα αδιαλλαξίας

2. θρη, φονταμενταλισμός

3. σνθ, fundamentalismo católico, protestante, judío, islámico,

καθολικός, προτεσταντικός, εβραϊκός, ισλαμικός φονταμενταλισμός

fundamentalismo ideológico, político, ιδεολογικός, πολιτικός συντηρητισμός

fundamentalista 1. ε, για ιδέες, στάση, φονταμελιστικός, -ή, -ό, αδιάλλακτος, -η, -o

tiene ideas políticas fundamentalistas, έχει φονταμελιστικές πολιτικές ιδέες

2. θρη, ε, α θ, φονταμενταλιστικός, -ή, -ó, φονταμενταλιστής, -ια

3. α θ, αδιάλλακτο, άκαμπτο άτομο

fundamentalmente 1. επρ, βασικά, κυρίως,

afecta fundamentalmente a las mujeres επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες

2. κατ’ ουσίαν, ουσιαστικά, es fundamentalmente bueno, είναι κατ’ ουσίαν καλός

fundamentar

1. ρμ, βασίζω την θέση μου σε κάτι, θεμελιώνω,

fundamentó su argumento en pruebas contundentes,

θεμελίωσε το επιχείρημα του σε αποδείξεις πειστικές

2. στερεώνω, σταθεροποιώ κάτι, el nuevo acuerdo fundamenta la colaboración,

η νέα συμφωνία σταθεροποιεί την συνεργασία

3. κατ, ρίχνω θεμέλια, θεμελιώνω, están fundamentando la casa,

θεμελιώνουν το σπίτι τους

4. θεμελιώνομαι, βασίζομαι σε, la acusación se fundamenta en pruebas,

η κατηγορία βασίζεται σε αποδείξεις

fundamentación 1. θ, θεμελίωση επιχειρήματος

la fundamentación de una teoría, η θεμελίωση μιας θεωρίας

profundizar πρχ προ-φουντάρω= υπερ-βαθύνω ή εμ-βαθύνω

1. ρμ, βαθαίνω κάτι, profundizar el cauce de navegación, βαθαίνω τον δίαυλο ναυσιπλοΐας

Profundizamos el pozo unos diez metros para conseguir más agua,

Εμβαθύναμε το πηγάδι περίπου δέκα μέτρα για να πάρουμε περισσότερο νερό

2. εμβαθύνω, le gusta profundizar las cosas, του αρέσει να εξετάζει σε βάθος τα πράγματα

Para llegar a una conclusión, tenemos que profundizar más en el caso,

Για να καταλήξουμε σε συμπέρασμα, πρέπει να εμβαθύνουμε στην υπόθεση

3. ρα, εμβαθύνω σε μελέτη, γνώσεις, profundizar en un tema, εμβαθύνω σε ένα θέμα

4. εμβαθύνω, προχωρώ σε βάθος, la empresa quiere profundizar en el mercado energético

η εταιρία θέλει να προχωρήσει περισσότερο στην αγορά ενέργειας

profundización 1. θ, εμβάθυνση για μελέτη, γνώσεις

2. εμβάθυνση, προχώρημα σε δραστηριότητα

3. εμβάθυνση, ενίσχυση σε σχέσεις

4. εμβάθυνση εδάφους

profundidad 1. θ, βαθύτητα σε κάτι, βάθος, la profundidad del pozo,

το βάθος του πηγαδιού

2. μτφ, βάθος, conoce el tema en profundidad, γνωρίζει το θέμα σε βάθος

3. μτφ, βαθύτητα σε ένταση, cada día le demuestra la profundidad de su cariño,

κάθε μέρα του δείχνει την βαθύτητα της στοργής του

4. σνθ, profundidad de campo, φωτ, βάθος πεδίου

profundidades 1. θ πλ, μέρος βαθύ, βάθη

profundo, da 1. ε, κυρ, μτφ, προ> βαθύς, -ιά, -ύ, agujero profundo, βαθιά τρύπα

aguas profundas, βαθιά νερά

sueño profundo, βαθύς ύπνος

voz profunda, βαθιά φωνή

mirada profunda, βαθύ βλέμμα

cambio profundo, βαθιά αλλαγή

de profundis 1. α, εκ βαθέων

profundamente 1. επρ, βαθιά, una tradición profundamente arraigada,

μια βαθιά ριζωμένη παράδοση

infundio 1. α, μτφ, πρχ ανευ-φόντου> βάσης= ψευδής φήμη, ψευδείς διαδόσεις

No hagas caso de lo que dice la gente. No son más que infundios,

Μην δίνεις σημασία σε αυτά που λένε οι άνθρωποι. Δεν είναι τίποτα άλλο από φήμες

infundioso, sa 1. ε, α-φοντάριστο= ψευδής, -ής, -ές, ψεύτικος, -η, -ο

infundado, da 1. ε, πρχ α-φοντάριστο= αβάσιμος, -η, -o, αστήρικτος, -η, -o

hondo πρχ φόντο

1. α, μτφ, κοιλάδα

2. επρ, βαθιά, respire hondo, αναπνεύστε βαθιά

hondo, da 1. ε, βαθύς, -ιά, -ύ για έδαφος, νερά, αντικείμενο,

el rio es hondo, το ποτάμι είναι βαθύ

un valle hondo, μια βαθιά κοιλάδα

2. βαθύς, -ιά, -ύ, la sopa se come en platos hondos, η σούπα τρώγεται σε βαθιά πιάτα

3. ψυχικά βαθύς, -ιά, -ύ, έντονος, -η, -o, una honda alegría, μια έντονη χαρά

un hondo pesar, μια βαθιά θλίψη

hondear 1. ρμ, βυθομετρώ, hondear un lago, βυθομετρώ μια λίμνη

2. ξε-φοντάρω= ξε-φορτώνω για πλεούμενο, hondear el barco, ξεφορτώνω το πλοίο

hondamente 1. επρ, βαθιά

hondón πρχ βυθόν

1. α, πάτος, πυθμένας για δοχείο, κοιλάδα

2. μάτι για βελόνα

hondonada 1. θ, εδαφική κοιλότητα, ρεματιά, el arroyo baja por una hondonada,

το ρυάκι κατέβαινε από μια μικρή κοιλότητα

Honduras 1. ονο, Ονδούρα, πρχ βαθιά νερά

hondureñismo 1. α, ονδουρισμός= ιδιωματισμός της Ονδούρας

2. πατριωτικό αίσθημα γηγενών της Ονδούρας

hondureno, ña 1. ε, α θ, ονδουρένιος, -α, -ο

hondura 1. θ, κυρ, μτφ, βάθος, βαθύτητα, La hondura de este pozo lo hace peligroso,

Το βάθος αυτού του πηγαδιού το καθιστά επικίνδυνο,

La hondura de su fe sirvió de consuelo a Teresa cuando su marido falleció,

Το βάθος της πίστης της χρησίμευσε ως παρηγοριά στην Τερέζα όταν πέθανε ο σύζυγός της

2. εκφ, meterse en Honduras, εμβαθύνω υπερβολικά σε ζητήματα που δεν γνωρίζω

ahondar 1. ρμ, κάνω πιο βαθύ κάτι, βαθαίνω, εμβαθύνω, ahondó 5 metros el pozo,

βάθυνε 5 μέτρα το πηγάδι

2. μτφ, βαθαίνω ένταση σε κάτι, οξύνω, la disputa ahondó las diferencias entre los amigos,

η διαφωνία όξυνε τις διαφορές ανάμεσα στους φίλους

3. ahondar en, βαθύνω σε= διεισδύω σε, εισχωρώ σε, las raíces ahondan en la tierra

οι ρίζες εισχωρούν στο χώμα

4. μτφ, εμβαθύνω σε κάτι, ahondar en el tema, εμβαθύνω στο θέμα

ahondamiento 1. α, μτφ, εμβάθυνση σε κάτι

2. βάθεμα σε χώρο

ahonde 1. α, ahondamiento

hundir πρχ φουντάρω= βυθίζω

1. ρμ, βυθίζω, βουτώ κάτι σε υγρό, hundí la pierna en el agua, βούτηξε το πόδι του στο νερό 2. βυθίζω, βουλιάζω πλοίο, la tormenta hundió el barco, η θύελλα βύθισε το καράβι

3. μτφ, βυθίζω =μπήγω, le hundió el cuchillo en el pecho, του έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος

4. βυθίζω μια επιφάνεια= βουλιάζω, el peso del mueble hundió el suelo,

το βάρος του επίπλου βούλιαξε το πάτωμα

5. μτφ, βυθίζω ψυχικά= στεναχωρώ, la noticia le hundió, η είδηση τον βύθισε

6. μτφ, βυθίζω κάποιον= καταστρέφω, el escándalo le hundió, το σκάνδαλο τον βύθισε

7. ραντ, βυθίζομαι, el Titanic se hundió, ο Τιτανικός βυθίστηκε

8. βυθίζομαι για πράγμα, καταρρέω, el techo se hundió por las lluvias,

η οροφή κατέρρευσε από τις βροχές

9. βυθίζομαι για επιφάνεια= βουλιάζω, el asiento se hundió, το κάθισμα βούλιαξε

10. μτφ, βυθίζομαι ψυχικά= θλίβομαι, se hundió tras divorciarse,

βυθίστηκε μετά το διαζύγιο

11. μτφ, βυθίζομαι για κάτι= καταρρέω, la empresa se hundió por las deudas,

η επιχείρηση κατέρρευσε λόγω χρεών

12. βαθουλώνομαι για μάγουλα, μάτια

hundido, da 1. ε, βυθισμένος, -η, -ο ψυχικά, αποκαρδιωμένος, -η, -o,

el divorcio lo dejó hundido, το διαζύγιο τον άφησε βυθισμένο, αποκαρδιωμένο

2. για μέρος του σώματος, βαθουλωμένος, -η, -ο, βαθουλωτός, -ή, -ó,

un anciano de mejillas hundidas, ένας γέροντας με βαθουλωμένα μάγουλα

ojos hundidos, βαθουλωμένα μάτια

hundimiento πρχ βύθισμα

1. α, βύθισμα, βύθιση, βούλιαγμα για πλοίο

2. κατάρρευση για κτίριο

3. κατάρρευση για εταιρία, χρηματιστήριο

4. βούλιαγμα, υποχώρηση για έδαφος, επιφάνεια

5. μπήξιμο, κάρφωμα για καρφί, μαχαίρι

8. λαγούμι

zahondar 1. ρμ, ζα-> από σουμπ> ζουμπ> υπο-, υπο-βαθαίνω την γη= σκάβω

Primero vamos a zahondar la tierra, Πρώτα θα σκάψουμε το χώμα

2. ρα, χώνω τα πόδια στο χώμα

zahúrda 1. θ μτθ θα-ούρ-δα > χοιρίδιο= χοιροστάσιο

2. οικ, μτφ, μέρος βρώμικο, στάβλος

Scroll to Top