FOBIA

FOBIA= ΠΡΧ ΦΟΒΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

fobia 1. θ, φοβία

2. εκφ, coger fobia a algo, αναπτύσσω φοβία για κάτι

tener fobia a algo, έχω φοβία για κάτι

-fobia, -fobos, ba 1. επθ, -φοβία, φοβικός, -ή, -ό, androfobia, ανδροφοβία

fóbico, ca 1. ε, α θ, ψυχ, πάσχων απο φοβία, φοβικός, -ή, -ό

2. ε, ψυχ, σχετικός με φοβία, φοβικός, -ή, -ό

3. ε, ψυχ, που προκαλεί φοβία, φοβικός, -ή, -ό

fotofobia 1. θ, ιατ, φωτοφοβία

fotófobo, ba 1. ε, α θ, ιατ, φωτοφοβικός, -ή, -ó

Scroll to Top