FLUIR= ΗΧΜ ΦΛΟΥ> ΡΟΗ ΥΓΡΟΥ, ΠΡΧ Φ-ΛΟΥΙΡ> Π-ΛΕΩ,
ΠΡΧ ΦΛΟΥ= ΧΑΛΑΡΟ, ΠΡΧ ΦΛΟΚΑΤΗ> ΧΑΛΑΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
flictena 1. θ, ιατ, φλύκταινα
teflón 1. α, τεφλόν
fluencia πρχ, ηχμ φλου= ροή
1. θ, ροή, διαρροή υγρού, αερίου
2. εκροή, εύκολη ροή για λέξη, ιδέα,
3. φσκ, ροή
4. πράξη και αποτέλεσμα του fluir
fluir 1. ρα, ρέω, κυλώ για υγρό, αέριο, El agua del río fluye hacia el lago,
Το νερό του ποταμού ρέει στη λίμνη
2. διεξάγομαι ομαλά για ροή κίνησης
3. ρέω για λέξεις, σκέψεις, ιδέες, las ideas fluían de su mente con rapidez,
Οι ιδέες έρρεαν γρήγορα από το μυαλό του
4. μτφ, ρέω, κυλάω, la cola del cine fluía sin problemas,
Η ουρά του σινεμά κυλούσε ομαλά, χωρίς προβλήματα
fluente, fluyente 1. ε, ρευστός, -ή, -ό, τρεχούμενος, -η, -ο
2. μτφ, που ρέει, hay una comunicación fluente y eficiente entre nuestros empleados,
υπάρχει μια ευχάριστη και αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των εργαζομένων μας
fluidez 1. θ, ρευστότητα, ροή για υγρό
2. ροή σε κίνηση, ομαλότητα, La niebla está reduciendo la fluidez del tráfico,
Η ομίχλη μειώνει τη ροή της κυκλοφορίας
3. ευχέρεια, ευφράδεια, Tu pronunciación es perfecta, pero tienes que mejorar la fluidez,
Η προφορά σου είναι τέλεια, αλλά πρέπει να βελτιώσεις την ευχέρειά σου
fluido, da 1. ε, ρευστός, -ή, -ó για υγρό, αέριο
2. ομαλός, -ή, -ó για κίνηση, la circulación es fluida en toda la ciudad,
Η κυκλοφορία είναι ομαλή, διεξάγεται ομαλά σε όλη την πόλη
3. ευφραδής, -ής, -ές, ευχάριστος, -η, -ο για γλώσσα, ομιλία, ύφος,
su fluido discurso agradó al público, Η ευχάριστη ομιλία του ευχαρίστησε το κοινό
4. ομαλός, -ή, -ό για σχέσεις
fluido 1. α, ρευστό
2. ηκλ, ρεύμα, han cortado el fluido por la tormenta,
έχουν διακόψει το ρεύμα λόγω της καταιγίδας
3. σνθ, fluido eléctrico, ηλεκτρικό ρεύμα
fluidización 1. θ, χημ, ρευστοποίηση
flujo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του fluir, ροή, el flujo de agua, η ροή του νερού
καταρροή, Los síntomas del paciente son dolor de garganta, jaqueca y flujo nasal,
Τα συμπτώματα του ασθενούς είναι πονόλαιμος, ημικρανία και καταρροή
2. ανερχόμενη πλημμυρίδα στην θάλασσα, el flujo del mar
3. πλφ, ροή, El flujo de datos llevó la policía a la dirección IP del hacker,
Η ροή δεδομένων οδήγησε την αστυνομία στη διεύθυνση IP του χάκερ
4. φσκ, ρευστοποιητής
5. οκν, ροή
6. σνθ, flujo blanco, ιατ, λευκόρροια
flujo de caja, ταμειακή ροή, ταμειακά διαθέσιμα
flujo de fondos, de tesorería, ροή κεφαλαίων, ταμειακή ροή, ταμειακά διαθέσιμα
flujo luminoso, magnético, φσκ, φωτεινή, μαγνητική ροή
flujo menstrual, vaginal, εμμηνορυσία, εμμηνόρροια, κολπόρροια
afluir 1. ρα, συρρέω προς ένα μέρος, la gente aflue al estadio,
ο κόσμος συρρέει προς το στάδιο
2. συρρέω, χύνομαι για υγρό, Estos riachuelos afluyen al río en distintos puntos de su curso,
Αυτά τα ρέματα χύνονται στον ποταμό σε διαφορετικά σημεία κατά μήκος της πορείας του
3. εκ-ρέω για ποταμό = εκβάλλω, el Tajo afluye al Atlántico, o Τάχο εκβάλλει στον Ατλαντικό
el Francolí afluye al Ebro, ο Φρανκολί εκβάλλει στον Έβρο
4. καταλήγω για δρόμο, la calle Nadal afluye a la plaza,
η οδός Ναδαλ καταλήγει στην πλατεία
afluencia 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του afluir, εισροή, συρροή, εκβολή,
La deforestación aumentó la afluencia de agua de lluvia,
Η αποψίλωση των δασών αύξησε την εισροή όμβριων υδάτων
προσέλευση, La directora espera una gran afluencia al estreno de su más reciente película,
Η σκηνοθέτης αναμένει μεγάλη προσέλευση στην πρεμιέρα της τελευταίας της ταινίας
2. συρροή απο κάτι, αφθονία, la afluencia de ofertas, η συρροή προσφορών
3. μτφ, συρροή λέξεων= ευγλωττία, ευφράδεια
4. οκν, εισροή, Los economistas estaban sorprendidos ante la afluencia de capital extranjero,
Οι οικονομολόγοι εξεπλάγησαν από την εισροή ξένων κεφαλαίων
5. ευημερία, si naces en la afluencia no puedes entender qué es vivir en la privación,
αν γεννηθείς στην ευημερία δεν μπορείς να καταλάβεις πώς είναι να ζεις μέσα σε στέρηση
afluente 1. ε, παραποτάμιος, -α, -o για παραπόταμο, ποταμό
2. εύγλωττος, -η, -o, ευφραδής, -ής, -ές για άτομο, γλώσσα
3. α, παραπόταμος, este río es afluente del Ebro, αυτός είναι παραπόταμος του Έβρου
aflujo 1. α, αυξημένη ροή, aflujo de sangre, αυξημένη ροή αίματος
confluir 1. ρα, συρ-ρέω= συμβάλλω, συγκλίνω, συναντιέμαι, για ποτάμια, ροές νερού,
los arroyos confluyeron en la cabeza del valle, creando un cauce mayor,
Τα ρέματα συνέκλιναν στην κορυφή της κοιλάδας, δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο κανάλι,
En el mar de Alborán confluyen el mar Mediterráneo y el océano Atlántico,
Στη Θάλασσα του Αλμποράν συναντώνται η Μεσόγειος Θάλασσα και ο Ατλαντικός Ωκεανός
2. συρ-ρέω= συγκλίνω για δρόμους, Todas las carreteras del país confluyen en la capital,
Όλοι οι αυτοκινητόδρομοι της χώρας συγκλίνουν στην πρωτεύουσα
3. συρρέω προς ενα μέρος, σημείο, για άτομα, πράγματα,
En la plaza confluyeron miles de personas con el fin de manifestarse, συγκεντρώνομαι,
Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην πλατεία για να διαδηλώσουν
4. συγκλίνω για κουλτούρες, ενδιαφέροντα, γνώμες, ενώνομαι,
Ambas filosofías confluyen en la búsqueda del bien comunitario,
Και οι δύο φιλοσοφίες συγκλίνουν στην αναζήτηση του κοινού καλού
confluyente 1. ε, για ποταμούς, συμβάλλων, -ουσα, -ον
2. για δρόμους, συμβάλλων, -ουσα, -ον
3. για κουλτούρες, ενδιαφέροντα, γνώμες συγκλίνων, -ουσα, -ον
confluente 1. ε, συγκλίνων, -ουσα, -ον, συρρέων, -ουσα, -ον
confluencia 1. θ, συμβολή ποταμών, La confluencia de los ríos Arve y Ródano en Ginebra crea una mezcla de colores, Η συμβολή των ποταμών Αρβε και Ρόντανο στη Γενεύη δημιουργεί ένα μείγμα χρωμάτων
2. συμβολή δρόμων, hay una rotonda en la confluencia de los dos caminos,
υπάρχει ένας κυκλικός κόμβος στη συμβολή των δύο δρόμων
3. συρροή ατόμων
4. σύγκλιση για κουλτούρες, ενδιαφέροντα, γνώμες
5. πράξη του confluir
difluir 1. ρα, διαχέω για υγρό
2. γεω, διαχέεται ποτάμι σε διακλάδωση
difluencia 1. θ, διακλάδωση ποταμού
difluente 1. ε, μετ = διάχυτος, -η, -ο
efluente 1. α, εκ-ροή απο εργοστάσιο= σιταγωγός τάφρος
2. βραχίωνας ποταμού
efluvio 1. α, κυρ, εκροή μικρότατων σωματιδίων, ευωδία
2. μτφ, απόρροια, εκροή μη υλικών, εκπήγαση αύρας
refluir 1. ρα, ρέω αντίστροφα, παλινδρομώ, La función de la válvula es impedir que el fluido refluya hacia la cámara, Η λειτουργία της βαλβίδας είναι να εμποδίζει ώστε το υγρό να ρεύσει πίσω στον θάλαμο
2. μτφ, υπερρέω σε κάτι, για όφελος ή ζημιά
reflujo 1. α, αναρροή
2. άμπωτη, El reflujo llevó a la pelota hacia el mar,
Η άμπωτη πήρε τη μπάλα προς τη θάλασσα
influir πρχ εν-φλουιρ> εν-πλεω> επη-ρεάζω
1. ρα, για πράγμα, επηρεάζω, ασκώ επιρροή, influir en, sobre algo, alguien
la luz influye sobre la vegetación, το φώς επηρεάζει επι της βλάστησης
El lenguaje influye en nuestra percepción de la realidad,
Η γλώσσα επηρεάζει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα
2. ρμ, επηρεάζω, a ella no la influye nadie, αυτή δεν την επηρεάζει κανείς
Le influye demasiado la opinión de los demás,
Τον επηρεάζει υπερβολικά η άποψη των άλλων
influente 1. ε, επηρεάζων, -ουσα, ασκών, -ούσα επιρροή, που που ασκεί επιρροή
influenciable 1. ε, επηρεάσιμος, -η, -ο, αυτός που επιδέχεται επηρεασμό
influenciar 1. ρμ, επηρεάζω, Dicen que ganó el concurso porque tenía contactos que influenciaron al jurado, Λένε ότι κέρδισε τον διαγωνισμό επειδή είχε επαφές που επηρέασαν την κριτική επιτροπή
influencia 1. θ, επιρροή, επήρεια σε κάποιον, κάτι,
ejerce una gran influencia sobre su hermano, ασκεί μεγάλη επιρροή στον αδελφό του
el escándalo tuvo gran influencia sobre el resultado de las elecciones,
το σκάνδαλο είχε μεγάλη επιρροή στα αποτελέσματα των εκλογών
influencias 1. θ πλ, άτομο με επιρροές, γνωριμίες,
Consiguió el puesto porque tiene influencias en la empresa
Πήρε τη δουλειά γιατί έχει γνωριμίες στην εταιρεία, λόγω των γνωριμιών που έχει
influenza 1. θ, γρίπη, ινφλουέντσα
2. σνθ, influenza aviaria, γρίπη των πτηνών
influjo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του influir, επιρροή, επίδραση,
El influjo del inglés en el castellano que hablamos actualmente es evidente,
Η επίδραση των αγγλικών στα ισπανικά που μιλάμε σήμερα είναι εμφανής
2. σνθ, influjo de marea, ροή, ρεύμα άμπωτης, παλίρροιας
influyente 1. ε, σημαίνων, -ουσα, -ον, που επηρεάζει, ασκεί επιρροή
subafluente 1. α, πρχ υπο-πλέων= παραπόταμος
superfluo, a 1. ε, πρχ υπερ-πλέον= επιπλέον, περιττός, -ή, -ό
su novela prescinde de todo adorno superfluo,
το μυθιστόρημα του αποκόβει απο κάθε στολίδι επιπλέον
Tenemos que evitar los gastos superfluos a toda costa,
Πρέπει να αποφύγουμε τα περιττά έξοδα πάση θυσία
superfluidad 1. θ, υπερ-πλεότητα σε κάτι= ιδιότητα περιττού
superfluamente 1. επρ, επι-πλεόντως= άσκοπα, περιττά
fluidificar 1. ρμ, ρευστοποιώ ουσία, υγρό
2. ομαλοποιώ κίνηση, κυκλοφορία
3. ομαλοποιώ σχέση
fluctuar 1. ρα, πλέω στα κύματα κινούμενος απο αυτά,
el barco fluctuaba por el oleaje, η βάρκα έπλεε απο τα κύματα
2. μτφ, που κινδυνεύει να χαθεί, σαν να πλέει σε κύματα, κυμαίνεται,
la economía fluctúa de forma peligrosa, η οικονομία κυμαίνεται με τρόπο επικίνδυνο, παρουσιάζει επικίνδυνες διακυμάνσεις
3. ταλαντεύομαι, αμφιταλαντεύομαι, διστάζω, για κάτι, σαν να πλέω σε κύματα,
fluctuaba entre aceptar o negarse, ταλαντευόταν ανάμεσα στο να δεχτεί ή να αρνηθεί
4. για κάτι που αλλάζει διαρκώς, μτφ, los precios fluctúan, οι τιμές παίζουν,
Los mercados siguieron fluctuando a lo largo de la semana,
Οι αγορές συνέχισαν να παρουσιάζουν διακυμάνσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της εβδομάδας
fluctuación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του fluctuar
2. διακύμανση, La fluctuación de los precios, Η διακύμανση των τιμών
3. ταλάντευση απόφασης, αμφιταλάντευση, αναποφασιστικότητα ,
Tu fluctuación te impide actuar. Decídete de una buena vez,
Η αναποφασιστικότητα σου σε εμποδίζει να ενεργήσεις. Αποφάσισε επιτέλους
fluctuante 1. ε, κυμαινόμενος, -η, -ο
flojel πρχ φλόκι= χνούδι φλοκάτης
1. ορν, πούπουλο πτηνού
2. χνούδι απο πανί, flojel de paño
flúor 1. α, πρχ φθόριο
fluoración 1. θ, χημ, τχν, φθορίωση
fluorado, da 1. ε, φθοριούχος, -ος, -o
fluorescencia 1. θ, φθορισμός
fluorescente 1. ε, φθορίζων, -ουσα, -ον, rotulador fluorescente,
μαρκαδόροι φωσφοριζέ, υπογράμμισης
2. α, σωλήνας λάμπα φθορισμού
fluorhidrato 1. α, υδροφθόριο
fluorhídrico 1. ε, υδροφθορικός, -ή, -ó
fluorina 1. θ, φθορίτης, αργυροδάμας
fluorita 1. θ, φθορίτης, αργυροδάμας
fluoroscopio 1. α, ακτινοσκόπιο
fluoruro 1. α, φθοριούχα άλατα
flux 1. α, φλος σε χαρτιά
fluxión 1. θ, ιατ, συγκέντρωση υγρών στο σώμα, από παθολογικά αίτια
2. ιατ, ρινική συμφόρηση, καταρροή
fluvial 1. ε, ποτάμιος, -α, -o, ποταμίσιος, -α, -o, του ποταμού
2. ποτάμιος, -α, -o για πανίδα, fauna fluvial
fluvioglacial 1. ε, ποταμοπαγετώδης, -ης, -ες
fluviómetro 1. α, μετρητής στάθμης νερού ποταμών
flojedad, flojera πρχ φλού, χαλαρότητα
1. θ, σωματική αδυναμία, ατονία, λήθαργο, Esta medicina puede causar algo de flojedad,
Αυτό το φάρμακο μπορεί να προκαλέσει κάποια αδυναμία
2. ψυχική απάθεια, αδιαφορία
3. νωθρότητα, ραθυμία, τεμπελιά στην δουλειά
Leila es brillante. Si no fuera por su flojedad, estaría la directora,
Η Λέιλα είναι πανέξυπνη. Αν δεν ήταν η τεμπελιά της, θα ήταν η διευθύντρια
flojo, ja πρχ φλου, χαλαρός
1. ε, χαλαρός, -ή, -ó για υλικό, όχι σφιχτό, nudo flojo, κόμπος χαλαρός
Tengo un botón flojo en la camisa, Έχω ένα χαλαρό κουμπί στο πουκάμισό μου
2. φαρδύς, -ιά, -ύ για επίδεσμο,
3. για ρούχο, μεγάλος, -η, -o, φαρδύς, -ιά, -ύ, esta falda me queda floja,
αυτή η φούστα μού πέφτει λίγο μεγάλη, φαρδιά
Esa camisa está demasiado floja. Αυτό το πουκάμισο είναι πολύ φαρδύ
2. με λίγη ποιότητα, χαλαρός, -ή, -ό, película floja, ταινία χαλαρή
3. για άτομο χωρίς σθένος, εξασθενημένος, -η, -o, la enfermedad le ha dejado flojo,
η αρρώστια με άφησε εξασθενημένο
ή τεμπέλικος, -η, -ο, No seas tan flojo. Vamos por la escalera en lugar del elevador,
Μην είσαι τόσο τεμπέλης. Πάμε απο τις σκάλες αντί για το ασανσέρ
4. χωρίς ένταση, για ποτό, ελαφρύς, -ιά, -ύ, vino flojo, ελαφρύ κρασί
Este café está flojo. Le puse demasiada agua,
Αυτός ο καφές είναι αδύναμος. Του έβαλα πολύ νερό
5. για ήχο, άνεμο, ασθενής, -ής, -ές, Será una linda tarde en la playa con un viento flojo,
Θα είναι ένα ωραίο απόγευμα στην παραλία με ελαφρύ αέρα
6. για δουλειά, απόδοση, μέτριος, -α, -ο, πεσμένος, -η, -ο, αδύναμος, -η, -ο,
Carolina está floja en español, pero le va bien en las matemáticas,
Η Καρολίνα είναι αδύναμη στα ισπανικά, αλλά τα πάει καλά στα μαθηματικά
7. α θ, τεμπέλης, -α, νωθρός, -ή, ράθυμος, -η
aflojar 1. ρμ, ραντ, χαλαρώνω το σφίξιμο σε κάτι, aflojar una cuerda, χαλαρώνω ενα σχοινί
Aflojé el collar de mi perro porque le apretaba mucho el cuello
Χαλάρωσα, έλυσα το κολάρο του σκύλου μου γιατί του έσφιγγε πολύ το λαιμό του
se ha aflojado el cinturón, έχει ξεσφίξει, χαλαρωθεί η ζώνη
2. μτφ, χαλαρώνω την πίεση σε κάτι, μειώνω, han aflojado las medidas de seguridad, χαλάρωσαν τα μέτρα ασφαλείας
3. μτφ, χαλαρώνω την τσέπη μου, το χέρι μου= δίνω χρήμα, επιστρέφω τα χρωστούμενα,
σκάω το χρήμα, afloja lo que me debes, κατέβαινε αυτά που μου χρωστάς
Susana no aflojó ni un centavo para la fiesta de Halloween,
Η Σουζάνα δεν έδωσε ούτε σεντ για το πάρτι του Χαλογουιν
4. μτφ, χαλαρώνω, Los gimnastas aflojaron los músculos antes de comenzar su rutina,
Οι αθλήτριες χαλάρωσαν τους μυς τους πριν ξεκινήσουν τη ρουτίνα τους
Lucía aflojó el paso en los últimos kilómetros de la carrera,
Η Λουτσία χαλάρωσε το βήμα της, επιβράδυνε στα τελευταία χιλιόμετρα του αγώνα
5. ρα, χαλαρώνει η ένταση σε κάτι, ελαττώνομαι, υποχωρώ,
el calor ha aflojado, ελαττώθηκε η ζέστη, fe que afloja, πίστη που αποδυναμώνεται
Llovió el día entero hasta que la tormenta por fin aflojó durante la noche,
Έβρεξε όλη τη μέρα έως ότου η καταιγίδα τελικά υποχώρησε κατά τη διάρκεια της νύχτας
aflojamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του aflojar
flojear 1. ρα, χαλαρώνω σε δυνάμεις, εξασθενώ, ατονώ,
Estoy envejeciendo, y me están flojeando las rodillas,
Γερνάω, και τα γόνατά μου εξασθενούν
2. μειώνομαι, πέφτω, χαλαρώνω για πωλήσεις, δουλειά
3. τεμπελιάζω σε δουλειά, los empleados flojean mucho,
οι εργαζόμενοι τεμπελιάζουν πολύ
4. εξασθενώ, ατονώ για μνήμη
5. παλιώνω για ταινία, βιβλίο
6. flojear en, είμαι χαλαρός, αδύνατος σε, flojea en matemáticas,
είναι αδύνατος στα μαθηματικά