FEO= ΠΡΧ AMORFO> FEO> ΑΜΟΡ-ΦΟΣ> ΑΣΧΗΜΟΣ, ΠΡΧ Α-ΦΙΑΚΤΟΣ> ΑΣΧΗΜΟΣ,
ΗΧΜ ΦΟΥ ΑΗΔΙΑΣ ΓΙΑ ΚΑΤΙ, ΟΤΑΝ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΑΣΧΗΜΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
feo, a πρχ άμορ-φος ή ηχμ φου, οταν βλέπουμε κάτι άσχημο
1. α θ, άσχημο άτομο, tu hermano es feo, ο αδερφός σου είναι άσχημος
2. ε, άσχημος, -η, -o σε όψη, El vestido que se puso Jen es muy feo,
Το φόρεμα που φόρεσε η Τζεν είναι πολύ άσχημο
3. για προοπτική, που δείχνει κακή εξέλιξη, άσχημος, -η, -o,
esta herida tiene un feo aspecto, αυτή η πληγή έχει μια άσχημη όψη,
3. για πράξη, άσχημος, -η, -o, cuando me vio me hizo un gesto feo,
όταν με είδε έκανε μια άσχημη χειρονομία
4. μτφ, άσχημος, -η, -o, βρωμερός, -ή, -ó, El ambiente en la oficina está muy feo hoy,
Η ατμόσφαιρα στο γραφείο είναι πολύ άσχημη σήμερα
está metido en un asunto muy feo, είναι χωμένος σε μια βρωμοδουλειά
5. εκφ, ponerse feo, για κατάσταση, εξέλιξη σε κάτι, παίρνω άσχημη τροπή
ή για καιρικές συνθήκες, καιρό, χαλάω, γίνομαι άσχημος
El tiempo se puso feo que no fuimos a la playa,
Ο καιρός έγινε άσχημος και δεν πήγαμε στην παραλία
quedar feo, κάθεται άσχημα, queda feo que no le invitemos,
είναι άσχημο να μην τον καλέσουμε
tocarle a alguien bailar con la más fea, οικ, τυχαίνει σε έναν να χορέψει με την πιο άσχημη= μου τυχαίνει να λύσω το χειρότερο ή πολύ δύσκολο, βγάζω το φίδι από την τρύπα,
a mi siempre me toca bailar con la más fea, πάντα εγώ βγάζω το φίδι από την τρύπα
feo 1. α, ασχήμια, σαν πράξη προς κάποιον, προσβολή, περιφρόνηση
le hizo un feo muy grande al no presentarse, τον περιφρόνησε με το να μην παρουσιαστεί
2. ασχήμια εμφάνισης, μη ελκυστικότητα εμφάνισης
3. εκφ, hacerle un feo a alguien, κάνω σε κάποιον ασχήμιες= φέρομαι κατά τρόπο μειωτικό απέναντι σε κάποιον, προσβάλλω
(ser) de un feo que asusta, οικ, είναι άσχημος που τρομάζει= είμαι αποκρουστικός, έκτρωμα, τέρας ασχήμιας
fealdad 1. θ, ασχήμια εμφανισιακά, σε όψη, la fealdad de estas imágenes es evidente,
Η ασχήμια αυτών των εικόνων είναι εμφανής
2. ασχήμια σαν πράξη, άσχημο, εξευτελισμός, μικροπρέπεια,
ha sido una fealdad por tu parte decirle eso, Ήταν άσχημο εκ μέρους σου να το πεις αυτό
feamente 1. επρ, άσχημα εμφανισιακά
2. αναξιοπρεπώς, εξευτελιστικά
feúcho, cha, feúco, ca 1. ε, οικ, υτμ, πρχ αμορ-φούτσικο ή άφιακτο= ασχημομούρης, -α, -ικο
feísmo 1.α, τεχ, αμορ-φισμός= καλλιτεχνικό ή λογοτεχνικό ρεύμα που δίνει αισθητική αξία στο άσχημο
afear 1. ρμ, ασχημαίνω εμφανισιακά, ese peinado le afea el rostro,
αυτό το το χτένισμα του ασχημαίνει το πρόσωπο
No te pongas ese sombrero. Te afea, Μη φοράς αυτό το καπέλο. Σε κάνει άσχημο.
Pienso que el bótox le afeó el rostro, Νομίζω ότι το μπότοξ της ασχήμυνε το πρόσωπό
2. μτφ, κρίνω ως άσχημο κάτι= επιτιμώ, επικρίνω, καταδικάζω συμπεριφορά,
El gerente afeó el trato descortés del mesero y nos pidió perdón.
Ο διευθυντής επέκρινε την αγενή μεταχείριση του σερβιτόρου και μας ζήτησε συγγνώμη,
3. ραντ, ασχημαίνω, se ha afeado mucho, έχει ασχημύνει πολύ
afeamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του afear, παραμόρφωση, ασχήμια εμφανισιακή
2. μτφ, επιτίμηση, επίκριση, ψόγος
afeador, ra 1. ε, που ασχημαίνει εμφανισιακά
2. μτφ, επιτιμητικός, -ή, -ó, επικριτικός, -ή, -ό
fétido, da 1. ε, πρχ φεο> φετιδο, ηχμ φου, όταν μυρίζουμε κάτι άσχημο,
δύσοσμος, -η, -ο, δυσώδης, -ης, -ες,
¿Qué es ese olor fétido? – Estamos acercandonos al pantano,
Τι είναι αυτή η άσχημη μυρωδιά; – Πλησιάζουμε στο βάλτο
fetidez ηχμ φου, όταν μυρίζουμε κάτι άσχημο
1. θ, δυσωδία, δυσοσμία, κακοσμία,
no soporto la fetidez del cubo de la basura, δεν αντέχω την δυσωδία του κάδου σκουπιδιών
hedor πρχ αηδία οσμής, μυρωδιάς ή δυσ-ωδία> αντίθετο ευ-ωδίας
1. α, δυσοσμία, δυσωδία, βρώμα, μπόχα
hedentina 1. θ, δυσοσμία, δυσωδία
2. δύσοσμο μέρος, αχούρι
heder 1. ρα, πρχ δυσ-ωδίζω= μυρίζω άσχημα, βρωμάω, βρωμοκοπάω,
Este queso hiede. ¿Estás seguro de que podemos comerlo?
Αυτό το τυρί μυρίζει. Είσαι σίγουρος πως μπορούμε να το φάμε;
2. μτφ, για κάτι που δεν αντέχεται πλέον, εκνευρίζω, ενοχλώ, αηδιάζω με τον τρόπο μου, ¡Basta de tantas preguntas! Realmente comienzas a heder.
Αρκετά με τόσες ερωτήσεις! Πραγματικά αρχίζεις να αηδιάζεις,
este asunto ya hiede, αυτό το θέμα πλέον εκνευρίζει
3. heder a, δυσ-ωδίζω προς= έχω άσχημη μυρωδιά, βρωμάω, βρωμοκοπάω,
el agua hedía a azufre, το νερό βρωμοκοπούσε θείο
hediento, ta 1. ε, δυσώδης, -ες, -η, δύσοσμος, -η, -ο, βρωμερός, -ή, -ό, βρομερός, -ή, -ό
hediondez 1. θ, δυσωδία, δυσοσμία, βρώμα, μπόχα
hediondo 1. α, βοτ, λευκαγκαθιά
hediondo, da 1. ε, δύσοσμος, -η, -ο, δυσώδης, -ες, -η, βρωμερός, -ή, -ό,
Los trabajadores bajaron a las alcantarillas hediondas,
Οι εργάτες κατέβηκαν στους δυσώδεις υπονόμους
2. που προκαλεί ηθική αηδία, πρχ αηδιαστικός, -ή, -ό, ανήθικος, -η, -ο
su mirada hedionda me enoja, η αηδιαστική του ματιά με ενοχλεί
3. μτφ, ενοχλητικός, -ή, ό, εκνευριστικός, -ή, -ό, ανυπόφορος, -η, -ο, αφόρητος, -η, -ο,
¿Por qué siempre contestas con ese tono agresivo? ¡Eres hediondo!,
Γιατί απαντάς πάντα με αυτόν τον επιθετικό τόνο; Είσαι εκνευριστικός!