FENESTRA= ΠΡΧ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ> ΠΑΡΑΘΥΡΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
fenestra, finiestra 1. θ, παράθυρο
defenestrar 1. ρμ, εκπαραθυρώνω, πετάω απο παράθυρο κάποιον,
El ladrón defenestró al hombre que lo descubrió robando,
Ο κλέφτης εκπαραθύρωσε τον άνδρα που τον ανακάλυψε να κλέβει
2. μτφ, καθαιρώ, παύω από αξίωμα, θέση, απολύω, αντικαθιστώ,
El director defenestró al jefe de mercadotecnia por vender información a la competencia,
Ο διευθυντής απέλυσε τον υπεύθυνο μάρκετινγκ επειδή πούλησε πληροφορίες στον ανταγωνισμό
defenestración 1. θ, εκπαραθύρωση
2. μτφ, καθαίρεση, παύση από αξίωμα, θέση, απόλυση, αντικατάσταση