FAMILIA = ΦΑΜΙΛΙΑ> ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
familia πρχ φαμίλια
1. θ, σύνολο ατόμων που ζουν μαζί, οικογένεια, se lleva muy bien con su familia,
τα πάει πολύ καλά με την οικογένεια του
2. σύνολο ατόμων με οικογενειακούς δεσμούς συγγενείας, σόι, οικογένεια,
su novia es una chica de familia aristocrática,
η κοπέλα του είναι από οικογένεια αριστοκρατική
3. παιδιά ή απόγονοι, no tiene familia, δεν έχει απογόνους,
aunque es muy joven, ya tiene familia, αν και είναι νέος, ήδη έχει παιδιά
4. μτφ, σύνολο από άτομα με κοινή συνθήκη, άποψη, τάση, la familia universitaria,
οι πανεπιστημιακή οικογένεια
5. μτφ, σύνολο από αντικείμενα με κοινά χαρακτηριστικά, οικογένεια,
estudia la familia de lenguas románicas, μελετάει την οικογένεια των ρωμανικών γλωσσών
6. μτφ, οικ, σύνολο ατόμων με φιλία, οικογένεια
7. βιο, οικογένεια
8. σνθ, familia monoparental, μονογονεϊκή οικογένεια
familia numerosa, πολυμελής οικογένεια
9. εκφ, acordarse de la familia de alguien, ειρ, πρχ, θυμάμαι την φαμίλια κάποιου=
περνάω κάποιον γενεές δεκατέσσερις
ser como de la familia, είναι της οικογένειας
de buena familia, από καλή οικογένεια
en familia, οικογενειακώς, lo celebraron en familia, το εόρτασαν οικογενειακώς
la familia política, τα πεθερικά
familiar 1. ε, της οικογένειας, οικογενειακός, -ή, -ó, hoy tienen una cena familiar,
σήμερα έχουν ένα οικογενειακό δείπνο
2. για την οικογένεια, οικογενειακός, -ή, -ó, en envase familiar, σε οικογενειακή συσκευασία
compraron un coche familiar, αγόρασαν ένα αμάξι οικογενειακό
3. για πράγμα ή άτομο με οικειότητα, οικείος, -α, -ό, σαν σε οικογένεια,
es fácil hablar con ella, es una persona muy familiar,
είναι εύκολο να μιλήσεις μαζί του, είναι ένα άτομο πολύ οικείο
ή που μου είναι γνωστός, -ή, -ο, esta canción me es muy familiar,
αυτό το τραγούδι μου είναι οικείο,
su cara me resulta familiar, το πρόσωπο του μου είναι γνωστό
4. α, άτομο οικογενειακό= συγγενής, mañana voy a la boda de un familiar,
αύριο θα πάω στο γάμο ενός συγγενή
familiaridad 1. θ, οικειότητα, me saludó con familiaridad, με χαιρέτησε με οικειότητα
2. οικειότητα σε ένα θέμα, λόγω ασχολίας, μελέτης σε αυτό, γνώση,
el profesor tenía gran familiaridad con la cultura china,
ο καθηγητής είχε μεγάλη οικειότητα με την κινέζικη κουλτούρα
3. για άτομο που ενεργεί με άνεση σε κάτι ή κάπου, οικειότητα, εξοικείωση,
Ella se movía con familiaridad en aquel ambiente,
Αυτή κινούταν με οικειότητα σε εκείνο το περιβάλλον
4. συγγένεια ανάμεσα σε άτομα, πράγματα
familiaridades 1. θ πλ, οικειότητες, υπερβολική εμπιστοσύνη στην φιλία, παρέα,
No permito familiaridades a nadie, δεν επιτρέπω οικειότητες σε κανέναν
paterfamilias 1. α, πάτερ-φαμίλιας, κεφάλι, αρχηγός οικογενείας
familiarizar 1. ρμ, εξοικειώνω κάποιον ή ένα ζώο με μια συνήθεια,
su afición a los mitos la ha familiarizado con la lectura,
το πάθος του για τους μύθους την έχει εξοικειώσει με την ανάγνωση
2. ραντ, familiarizarse con, εξοικειώνομαι με κάποιον ή με μια συνήθεια,
se ha familiarizado con sus nuevos pacientes, έχει εξοικειωθεί με τους νέους ασθενείς,
se ha familiarizado con el ordenador, έχει εξοικειωθεί με τον υπολογιστή
familiarizado, da 1. ε, εξοικειωμένος, -η, -ο, συνηθισμένος, -η, -ο σε κάτι ή με κάποιον,
Si el animal no está familiarizado con nosotros puede reaccionar de muchas maneras,
Εάν το ζώο δεν είναι εξοικειωμένο μαζί μας, μπορεί να αντιδράσει με πολλούς τρόπους,
El hombre medieval estaba familiarizado con la idea de la muerte,
Ο μεσαιωνικός άνθρωπος ήταν εξοικειωμένος με την ιδέα του θανάτου
familiarmente 1. επρ, οικογενειακά
2. μτφ, μεταξύ γνωστών, κοινώς, μεταξύ ατόμων, οικείως,
Son 150 años de historia de el metro más grande de Europa, conocido familiarmente como The Tube por los londinenses,
Υπάρχουν 150 χρόνια ιστορίας του μεγαλύτερου μετρό στην Ευρώπη, γνωστό κοινώς ως The Tube από τους Λονδρέζους
familión 1. α, οικ, πρχ φαμιλι-άρα= πολυμελής οικογένεια
subfamilia 1. θ, βιο, υποοικογένεια
unifamiliar 1. ε, μονο-οικογενειακός, -ή, -ό
fámula, lo 1. α θ, πρχ παιδί της φαμίλιας= υπηρέτης, -ια
famulato, famulicio 1. α, υπηρετικό προσωπικό
2. επάγγελμα υπηρέτη
fámulo 1. α, θρη, δόκιμος μοναχός
fa 1. α, μσκ, νότα φα
2. σνθ, fa mayor, menor, φα ματζόρε, μινόρε
solfa πρχ νότες σολ-φα
1. θ, μσκ, σολφέζ, ανάγνωση μουσικής
2. σύστημα σημείων της μουσικής
3. οικ, μτφ, πρχ σολ-φα> (κ)συλο-φο(ρτιο) = ξυλοφόρτωμα
4. εκφ, poner algo en solfa, οικ, θέτω κάτι σε σολφεζ (μουσικο-ποιώ) = γελοιοποιώ κάτι
tomarse algo a solfa, οικ, παίρνω κάτι στα αστεία, σαν να λέω σολ-φα (νότες μουσικής)
a punto de solfa, σε σημείο σολ-φα= σχεδόν έτοιμο, he dejado la comida a punto de solfa,
έχει αφήσει το φαγητό σχεδόν έτοιμο
solfear 1. ρμ, ρα, μσκ, τραγουδώ σολφέζ, solfea este fragmento, por favor,
τραγούδα σολφέζ αυτό το κομμάτι, παρακαλώ
2. οικ, μτφ, πρχ σολ-φεαρ> κ-συλο-φο-ρτώνω= ξυλοφορτώνω, πλακώνω στο ξύλο,
cuatro gamberros solfearon a mi vecino, 4 αλήτες ξυλοφόρτωσαν τον γείτονα μου
3. επιπλήττω έντονα, κατσαδιάζω, μτφ, οι νότες σολ-φα σαν λόγια επίπληξης, κατσάδας,
el entrenador solfeó a los jugadores, ο προπονητής κατσάδιασε τους ποδοσφαιριστές
solfeo 1. α, οικ, μτφ, ξυλοφόρτωμα, πλάκωμα στο ξύλο
2. μσκ, σολφέζ
3. επίπληξη, κατσάδιασμα