FALLAR

FALLAR= ΠΡΧ ΦΑΟΥΛ, ΦΑΛΤΣΟ, ΣΦΑΛΛΩ, ΣΦΑΛΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

falsa 1. θ μσκ, πρχ φάλτσο= παραφωνία

falsabraga 1. θ, στρ, πρχ φάλτσο-πύργος= προπύργιο

falseta 1. θ, μσκ, φιοριτούρα

falsete 1. α, μσκ, πρχ σαν φάλτσο= οξεία φωνή

falsilla 1. θ, χαρτί με γραμμές οδηγούς για να μην σφάλεις= πρχ τυ-φλοσούρτης

falsear πρχ φαλκιδεύω κάτι= σφάλλω επίτηδες, παρα-ποιώ

1. ρμ, παραποιώ, αλλοιώνω γραπτό, δόγμα, falsear una declaración, παραποιώ μια δήλωση

El acusado dice que la policía falseó las pruebas,

Ο κατηγορούμενος λέει ότι η αστυνομία παραποίησε τα στοιχεία

2. πλαστογραφώ, παραχαράσσω νόμισμα, υπογραφή, νοθεύω,

falseó la firma para cobrar un cheque,

πλαστογράφησε την υπογραφή για να εισπράξει μια επιταγή

falsear un testimonio, δίνω ψευδή κατάθεση

3. ατκ, σφάλλω σε κατασκευή, φαλτσάρω σε γραμμή, χαλώ την ισορροπία, έχω παρέκκλιση

4. διαστρεβλώνω αλήθεια, Decir que el país está creando empleo y saliendo de la recesión sería falsear la realidad, Το να λέμε ότι η χώρα δημιουργεί θέσεις εργασίας και βγαίνει από την ύφεση θα σήμαινε διαστρέβλωση της πραγματικότητας

5. ρα, φαλτσάρω σε απόδοση, χάνω σταθερότητα, παίζω, τρέμω,

la pata de la silla falsea un poco, το πόδι της καρέκλας χάνει ή παίζει λίγο

Al oír la terrible noticia, Susana notó que le falseaban las piernas,

Στο άκουσμα της τρομερής είδησης, η Σουζάνα πρόσεξε ότι τα πόδια της έτρεμαν

6. μσκ, φαλτσάρω για όργανο, ξεκουρδίζω, παραφωνώ

¿No te parece que este piano falsea un poco?

Δεν σου φαίνεται ότι αυτό το πιάνο φαλτσάρει λιγο;

falseo 1. α, φαλκίδευση σε κάτι, πλαστογραφία, νόθευση, παραποίηση,

falseo de resultados de una votación, νοθεία σε αποτελέσματα μιας ψηφοφορίας

2. ατκ, παρέκκλιση, απόκλιση, σαν φαλτσάρισμα γραμμής

falseable 1. ε, φαλκιδεύσιμος, -η, -ο, παραποιήσιμος, -η, -ο, που μπορεί να νοθευτεί, πλαστογραφηθεί

falseador, ra 1. ε, φαλκιδευτικός, -ή, -ό, παραποιητικός, -ή, -ό, που νοθεύει, πλαστογραφεί

falsificar πρχ φαλτσο-φιάχνω> παρα-ποιώ κάτι

1. ρμ, πλαστογραφώ, παραποιώ νόμισμα, έγγραφο, υπογραφή, αποδείξεις,

Pilar falsificó la firma de su madre, Η Πιλάρ πλαστογράφησε την υπογραφή της μητέρας της

2. νοθεύω υγρό

falseamiento 1. α, πλαστογραφία, παραποίηση

2. νόθευση υγρού

falsificación 1. θ, παραποίηση, πλαστογραφία, νόθευση

2. πλαστό αντικείμενο, απομίμηση

3. νομ, παραποίηση

falsificador, ra 1. ε, παραποιητικός, -ή, -ό, πλαστογραφικός, -ή, -ό, νοθευτικός, -ή, -ό,

που νοθεύει, πλαστογραφεί

2. α θ, πλαστογράφος, νοθευτής, -ια, παραχαράκτης, -ια

falso, sa πρχ φάλτσο, εσφαλμένο ή σφαλερό= με λάθη, ψεύτικο

1. ε, ψεύτικος, -η, -o, ψευδής, -ές, -ή, sus acusaciones son totalmente falsas,

οι κατηγορίες του είναι εντελώς ψευδείς

Uno de los cajones del escritorio tiene un fondo falso,

Ένα από τα συρτάρια του γραφείου έχει ψεύτικο πάτο

2. πλαστός, -ή, -ό, Su acta de nacimiento resultó ser falsa,

Το πιστοποιητικό γέννησής του αποδείχθηκε πλαστό

3. υποκριτικός, -ή, -ó, ψεύτικος, -η, -o, Tiene una sonrisa muy falsa,

Έχει ένα πολύ ψεύτικο χαμόγελο

No me cae bien Francisco porque es muy falso,

Δεν μου κάθεται καλά ο Φρανσίσκο γιατί είναι πολύ υποκριτικός

4. για άλογο, μτφ, με φάλτσα συμπεριφορά, ατίθασος, -η, -ο, ιδιότροπος, -η, -ο

5. κατ, εσφαλμένος, -η, -ο, ελαττωματικός, -ή, -ό

6. πρχ φάλτσα κίνηση, αδέξιος, -α, -ο, un falso movimiento le hizo caer por los suelos,

μια αδέξια κίνηση τον έκανε να πέσει στο έδαφος

7. α θ, για άτομο, ψεύτης, -ρα, υποκριτής, -ια

8. εκφ, en falso, ψευδώς, νομ, jurar en falso, δίνω ψευδή ένορκη κατάθεση

ή χωρίς σταθερότητα, ασφάλεια σε κάτι, όχι σωστά, λάθος,

ese edificio está hecho en falso, αυτή το κτίριο είναι φτιαγμένο κακώς, δεν στέκει σωστά,

se le cerró la herida en falso, η πληγή έκλεισε λάθος

puso el pie en falso y cayó, δεν πάτησε σωστά και έπεσε

de falso, σαν ψευδές κάτι, tachar a alguien de falso, κατηγορώ κάποιον για υποκρισία

tachar algo de falso, χαρακτηρίζω κάτι ως λανθασμένο, αντικρούω

falsedad πρχ σφαλότητα σε κάτι

1. θ, υποκρισία, ανειλικρίνεια, ψέμα, No soporto la falsedad, Δεν αντέχω το ψέμα

La falsedad de Jorge hizo que sus amigos dejaran de confiarles sus secretos,

Η ανειλικρίνεια του Χόρχε έκανε τους φίλους του να σταματήσουν να του εμπιστεύονται τα μυστικά τους

2. ανακρίβεια για πληροφορία

3. πλαστότητα σε αντικείμενο

falsía 1. θ, οικ, σε άτομο, πρχ δι-φατσία= δολιότητα, διπροσωπία

2. falsedad

falsamente 1. επρ, ψευδώς

falsario, ria 1. ε, σφαλερός, -ή, -ό = που λέει ψέματα, απάτες, απατηλός, -ή, -ó,

testimonio falsario, μαρτυρία ψευδής

2. που φαλκιδεύει πράγματα, φαλκιδευτικός, -ή, -ό

3. α θ, απατεώνας, -ισσα, ψεύτης, -α

4. πλαστογράφος

infalsificable 1. ε, αφαλκίδευτος, -η, -ο, ανόθευτος, -η, -ο, μη παραποιήσιμος, -η, -ο

falible 1. ε, που κάνει φάουλ> σφάλματα, λάθη, σφαλερός, -ή, -ó,

los humanos somos falibles, οι άνθρωποι είναι σφαλεροί, κάνουν λάθη

2. για πράγμα, που λειτουργεί φάλτσα, προβληματικά, estos frenos son muy falibles,

αυτά τα φρένα είναι πολύ σφαλερά= δεν πιάνουν

falibilidad 1. θ, σφαλερότητα

infalible πρχ ανευ-σφάλματος, που δεν λαθεύει, αστοχεί

1. ε, για φάρμακο, άτομο, ευστοχία, αλάθητος, -η, -o, αλάνθαστος, -η, -o

La miel con limón es un remedio infalible contra la tos,

Το μέλι με λεμόνι είναι ένα αλάνθαστο φάρμακο κατά του βήχα

El arquero tiene una puntería infalible, Ο τοξότης έχει μια ευστοχία αλάνθαστη

infalibilidad 1. θ, αλάθητο, αλάνθαστο

infaliblemente 1. επρ, αλάνθαστα

falacia 1. θ, λογ, πράξη ή λόγια εσφαλμένα επίτηδες= απάτη, πλάνη, παραπλάνηση, δολιότητα, επιχείρημα με δόλο, es una falacia, είναι απάτη

La afirmación de que los pobres son responsables de su pobreza es una falacia,

Ο ισχυρισμός ότι οι φτωχοί είναι υπεύθυνοι για τη φτώχειά τους είναι παραπλάνηση

es indigno de ti ir contando esas falacias,

είναι ανάξιο για σένα να τριγυρνάς λέγοντας τέτοιες πλάνες

falaz 1. ε, σφαλερός, -ή, -ό, απατηλός, -ή, -ό, παραπλανητικός, -ή, -ό, δόλιος, -α, -ο

falazmente 1. επρ, σφαλερώς= απατηλά, παραπλανητικά, δολερά

2. λανθασμένα

falla πρχ σφάλμα, φάουλ

1. θ, ελάττωμα, ατέλεια, Me reemplazaron las gafas porque había una falla en uno de los cristales, Μου άλλαξαν τα γυαλιά γιατί υπήρχε ατέλεια σε έναν από τους φακούς

2. γλγ, ρήγμα, σαν σφάλμα εδάφους

3. εκφ, la falla de San Andrés, το ρήγμα του Αγίου Αντρέα

las falladas, παιχνίδι, ατού σε κάρτες, που προκαλεί σφάλμα στον αντίπαλο

fallar πρχ σφάλλω σε κάτι

1. ρμ, αστοχώ σε χτύπημα, βολή, δεν βρίσκω στόχο, La bala falló el objetivo,

Η σφαίρα δεν βρήκε τον στόχο

2. σφάλλω, αποτυγχάνω, πέφτω έξω, λαθεύω, κάνω λάθος σε ερώτηση, απάντηση,

El estudiante falló la respuesta, Ο μαθητής λάθεψε στην απάντηση

3. σε χαρτιά, παίρνω με ατού επειδή προκαλώ σφάλμα στον αντίπαλο

4. ρα, για άτομο, σφάλλω, αστοχώ, λαθεύω, αποτυγχάνω, Si no practicas, vas a fallar,

Αν δεν εξασκηθείς, θα αποτύχεις

5. μτφ, απογοητεύω, Le di otra oportunidad y me falló otra vez,

Του έδωσα άλλη μια ευκαιρία και (έσφαλλε) με απογοήτευσε ξανά

6. αποτυγχάνω για σχέδιο, fallaron nuestros planes, τα σχέδιά μας απέτυχαν

7. σφάλλω σε λειτουργία ή φαλτσάρω, χαλάω, ρετάρω για κινητήρα

El motor de mi auto falló esta mañana, Η μηχανή του αμαξιού μου χάλασε σήμερα το πρωί

8. χαλαρώνω, λασκάρω για φρένα, καλώδιο, los frenos están fallando, τα φρένα λασκάρουν

9. μτφ, φάουλ σε παρουσία= λείπω, απουσιάζω, solo falla Manuel, μόνο λείπει ο Μανουέλ

10. εκφ, ¡no falla! δεν σφάλλει= ποτέ δεν αποτυγχάνει!, πιάνει πάντα!

fallo πρχ σφάλμα, φάουλ

1. α, λάθος, σφάλμα, es un fallo de la naturaleza, είναι ένα λάθος της φύσης

fallos en el examen λάθη στις εξετάσεις

2. ελάττωμα, un hombre sin fallos, ένας άνθρωπος χωρίς ελαττώματα

3. κακή λειτουργία, un fallo del ordenador, ενα λάθος του υπολογιστή

4. ατέλεια, ελάττωμα σε μηχανισμό, συσκευή

5. σε χαρτιά, en naipes, χτύπημα με ατού

6. μχν, αβαρία, βλάβη

7. σνθ, fallo humano, ανθρώπινο λάθος

fallo técnico, τεχνικό λάθος

8. εκφ, tener fallos de memoria, έχω κενά μνήμης

fallido, da πρχ εσφαλμένο

1. ε, εσφαλμένος, η, ο, αποτυχημένος, -η, -o, άστοχος, -η, -o για χτύπημα, βολή

2. αποτυχημένος, -η, -o, άστοχος, -η, -o για πρότζεκτ, σχέδιο, προσπάθεια

3. μτφ, εσφαλμένη= φρούδος, -α, -o για ελπίδα

4. οκν, επισφαλής, -ής, -ες, ακάλυπτος, -η, -ο, πτωχεύσας, -ασα, -σαν

faya 1. θ, ελάττωμα, ψεγάδι για ύφασμα

falta πρχ φάουλ= σφάλμα, παράβαση, λάθος, πρχ φαλτα> (φ)ελλει(π)τικό, με ελλείψεις

1. θ, έλλειψη απο κάτι, falta de agua, έλλειψη νερού

esto es una falta de respeto, αυτό είναι έλλειψη σεβασμού

2. σφάλμα σαν απουσία ατόμου απο κάπου, no han notado tu falta,

δεν έχουν καταλάβει, νοήσει την απουσία του

3. σημείωση για απουσία, parte de faltas, μέρος απουσιών

4. ελάττωμα σε κάτι, esta tela tiene una falta, αυτό το ύφασμα έχει ένα ελάττωμα

5. λάθος, falta de ortografía, λάθος της ορθογραφίας, ορθογραφικό

6. παράβαση, σφάλμα στην τήρηση κανόνων, actuó con falta de ética,

ενήργησε με σφάλμα= παράβαση ηθικής

7. παράβαση κανόνων παιχνιδιού, falta personal, προσωπικό φάουλ

8. παράβαση νόμου, multa por una falta de tráfico,

πρόστιμο για παράβαση του κυκλοφοριακού κώδικα

9. μτφ, σφάλμα χρονικό στην περίοδο γυναίκας, καθυστέρηση, ya ha tenido cuatro faltas,

ήδη έχει 4 μήνες καθυστέρηση

10. σνθ, falta antideportiva, αθλ, αντιαθλητικό φάουλ

falta de asistencia απουσία, μη παρακολούθηση

falta de educación, έλλειψη παιδείας

falta de pago, μη πληρωμή

falta de pie, αθλ, φουτ-φολτ

falta de respeto, έλλειψη σεβασμού

falta de saque, αθλ, αποτυχημένο σερβίς

falta de sentido, έλλειψη νοήματος, παραλογισμός

falta de seriedad, έλλειψη σοβαρότητας

falta grave, σοβαρή παράβαση

falta intencionada, αθλ, εσκεμμένο φάουλ

falta directa, πδφ, άμεσο φάουλ

falta indirecta, πδφ, έμμεσο φάουλ

falta máxima, πέναλτι, εσχάτη των ποινών

falta técnica, αθλ, τεχνική ποινή

11. εκφ, absuelto por falta de pruebas, νομ, αθώος λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων a falta de algo mejor, λόγω έλλειψης κάτι καλύτερου

a falta de pan, buenas son tortas, πρμ στην έλλειψη ψωμιού, καλές κι τούρτες=

στην αναβροχιά καλό και το χαλάζι, απ’ το ολότελα, καλή κι η Παναγιώταινα

caer en falta, διαπράττω ένα λάθος, μια παράβαση

cometer, hacer una falta, διαπράττω λάθος, κάνω ένα λάθος, μια παράβαση

coger, pillar en falta, πιάνω στα πράσα (πάνω στο σφάλμα)

echar en falta, με ρίχνει σε έλλειψη ψυχική= μου λείπει, νοσταλγώ

ή αισθάνομαι την απουσία

entrar en falta a alguien, πδφ, μπαίνω με= κάνω φάουλ πάνω σε κάποιον

hacerle una falta a alguien, κάνω φάουλ σε κάποιον

hacer caer en falta a alguien, κάνω κάποιον να διαπράξει ένα αδίκημα, ένα λάθος

hacer falta, κάνει έλλειψη, σφάλμα κάτι αν δεν γίνει= είναι αναγκαίο, χρειάζεται,

hace falta tener mucha paciencia, χρειάζεται να έχουμε, δείξουμε πολλή υπομονή

si hiciera falta, ¡llámanos!, εφόσον χρειαστεί, παραστεί ανάγκη, τηλεφώνησέ μας

no va a venir, ni falta que hace, δεν θα έρθει, κι ούτε χρειάζεται

no hacer falta, δε χρειάζεται, δεν είναι ανάγκη

por falta de, λόγω έλλειψης

sacar, tirar, lanzar una falta, αθλ, τραβώ, λανσάρω= εκτελώ φάουλ

ser una falta de educación, είναι έλλειψη καλών τρόπων, αγένεια

decir palabrotas es una falta de educación, να λες βρωμόλογα είναι αγένεια

sin falta, δίχως άλλο, οπωσδήποτε

faltar 1. ρα, για πράγμα που λείπει, παρουσιάζει έλλειψη, λείπω,

faltan medicamentos, λείπουν φάρμακα

aquí falta un radiador, εδώ λείπει ενα καλοριφέρ

2. έλλειψη κάποιου, κάτι απο κάπου που έπρεπε να είναι, me falta la cartera del bolso,

με λείπει το πορτοφόλι από την τσάντα

3. λείπω απο συνάντηση, faltó a la reunión, έλλειψε στην συγκέντρωση

4. λείπω, απουσιάζω απο μέρος, falta de su casa desde hace quince días,

λείπει από το σπίτι του εδώ και 5 μέρες

5. λείπει χρόνος για να γίνει κάτι= μένει, faltan tres meses para las vacaciones,

λείπουν= μένουν 3 μήνες για τις διακοπές

6. σφάλλω στην εκπλήρωση υπόσχεσης, αθετώ τον λόγο μου, faltó a su promesa,

αθέτησε την υπόσχεση του

7. σφάλλω στον οφειλόμενο σεβασμό προς κάποιον, ασεβώ, faltó a su padre,

ασέβησε στον πατέρα του

8. λείπει πολύ λίγο για να γίνει κάτι, μτφ, παρά λίγο να, poco faltó para que le matara,

λίγο έλειψε να τον σκοτώνε

9. εκφ, ¡no faltaba!,¡no faltaría más!, αυτό μας έλειπε> με καμία δύναμη, με κανένα τρόπο, με τίποτα, ¿que le ayude después de lo que me ha hecho?, sí, hombre, ¡faltaría más!

να τον βοηθήσω μετά απο αυτό που μου έκανε; καλά, με τίποτα!

no faltaba más, δεν έλειπε άλλο= φυσικά, -¿podría ayudarme? -¡no faltaba más!

θα μπορούσατε να με βοηθήσετε; φυσικά!

¡sin faltar! vα δείχνεις σεβασμό!, λιγάκι σεβάσμιός!

falto, ta, falto de 1. ε, για υλικά πράγματα, ελλιπής, -ής, -ές σε, στερημένος, -η, -o από,

2. πράγματα όχι υλικά, ελλιπής, -ής, -ές σε, κενός, -ή, -ό από, στερημένος, -η, -ο από

es un chico falto de cariño, Είναι ένα αγόρι στερημένος από αγάπη

faltón, ona πρχ με μεγάλη έλλειψη σε κάτι, σφάλματα

1. ε, οικ, για άτομο, αγενής, -ής, -ές, ασεβής, -ής, -ές, ¡no seas faltón!

μην είσαι αγενής!

2. με έλλειψη πιστότητας, αφερέγγυος, -α, -ο, αναξιόπιστος, -η, -ο, ασυνεπής, -ής, -ές

es bastante faltón, είναι αρκετά αναξιόπιστος

3. α θ, αυθάδης, ανάγωγος, -η, ¡eres un faltón!, είσαι πολύ αυθάδης!

infaltable 1. ε, πρχ που δεν μπορεί να λείπει = απαραίτητος, -η, -ο, αναγκαίος, -α, -ο,

La visita al castillo de la princesa es infaltable durante un viaje al parque temático,

Η επίσκεψη στο κάστρο της πριγκίπισσας είναι απαραίτητη κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στο θεματικό πάρκο

suplefaltas πρχ υπο-πληρώνει σφάλματα, ελλείψεις

1. α θ, οικ, μτφ, εξιλαστήριο θύμα

2. προσωρινός, -ή αντικαταστάτης, -ια

fallecer 1. ρα, πρχ φ-αλεσερ> φαλιμέντο ή απ-ωλέσω την ζωή= πεθαίνω, αποβιώνω,

dos mujeres han fallecido en accidente de circulación,

δυο γυναίκες απ-ωλέσθηκαν= πέθαναν σε αυτοκινητικό δυστύχημα

ha fallecido a los 50 años, απεβίωσε στα 50 του χρόνια

fallecido, da 1. ε, νεκρός, -ή, -ό, πεθαμένος, -η, -ο

2. α θ, αποθανών, -ούσα

fallecimiento 1. α, θάνατος, el fallecimiento se produjo a las 10,

o θάνατος επήλθε στις 10 η ώρα

las causas del fallecimiento, οι αιτίες θανάτου

desfallecer 1. ρα, πρχ ξε-φουλάρω απο δυνάμεις, κάμπτομαι, εξασθενώ, εξαντλούμαι

el trabajo nos desfallece, η δουλειά μας εξαντλεί

Julio no estaba en forma y comenzó a desfallecer a poco de empezar a nadar,

Ο Χούλιο δεν ήταν σε φόρμα και άρχισε να εξασθενεί λίγο αφότου άρχισε να κολυμπά

2. λιποθυμώ, Desfallecí al ver la sangre que salía de la herida,

Λιποθύμησα όταν είδα το αίμα που έβγαινε από την πληγή

3. desfallecer de, μτφ, ξε-φουλάρω απο= πεθαίνω από, πείνα, φόβο,

ή πεθαίνω από, καταρρέω από, πέφτω από κούραση

desfallecido, da πρχ ξε-φουλαρισμένο

1. ε, αδύναμος, -η, -ο, εξαντλημένος, -η, -o, está desfallecido, είναι εξαντλημένος

2. λιπόθυμος, -η, -o, cayó desfallecido, έπεσε λιπόθυμος

desfallecimiento 1. α, ξε-φουλάρισμα δυνάμεων= αδυναμία, εξασθένηση

2. λιποθυμία

ajar πρχ αχαρ> χαρ-άζω

1. ρα, ραντ, αρχίζω και έχω χαρακιές= ζαρώνω δέρμα,

Las largas horas al sol le habían ajado la piel,

Οι πολλές ώρες στον ήλιο του είχαν ζαρώσει το δέρμα του

2. φθείρω, λιώνω για ρούχο, πράγμα, El paso del tiempo había ajado el papel de la carta, que apenas podía leerse, Το πέρασμα του χρόνου είχε φθαρεί το γράμμα, που μόλις μπορούσε να διαβαστεί

3. ξεβάφω για χρώμα

4. γεμίζω χαρακιές= γερνώ για ομορφιά, νιάτα, όψη, la hepatitis acabó ajando su belleza,

η ηπατίτιδα κατέληξε να γεράσει την ομορφιά της

5. μαραίνω, Las altas temperaturas ajaron las flores que plantamos ayer en el jardín,

Οι υψηλές θερμοκρασίες μάραναν τα λουλούδια που φυτέψαμε χθες στον κήπο

ajado, da 1. ε, για άτομο, χαραγμένος= γερασμένος, -η, -o

2. για λουλούδι, μαραμένος, -η, -o, ξεραμένος, -η, -o

3. για ρούχο, φθαρμένος, -η, -o, λιωμένος, -η, -o

4. για χρώμα, ξεθωριασμένος, -η, -o

ajamiento πρχ χάραγμα

1. α, ζάρωμα δέρματος, ζάρα

2. φθορά ρούχου

3. ζάρωμα υφάσματος, ζάρα

4. ρυτίδα προσώπου

Scroll to Top