EXHAUSTO

EXHAUSTO= ΠΡΧ ΞΕ-ΚΑΥΣΤΟΣ ΑΠΟ ΔΥΝΑΜΕΙΣ> ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

exhausto, ta 1. ε, πρχ ξε-καυστος> χωρίς καύσιμο, δύναμη= εξαντλημένος, -η, -o, εξουθενωμένος, -η, -o, llegó exhausto a la meta, έφτασε εξουθενωμένος στο τέρμα

2. χωρίς άλλο υλικό να δώσει, εξαντλημένος, -η, -o, καταναλωμένος, -η, -ο, άδειος, -α, -o, dejaron exhausto el yacimiento petrolífero, άφησαν εξαντλημένη την πετρελαιοφόρα κοίτη

inexhausto, ta 1. ε, λογ, ανεξάντλητος, -η, -o, generosidad inexhausta,

γενναιοδωρία ανεξάντλητη

exhaustivo, va 1. ε, πρχ ξε-καυστικό> που εξαντλεί κάθε όψη ενός θέματος=

διεξοδικός, -ή, -ό, εξαντλητικός, -ή, -ό, εξονυχιστικός, -ή, -ó, λεπτομερέστατος, -η, -ο,

es un estudio exhaustivo sobre la migración de las aves,

είναι μια μελέτη εξονυχιστική σχετικά με την μετανάστευση των πτηνών

tratar un tema de modo exhaustivo, χειρίζομαι ένα θέμα διεξοδικά

exhaustividad 1. θ, διεξοδικότητα, εξαντλητικότητα, εξονυχιστικότητα σε κάτι

exhaustivamente 1. επρ, διεξοδικά, εξαντλητικά, εξονυχιστικά

Scroll to Top