EUSKERA

EUSKERA= ΠΡΧ ΕΟΥΣΚΕΡΑ> Β-ΑΣΚΙΚΟΣ, ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΒΑΣΚΩΝ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

euskera, éusquera, euskara, éuscara 1. ε, βασκικός, -ή, -ó

2. α, ιδιώμα Βασκικά, Βάσκικα

éuscaro, ra 1. ε, βασκικός, -ή, -ó

éuscaro 1. α, ιδίωμα Βασκικά, Βάσκικα

Euskadi 1. ονο, Χώρα των Βάσκων

euskaldún, una, euscaldún, una 1. ε, βασκό-φωνος, -η, -ο, που μιλά Βασκικά

2. α θ, βασκό-φωνος, -η, -ο

euskaldunizar, euscaldunizar 1. ρμ, βασκο-ποιώ, βασκίζω, προσδίδω σε κάτι, κάποιον βασκικό χαρακτήρα

euskaldunización, euscaldunización θ, βασκοποίηση, απόκτηση βασκικού χαρακτήρα, βασκικής ιδιότητας

euskarización, euscarización 1. θ, βασκοποίηση, απόκτηση βασκικού χαρακτήρα, βασκικής ιδιότητας

Euskal Herria 1. ονο, Χώρα των Βάσκων

gascón 1. α, ιδίωμα, διάλεκτος της Γασκόνης, γασκονικά

gascón, ona 1. ε, γασκονικός, -ή, -ó

2. α θ, γασκόνος, -να

vasco, ca 1. ε, βασκικός, -ή, -ό, βάσκικος, -η, -ο

2. α θ, Βάσκος, Βάσκα

vasco 1. α, ιδίωμα Βασκικής, Βασκικά, Βάσκικά

vascoespañol, la 1. ε, βασκο-ισπανικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με το ισπανικό τμήμα της

Χώρας των Βάσκων

2. α θ, Βάσκο-ισπανός, -ίδα, γηγενής κάτοικος ισπανικού τμήματος της Χώρας των Βάσκων

vascófilo, la 1. α θ, βασκόφιλος, -η

vascofrancés, esa 1. ε, βασκο-φράγγικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με το γαλλικό τμήμα της Χώρας των Βάσκων

2. α θ, Βάσκο-φράγγος, -α, γηγενής κάτοικος γαλλικού τμήματος της Χώρας των Βάσκων

vascohablante 1. ε, α θ, βασκο-ομιλών, -φωνος, -η, -ο

Vasconia 1. ονο, Βασκωνία

vascónico, ca 1. ε, που σχετίζεται με τους κατοίκους της Βασκωνίας

vascuence 1. ε, α θ, βασκικός, -ή, -ό, βάσκικος, -η, -ο

vascón, ona 1. ε, βασκωνικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με τη Βασκωνία

2. α θ, Βασκώνος, -α, γηγενής κάτοικος της Βασκωνίας

Vascongadas 1. ονο, πρχ βασκο-γαία, las (provincias) Vascongadas, οι Βασκικές επαρχίες,

η Χώρα των Βάσκων

vascongado, da 1. ε, αρχ, βασκο-γαιϊκός, -ή, -ό, βάσκικος, -η, -ο

2. α θ, Βάσκος, Βάσκα

Scroll to Top