ESTRANGULAR= ΠΡΧ ΣΤΡΑΓΓΑΛΙΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
estrangular 1. ρμ, στραγγαλίζω άτομο, ζώο, la víctima fue estrangulada,
το θύμα στραγγαλίστηκε
2. μτφ, για αγωγό, σωλήνα, στενεύω για να εμποδίσω την ροή υγρού
3. μτφ, ιατ, προκαλώ στένωση σε φλέβα για εμπόδιση ροής, συμπιέζω, στραγγαλίζω,
El doctor me dijo que el tumor estaba estrangulando el vaso sanguíneo,
Ο γιατρός μου είπε ότι ο όγκος στραγγάλιζε το αιμοφόρο αγγείο
4. μτφ, στραγγαλίζω σχέδιο, οικονομία, δυσκολεύω, δυσχεραίνω, καταστρέφω,
estrangularon el inicio de las obras, στραγγάλισαν την εκκίνηση των έργων
estrangulamiento 1. α, στραγγαλισμός
2. για σωλήνα, στένεμα, εμπόδιση ροής υγρού
3. ιατ, συμπίεση, στένεμα φλέβας
4. μτφ, εμπόδιση σχεδίου
estrangulación 1. θ, estrangulamiento
estrangulado, da 1. ε, στραγγαλισμένος, -η, -o
2. μτφ, για σωλήνα που στενεύει, στενεμένος, -η, -ο
3. ιατ, με στένωση σε φλέβα
4. μτφ, στραγγαλισμένος, -η, -ο για σχέδιο
estrangulador, ra 1. ε, α θ, στραγγαλιστικός, -ή, -ó, στραγγαλιστής -ια
estrangulador 1. α, αυτ, τσοκ
estrangul 1. α, μσκ, επιστόμιο