ESTRELLA= ΠΡΧ ΑΣΤΕΡΙ, ΑΣΤΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
apoastro 1. α, αστρ, απόαστρο
áster, áster 1. α, βιο, βοτ, άστερ, άστρο
asteria 1. θ, ζωλ, θαλάσσιος αστερίας
asterisco 1. α, γρμ, αστερίσκος
asterismo 1. α, αστρ, αστερισμός
astero 1. α, ιστ, λογχοφόρος, επειδή έφερε αστέρι
asteroide 1. α, αστρ αστερο-ειδής lluvia de asteroides βροχή αστεροειδών.
astral 1. ε, αστρικός, -ή, -ó, influencia astral, αστρική επίδραση
cuerpos astrales, ουράνια σώματα
astrobiología 1. θ, αστροβιολογία
astrocentro 1. α, βιο, κεντρόσωμα
astrodinámica 1. θ, αστροδυναμική
astrofísica 1. θ, αστροφυσική
astrofísico, ca 1. ε, αστροφυσικός, -ή, -ό, observatorio astrofísico,
παρατηρητήριο αστροφυσικής
2. α θ, αστροφυσικός
astrofotografía 1. θ, αστροφωτογραφία
astrofotometría 1. θ, αστρονομική φωτομετρία
astrografía 1. θ, αστρογραφία
astrográfico, ca 1. ε, αστρογραφικός, -ή, -ó
astrolabio 1. α, αστρολάβος
astrolito 1. α, αερόλιθος
astroquímica 1. θ, αστροχημεία
astro 1. α, αστέρας, άστρο, me gusta contemplar los astros,
μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τα άστρα
2. μτφ, αστέρας, σταρ του σινεμά, σπορ
3. εκφ, el astro rey, ο ήλιος, άστρο της ημέρας
periastro 1. α, αστρ, περίαστρο
astroso, sa 1. ε, μτφ, για πράγμα, λιγδωμένος, -η, -ο, ρυπαρός, -ή, -ó, αστάκια σαν λεκέδες
llevaba unos pantalones astrosos, φορούσε λιγδωμένο παντελόνι
2. για άτομο, μτφ, βρωμιάρης, -α, -ικο, era un chico astroso,
ήταν ένα παιδί πολύ βρωμιάρης
interastral 1. ε, διαστρικός, -ή, -ό
zoroástrico, ca 1. ε, α θ, θρη, ζωροαστρικός, -ή, -ó, ζωροάστρης
zoroastrismo 1. α, ζωροαστρισμός
Zoroastro 1. ονο, Ζωροάστρης, Ζαρατούστρα
astrologar 1. ρμ, κάνω αστρολογικές προβλέψεις,
astrología 1. θ, αστρολογία
astrológico, ca 1. ε, αστρολογικός, -ή, -ó, signo astrológico, ζώδιο
astrólogo, ga 1. α θ, αστρολόγος
astronauta 1. α θ αστροναύτης
astronáutica 1. θ αστροναυτική
astronáutico, ca 1. ε αστροναυτικός, -ή, -ó
astronave 1. θ, διαστημόπλοιο
astronomía 1. θ, αστρονομία
astronómico, ca 1. ε, αστρονομικός, -ή, -ó, observatorio astronómico, αστεροσκοπείο
2. μτφ, για τιμή, ποσότητα, αστρονομικός, -ή, -ó, υπέρογκος, -η, -o
la factura del restaurante fue astronómica, o λογαριασμός του εστιατορίου ήταν υπέρογκος
astrónomo, ma 1. α θ, αστρονόμος
estar-system, star-system 1. α, σταρ σύστεμ
quásar 1. α, αστρ, κβάζαρ, αστρική ραδιοπηγή
esterlina 1. στερλίνα, libra esterlina, λίρα στερλίνα
estela πρχ αστέρι= ίχνος που αφήνει όταν περνά
1. θ, μτφ, απόνερα πλοίου, απόρρευμα για πλοίο, αεροπλάνο, estela de barco, avión,
2. μτφ, απόρροια για οσμή
3. φωτεινή ουρά λάμψης, αστεριού που χάνεται, estela de un cometa, ουρά κομήτη
4. μτφ, ίχνος απο κάτι που πέρασε, σαν ανάμνηση, la estela de aquella noche perdura,
το ίχνος απο εκείνη την βραδιά διαρκεί
estelar 1. ε, αστρικός, -ή, -o, sistema estelar, αστρικό σύστημα
2. μτφ, μεγάλης σημασίας, κορυφαίος, -α, -ο, αστεράτος, -η, -ο, εξαιρετικός, -ή, -ó
combate estelar, ο πιο σημαντικός αγώνας,
actuación, invitado estelar, ερμηνεία, καλεσμένος εξαιρετικός
constelar 1. ρμ, πρχ συν-αστρίζω= διακοσμώ, γεμίζω κάτι σαν αστερισμό, διαστίζω
constelación 1. θ, αστρ, πρχ συν-αστρισμός= αστερισμός
2. μτφ, αστερισμός, Esa constelación de músicos creó un estilo de jazz innovador,
Αυτός ο αστερισμός των μουσικών δημιούργησε ένα καινοτόμο στυλ τζαζ
constelado, da 1. ε, έναστρος, -η, -o, la noche más constelada del año,
η πιο έναστρη νύχτα του χρόνου
2. μτφ, γεμάτο απο κάτι σαν αστερισμός, διάστικτος, -η, -ο, διάσπαρτος, -η, -o
una ciudad constelada de parques, μια πόλη διάσπαρτη από πάρκα
interestelar 1. ε, πρχ ενδο-αστρικο= διαστρικός, -ή, -ό, μεσοαστρικός, -ή, -ό
intersideral 1. ε, αστρ, διαστρικός, -ή, -ó
estelaria 1. θ, αλχημίλλη
estelífero, ra 1. ε, λγτ αστρο-φερής= έν-αστρος, -η, -o
estelión 1. α, βατραχό-πετρα , λόγω σχήματος αστεριού
2. πρχ σαύρα
estramonio 1. α, βοτ, στραμώνιο
estrella 1. θ, άστρο, αστέρας, αστέρι, ουράνιο σώμα,
contemplar las estrellas, αγναντεύω τ’ αστέρια
2. μτφ, αστέρι αξιολόγησης, hotel de cinco estrellas, ξενοδοχείο πέντε αστέρων
3. μτφ, αστέρας, αστέρι, σταρ για καλλιτέχνη, αθλητή,
es la estrella del equipo, είναι ο σταρ της ομάδας
4. μτφ, άστρο για άτομο τυχερό, τύχη, μοίρα, ha nacido con buena estrella,
έχει γεννηθεί με άστρο, καλή τύχη
5. μτφ, αστέρι σε δραστηριότητα, πρώτος στο είδος του,
esta escultura es la estrella del museo, αυτό το γλυπτό είναι το αστέρι του μουσείου
6. μτφ, σημάδι, βούλα σε άλογο
7. μετά απο ουσιαστικό, σημαντικός, -ή, -ó, κύριος, -α, -o, el jugador estrella del equipo,
o σημαντικότερος παίκτης της ομάδας
8. σνθ, estrella de cine, αστέρας του σινεμά
estrella de David, άστρο του Δαβίδ
estrella de mar, αστερίας θάλασσας
estrella enana, gigante, αστρ, αστέρας νάνος, γίγαντας
estrella errante, αστρ, πλανήτης
estrella fugaz, διάττοντας αστέρας
estrella matutina, del alba, αστρ, πρωινό άστρο, άστρο της αυγής, αυγερινός
estrella polar, πολικός αστέρας
estrella vespertina, αποσπερίτης
9. εκφ, nacer con buena, mala estrella, γεννιέμαι κάτω από καλό, κακό άστρο
nacer con estrella, γεννιέμαι με άστρο, κάτω από καλό άστρο
unos nacen con estrella, y otros nacen estrellados, κάποιοι γεννιούνται με άστρο και άλλοι γεννιούνται στραπατσαρισμένοι= δεν γεννιούνται όλοι με την ίδια τύχη
ver las estrellas, οικ, βλέπω αστεράκια
superestrella 1. θ, σούπερ-σταρ
estrellar 1. ρμ, αστερώνω, γεμίζω με αστέρια, estrelló el techo de su cuarto con estrellas
αστέρωσε το ταβάνι του δωματίου του με αστέρια
2. ρμ, ραντ, μτφ αστράφτω ή σαν πορεία αστεριού = ρίχνω με δύναμη κάτι, εκσφενδονίζω,
estrelló el vaso contra la pared, εκσφενδόνισε το ποτήρι στον τοίχο
3. ρμ, ραντ, συντρίβομαι, συγκρούομαι, τρακάρω, για βίαιο χτύπημα πάνω σε κάτι, ατύχημα οχήματος, se estrellaron contra un camión, έπεσαν πάνω στο φορτηγό
el vehículo se estrelló pero no hubo víctimas, Το όχημα τράκαρε αλλά δεν υπήρξαν θύματα
4. ρμ, μτφ, τηγανίζω αυγό
5. ρα, για ουρανό, νύχτα, γεμίζω αστέρια
estrellar 1. ε, αστρικός, -ή, -ό
estrellato 1. α, ιδιότητα του σταρ, σταριλίκι
2. εκφ, alcanzar el estrellato, ανέρχομαι στο καλλιτεχνικό στερέωμα, γίνομαι διάσημος lanzar a alguien al estrellato λανσάρω= προάγω κάποιον σε σταρ
estrellón 1. α, πυροτέχνημα με αστέρι ή λάμψη
estrellamar 1. θ, ζωλ, αστερι-θάλασσα, αστερίας
2. βοτ, πλαντάγκο
estrelladera 1. θ, τρυπητή κουτάλα, σαν αστερ-ιέρα
estrellado, da 1. ε, για ουρανό, νύχτα, έναστρος, -η, -o,
2. για σχήμα, αστεροειδής, -ής, -ές
3. που έχει συγκρουστεί και έγινε αστεράκια, συντριπτικός, -ή, -ó
4. για αυγό, τηγανητός, -ή, -ó
5. για άλογο, ταύρο, αστεράτος, -η, -ο, που φέρει αστέρι= σημάδι, βούλα στο μέτωπο
6. εκφ, nacer estrellado, γεννιέμαι με κακή μοίρα
desastre πρχ δυσ-αστρία> κακό-άστρο> μτφ καταστροφή
1. α, καταστροφή, el desastre de la central nuclear,
η καταστροφή του πυρηνικού αντιδραστήρα
2. μτφ, για άτομο, καταστροφή, μπελάς, συμφορά,
este niño es un verdadero desastre, αυτό το παιδί είναι σκέτη καταστροφή
3. πράγμα κακής ποιότητας, αποτελέσματος,
estas reformas en el edificio son un verdadero desastre,
αυτές οι αναπλάσεις στο κτίριο είναι μια αληθινή καταστροφή,
la habitación está hecha un desastre το δωμάτιο έγινε χάλια
4. συμφορά για συμβάν, αποτυχία, fue un desastre de fiesta, η γιορτή ήταν σκέτη αποτυχία
¡qué desastre! τι συμφορά!
5. ήττα μεγάλη πολέμου, βατερλώ, desastre de Annual, η καταστροφή του Ανουάλ
6. σνθ, desastre aéreo, αεροπορική καταστροφή
desastre ecológico, οικολογική καταστροφή
desastradamente 1. επρ, με καταστροφικό τρόπο= ατημέλητα
desastrado, da 1. ε, α θ, για άτομο, ατημέλητος, -η, -o
2. κουρελιασμένος, -η, -o, ρακένδυτος, -η, -o
desastrosamente 1. επρ, καταστροφικά
desastroso, sa 1. ε, καταστροφικός, -ή, -ό, ολέθριος, -α, -ο