ESQUIVAR

ESQUIVAR= ΠΡΧ ΣΚΥΒΩ ΣΕ ΚΑΤΙ Ή ΣΑΝ ΝΑ ΚΑΝΩ ΣΚΙ ΓΙΑ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΩ ΚΑΤΙ> ΑΠΟΦΕΥΓΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

esquivar 1. ρμ, αποφεύγω, el coche esquivó la roca desprendida,

το αμάξι απέφυγε τον ξεκολλημένο βράχο

¿Por qué esquivas mi mirada? ¿Tienes algo que ocultar?

Γιατί αποφεύγεις το βλέμμα μου; Έχεις κάτι να κρύψεις;

La actriz pasó años esquivando preguntas sobre su vida privada,

Η ηθοποιός πέρασε χρόνια αποφεύγοντας ερωτήσεις σχετικά με την προσωπική της ζωή

2. αποφεύγω χτύπημα, me agaché y esquivé el puñetazo, έσκυψα και απέφυγα την μπουνιά

3. αποφεύγω συνάντηση ή κάποιον, esquivó la invitación aludiendo tener trabajo,

απέφυγε την πρόσκληση υπονοώντας πως έχει δουλειά

4. αποφεύγω ευθύνη, πρόβλημα, intentó esquívar la responsabilidad,

προσπάθησε να αποφύγει την ευθύνη

esquivo, va 1. ε, που αποφεύγει, σκύβει στις ευθύνες, προβλήματα, εμπόδια= δειλός, -ή, -ό

No me cae bien Peter porque es esquivo incluso con cosas de poca importancia,

Δεν μου αρέσει ο Πέτρος επειδή είναι δειλός ακόμα και σε ασήμαντα πράγματα.

2. που αποφεύγει τα πάντα, φευγαλέος, -α, -ο, ντροπαλός, -ή, -ό

3. που αποφεύγει την κοινωνικότητα, ακοινώνητος, -η, -ο

No es fácil tratar con un empleado esquivo que a menudo evita comunicarse con sus compañeros de trabajo,

Δεν είναι εύκολο να έχεις να κάνεις με έναν ακοινώνητο υπάλληλο που συχνά αποφεύγει την επικοινωνία με συναδέλφους

4. ακριβοθώρητος, -η, -ο, El actor es esquivo y rara vez hace entrevistas,

Ο ηθοποιός είναι ακριβοθώρητος και σπάνια δίνει συνεντεύξεις

esquivez 1. θ, δειλία σε προβλήματα, ατολμία

2. ακοινωνικότητα, ντροπαλότητα, συστολή με κόσμο

Scroll to Top