ESQUIFE= ΠΡΧ ΣΚΑΦΟΣ ΜΙΚΡΟ, ΣΚΙΦ, ΠΡΧ ΣΑ ΣΚΑΦΗ ΤΟ ΣΧΗΜΑ> ΚΥΛΙΝΔΡΙΚΟΣ ΣΤΥΛΟΣ
esquife 1. α, αθλ, σκιφ
2. σκαφάκι, βάρκα μικρή για να φέρει στην στεριά από μεγάλο πλοίο
3. ατκ, κυλινδρικός στύλος στήριξης θόλου
esquifar 1. ρμ, ναυ, πρχ σκαφάρω> προμηθεύω μεγάλο σκάφος με πλήρωμα, εφόδια
esquifazón 1. α, σύνολο από κουπιά, κωπηλάτες προορισμένοι για πλοίο
esquifada 1. θ, βάρος που φέρει ο θόλος με βάση στηρίξεως