ESPICHE= ΠΡΧ ΕΣΠΙΤΣΕ> ΣΦΗΝΑ, ΠΡΧ ΣΟΥΒΛΙΤΣΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
espiche 1. α, σφήνα
2. όπλο λόγχη ή εργαλείο μυτερό, σαν σφήνα
espichar 1. ρμ, σφηνίζω με κάτι= κεντρίζω, τσιμπώ, τρυπάω με κάτι μυτερό
Espicha la papa con el tenedor y dime si ya está cocida,
Τρύπα την πατάτα με το πιρούνι και πες μου αν πλέον είναι ψημένη
2. οικ, μτφ, γίνομαι σφήνα= τα τινάζω, vive la vida que cuando menos lo esperas, espichas,
ζήσε τη ζωή διότι όταν δεν το περιμένεις, τα τινάζεις
3. εκφ, espicharla, οικ, τα τινάζω
despichar 1. ρα, οικ, τα τινάζω