ESPESAR

ESPESAR= ΠΡΧ ΠΙΣΣΩ> ΠΗΖΩ, ΠΥΚΝΩΝΩ ΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

espesar πρχ κάνω πίσσα κάτι> πήζω την σύσταση του ή πρχ εσπεσαρ> πισσω> πήζω

1. ρμ, ραντ, πυκνώνω, πήζω υγρό υλικό, el gazpacho se ha espesado con tanto pan,

το γκαζπάτσο έχει πήξει με τόσο ψωμί

πήζω, γίνομαι παχύρευστος για υγρό

2. πήζω, δένω σάλτσα, Si la salsa está muy líquida, añade harina para espesarla,

Αν η σάλτσα είναι πολύ υγρή, προσθέστε αλεύρι για να την πήξετε

3. κάνω πιο πυκνό το ύφασμα

4. γίνομαι πυκνός για δάσος, ομίχλη, espesaron el bosque con pinos,

πύκνωσαν το δάσος με πεύκα

Tuve que reducir la velocidad porque la niebla se había espesado,

Έπρεπε να επιβραδύνω επειδή η ομίχλη είχε πυκνώσει

5. πυκνώνω για βλάστηση ή για δέντρο, γίνομαι πυκνόφυλλο

espesar 1. α, πίσσα από δέντρα> δάσος αδιάβατο λόγω πυκνής βλάστησης, ρουμάνι

espesor 1. α, πάχος σε στερεό σώμα, la tabla tiene 5 cm de espesor,

η τάβλα έχει 5 εκ. πάχος

2. πυκνότητα, πύκνωση σε υγρό, μάζα, el espesor de esta sustancia,

η πυκνότητα αυτής της ουσίας

espeso, sa πρχ που είναι πίσσα στην δομή του= πυκνό

1. για υγρό, αέριο, πυκνός, -ή, -ó, παχύς, -ιά, -ύ, παχύρευστος, -η, -ο,

leche espesa, γάλα παχύρευστο

niebla espesa, πυκνή ομίχλη

2. για μάζα, παχύς, -ιά, -ύ, muros espesos, τείχη παχιά

3. για βλάστηση, πυκνός, -ή, -ό, espeso bosque, δάσος πυκνό

4. για σύσταση, πυκνός, -ή, -ό, cabellera espesa, μαλλί πυκνό

5. μτφ, για νόημα, σαν πίσσα= μπερδεμένος, -η, -ο, δυσνόητος, -η, -ο,

es una novela espesa, είναι ένα μυθιστόρημα δυσνόητο

6. οικ, μτφ, για άτομο, με πίσσα μυαλό> που είναι στον κόσμο του, αποχαυνωμένος, -η, -o,

estás muy espeso, είσαι τελείως αποχαυνωμένος

7. μτφ, για άτομο, σαν πίσσα= βρωμιάρης, -α, -ο, απεριποίητος, -η, -ο, ατημέλητος, -η, -ο

es muy espeso, είναι πολύ βρωμιάρης

espesura 1. θ, πυκνότητα, παχυλότητα υγρού, αερίου, μάζας

2. μέρος με πύκνωμα βλάστησης, δέντρων ή πυκνή βλάστηση,

La espesura de la montaña nos impedía la subida,

Η πυκνή βλάστηση του βουνού μας εμπόδιζε την ανάβαση

3. μαλλί πυκνό

4. πισσότητα> βρωμιά

espesante 1. ε, πυκνωτικός, -ή, -ο

2. α, πυκνωτικό, πηκτικό, la harina es un espesante de las salsas,

το αλεύρι είναι ένα πηκτικό για σάλτσες

Scroll to Top