ESMERO

ESMERO= ΠΡΧ ΕΣ-ΜΕΡΟ> ΜΕΡΙ-ΜΝΑ, ΜΕΡΑΚΙ ΠΟΛΥ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΠΡΧ ΜΕΡΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

esmero 1. α, πρχ μέγιστη μέρι-μνα, μεράκι, σμίλεμα σε κάτι ή θέλω να βγει σμαράγδι κάτι= επιμέλεια, φροντίδα όταν κάνω κάτι,

Las enfermeras del hospital trabajan con esmero y dedicación,

Οι νοσηλεύτριες του νοσοκομείου εργάζονται με φροντίδα και αφοσίωση,

es un perfeccionista, hace las cosas con mucho esmero,

είναι ένας τελειομανής, κάνει τα πράγματα με πολλή μέριμνα= επιμέλεια

Estas piezas de artesanía están hechas con mucho esmero,

Αυτά τα χειροποίητα κομμάτια είναι φτιαγμένα με μεγάλη επιμέλεια

ir vestido con esmero, ντύνομαι επιμελώς

esmerar 1. ρμ, πρχ σμυρι-δώνω> περνάω με σμυριδόπανο κάτι= γυαλίζω, καθαρίζω κάτι

El mayordomo esmeró la bandeja de plata hasta hacerla relucir,

Ο μπάτλερ γυάλισε τον ασημένιο δίσκο μέχρι που την έκανε να λάμψει

2. ραντ, esmerarse> εκ-μερίζομαι> γίνομαι κομμάτια ή μεριμνώ πολύ για να γίνει κάτι, καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια, δίνω τον καλύτερό μου εαυτό, μοχθώ, κοπιάζω,

los camareros se esmeraron, οι σερβιτόροι έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό,

esmerarse en, δίνω μεγάλη προσοχή σε, se esmeró en caerle bien,

μερίμνησε στο να του φανεί καλά

El chef se esmera mucho en la presentación de sus platos,

Ο σεφ δίνει μεγάλη προσοχή στην παρουσίαση των πιάτων του,

se esmera mucho en su trabajo, δίνει μεγάλη προσοχή στη δουλειά του

esmerarse con, hay que esmerarse más con los clientes,

πρέπει να δίνεις τον καλύτερο εαυτό σου με τους πελάτες

se esmeró por complacerles, μερίμνησε για να τους ευχαριστήσει

esmerado, da 1. ε, που μεριμνά πολύ για κάτι, προσεκτικός, -ή, -ó, επιμελής, -ής, -ές,

Juan es tan esmerado que su tío le encarga las tareas más minuciosas,

Ο Χουάν είναι τόσο προσεκτικός που ο θείος του του αναθέτει τις πιο λεπτομερείς εργασίες

2. για κάτι που γίνεται με μέριμνα, επιμελημένος, -η, -ο, προσεγμένος, -η, -o,

φροντισμένος, -η, -ο

esmeradamente 1. επρ, με πολύ μέριμνα= επιμελώς, προσεκτικά

meramente 1. επρ, απλά, νέτα-σκέτα

mero, ra πρχ με ένα μέρος, απλός, χωρίς μίξεις

1. ε, απλός, -ή, -ó, una mera excusa, μια απλή δικαιολογία

el mero hecho de hablar lo delató, το απλό γεγονός πως μίλησε τον πρόδωσε

es una mera casualidad, είναι απλή σύμπτωση

2. ασήμαντος, -η, -ο, han tenido una mera divergencia, είχαν μια ασήμαντη διαφορά

merar 1. ρμ, πρχ συ-μερίζω= ανακατώνω μέρη ποτού με νερό ή άλλα υγρά

Este vino ha sido merado con agua, Αυτό το κρασί έχει ανακατωθεί με νερό

mero 1. α, ζωλ, πρχ με-ρο> ρο-φός

Scroll to Top