ESMERIL

ESMERIL= ΠΡΧ ΣΜΥΡΙΓΛΙ, ΣΜΥΡΙΔΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

esmeril 1. α, ορυ, πέτρα σμυρίγλι, σμύριδα, σμυριδόπετρα,

papel de esmeril, γυαλόχαρτο, σμυριδόχαρτο

esmerilado, da 1. ε, γυαλισμένος, -η, -o με σμύριδα,

cristal esmerilado, κρύσταλλο γυαλισμένο με σμύριδα

papel esmerilado, σμυριδόχαρτο

2. ημιδιαφανής, -ής, -ές απο τρίψιμο σμυρίδας

esmerilado 1. α, τχν, γυάλισμα με σμύριδα

2. για μέταλλο, επικάλυψη με σμύριδα

3. για βαλβίδες, φθορά από τριβή

esmerilar 1. ρμ, τχν, πρχ σμυριλιάζω= γυαλίζω με σμύριδα

2. αφαιρώ διαφάνεια σε γυαλί τρίβοντας με σμύριδα

3. φθείρω βαλβίδες

Scroll to Top