ESCRUTAR= ΠΡΧ ΣΚΡΑΤΣ Ή ΞΕΣΚΑΡΤΑΡΩ> ΕΞΕΤΑΖΩ ΛΕΠΤΩΜΕΡΩΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escrutar πρχ κάνω σκράτς σε κάτι= το ψάχνω πολύ ή ξέ-σκαρτάρω λεπτομέρειες
1. ρμ, κοιτάζω εξονυχιστικά κάτι, διερευνώ, εξετάζω λεπτομερώς,
escrutó el texto en busca de erratas, εξέτασε το κείμενο σε αναζήτηση για λάθη
2. μτφ, ξε-σκαρτάρω ψήφους= καταμετρώ σε εκλογές ψήφους,
tras escrutar los votos podremos hablar de resultados,
αφ’ ότου καταμετρήσουμε τους ψήφους θα μπορέσουμε να μιλήσουμε για αποτελέσματα
escrutinio 1. α, εξονυχιστική, σχολαστική εξέταση, έλεγχο ενδελεχή,
El documento será sujeto al escrutinio del perito,
Το έγγραφο θα υποβληθεί σε εξονυχιστική εξέταση από τον ειδικό
2. καταμέτρηση ψήφων, escrutinio de votos
3. διαλογή δελτίων, de quiniela, escrutinio de aciertos, διαλογή επιτυχιών δελτίων
4. εκφ, efectuar, hacer el escrutinio de los votos, καταμετρώ τις ψήφους
escrutador, ra 1. ε, εξεταστικός, -ή, -ό, διερευνητικός, -ή, -ó, εξονυχιστικός, -ή, -ó,
tiene una mirada escrutadora, έχει μια ματιά διερευνητική
2. καταμετρητικός, -ή, -ό σε ψήφους
3. α θ, καταμετρητής, -ια σε ψήφους
inescrutable 1. ε, πρχ ανευ- ξε-σκαρταρήσματος= ανεξιχνίαστος, -η, -o, ανεξέταστος, -η, -ο, άγνωστος, -η, -ο, los caminos del Señor son inescrutables,
άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου
escroto 1. α, ανα, πρχ εσκροτο> όσχεο
escrotal 1. ε, ανα, σχετικός, -ή, -ό με το οσχέο
escudriñar 1. ρμ, πρχ εσκουδρινιαρ> σκανάρω με το μάτι= παρατηρώ, σαρώνω,
El capitán escudriñó el horizonte en busca de barcos piratas,
Ο καπετάνιος σάρωσε τον ορίζοντα για πειρατικά πλοία
2. εξετάζω λεπτομερώς, εξονυχιστικά, escudriñaba minuciosamente las causas del crimen,
εξέταζε εξονυχιστικά τις αιτίες του εγκλήματος
escudriñamiento 1. α, σκανάρισμα με το μάτι= παρατήρηση, σάρωση
2. λεπτομερής, εξονυχιστική εξέταση