ESCRÚPULO= ΠΡΧ ΣΚΟΠΕΛΟΣ> ΣΑΝ ΠΕΤΡΑΔΑΚΙ, ΜΤΦ ΣΚΟΠΕΛΟΣ,
ΠΡΧ ΣΚΡΑΜΠΛ> ΜΤΦ ΨΑΞΙΜΟ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΣΧΟΛΑΣΤΙΚΟΤΗΤΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
escrúpulo 1. α, πρχ πρχ σκόπελος σαν πέτρα= πετραδάκι στο παπούτσι
me ha entrado un escrúpulo en el zapato, μου έχει μπει ένα πετραδάκι στο παπούτσι
2. μτφ, πρχ σκόπελος συνείδησης= ενδοιασμός, αμφιβολία, δισταγμός να κάνω κάτι,
no lo hizo porque sentía escrúpulos, δεν το έκανε γιατί είχε αμφιβολίες
3. μτφ, σκραμπλ= σχολαστικότητα, επιμέλεια, πολύ φροντίδα όταν κάνω κάτι,
admiro su escrúpulo en el trabajo, θαυμάζω τη σχολαστικότητά του στη δουλειά
4. μτφ, αηδία, αποστροφή για κάτι, σαν να παίζω σκραμπλ και να ψάχνω λεπτομέρειες,
tiene muchos escrúpulos con la comida, έχει πολλές αποστροφές με το φαγητό
5. εκφ, darle escrúpulos a alguien, κάτι προκαλεί αηδία, αποστροφή σε κάποιον,
me da escrúpulos ir al aseo de una estación,
μου προκαλεί αηδία να πάω στις τουαλέτες ενός σταθμού
ή έχω ενδοιασμούς για να κάνω κάτι
sin escrúpulo, χωρίς ενδοιασμούς, συνείδηση όταν ενεργεί, una persona sin escrúpulos,
ένα άτομο χωρίς ενδοιασμούς
escrupuloso, sa 1. ε, σχολαστικός, -ή, -ό, λεπτολόγος, -ος, -o,
es un científico muy escrupuloso, είναι ένας επιστήμονας πολύ σχολαστικός
2. ευσυνείδητος, -η, -o, no es nada escrupulosa, δεν είναι καθόλου ευσυνείδητη
3. ευαίσθητος, -η, -ο, λεπτεπίλεπτος, -η, -o, es escrupuloso con la comida,
είσαι λεπτεπίλεπτος με το φαγητό
es tan escrupulosa que para limpiar su lavabo usa guantes,
είναι τόσο ευαίσθητη που για να καθαρίσει το νεροχύτη της χρησιμοποιεί γάντια
inescrupuloso, sa 1. ε, χωρίς σκόπελο συνείδησης= ασυνείδητος, -η, -ο, αδίστακτος, -η, -ο
ανενδοίαστος, -η, -ο, pasó a la historia criminal como el asesino más inescrupuloso,
Έμεινε στην ιστορία του εγκλήματος ως ο πιο αδίστακτος δολοφόνος
escrupulosidad 1. θ, σχολαστικότητα
2. ευσυνειδησία
3. ευαισθησία σε φαγητά, καθαριότητα
escrupulosamente 1. επρ, σχολαστικά
2. ευσυνείδητα
3. με αποστροφή