DIGNO

DIGNO= ΡΙΖΑ ΔΙΚ-, ΔΟΚ-, ΔΕΚ-, ΠΡΧ ΔΕΚΤΟ, ΔΟΚΩ, ΠΡΧ ΔΑΣΚΑΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

doxología 1. θ, δοξολογία

pandectas 1. θ πλ, νομ, πανδέκτης

paradoja 1. θ, παράδοξο

paradójico, ca 1. ε, παράδοξος, -η, -o

paradójicamente 1. επρ, παραδόξως

sinécdoque 1. θ, γρμ, συνεκδοχή

diadoco 1. α αρχ, διάδοχος

didáctica 1. θ, διδακτική

didáctico, ca 1. ε, διδακτικός, -ή, -ó

didactismo 1. α, διδακτισμός

didascalia 1. θ, διδασκαλία

2. θτρ, διδασκαλία θεατρικού έργου

didácticamente 1. επρ, διδακτικά

docimasia 1. θ, δοκιμασία σε ορυκτά για ποσοστό μετάλλου, καθαρότητα

2. ιατ, δοκιμασία σε νεκρό έμβρυο για αναπνοή πριν πεθάνει

docimástica 1. ε, θ, δοκιμαστικός, -η, -ο> σχετικός, -ή, -ό με την δοκιμασία, δοκιμασία

dogma 1. α, δόγμα, los dogmas de la Iglesia, τα δόγματα της Εκκλησίας

2. σνθ, dogma de fe θρη, δόγμα της πίστης

dogmáticamente 1. επρ, δογματικά

dogmático, ca 1. ε, α θ, δογματικός, -ή, -ó, δογματιστής

dogmatismo 1. α, δογματισμός

dogmatista 1. ε, α θ, δογματικός, -ή, -ó, δογματιστής

dogmatizar 1. ρμ, δογματίζω

2. διδάσκω δόγμα

dogmatizador, ra 1. ε, δογματιστικός, -ή, -ό

2. α, δογματιστής

dogmatizante πρχ δογματ-ίζων

1. ε, δογματικός, -ή, -ό

2. α, δογματιστής

doctrina 1. θ, δόγμα σαν σύνολο γνώσης σε επιστήμη

2. διδασκαλία σε κάποιο αντικείμενο γνώσης

3. δόγμα σαν πιστεύω σε κάτι, doctrina liberal, δόγμα ελευθέρων (πολ)

doctrinar, adoctrinar 1. ρμ, ραντ, διδάσκω δόγμα, κατηχώ, δογματίζω,

El profesor ha sido acusado de adoctrinar a sus alumnos con sus creencias políticas,

Ο καθηγητής κατηγορείται ότι κατηχεί τους μαθητές του με τις πολιτικές του πεποιθήσεις,

no se dejó adoctrinar por los fanáticos del partido,

δεν αφέθηκε να δογματιστεί από τους φανατικούς του κόμματος

2. δασκαλεύω σε κάτι, διδάσκω γνώση σε κάποιον

adoctrinamiento 1. α, διδαχή δόγματος, καθοδήγηση, κατήχηση

doctrinal 1. ε, δογματικός, -ή, -ó, preceptos doctrinales, δογματικές κανόνες

2. α, βιβλίο με κανόνες δόγματος, doctrinal religioso

doctrinario, ria 1. ε, α θ, που ακολουθεί ένα δόγμα, δογματικός, -ή, -ό, δογματιστής, -ια

doctrinarismo 1. α, δογματισμός

doctrinero 1. α, ιστ, ιεραπόστολος που δίδασκε δόγμα

fonda 1. θ, πρχ φον-δα> παν-δο = παν-δοχείο, ξενώνας

fondista 1. α θ, παν-δοχ-(ιστής)= πανδοχέας, ιδιοκτήτης ξενώνα

alhóndiga 1. θ, πρχ αλ-ηον-διγα> σα παν-δοχείο= οίκημα συναλλαγής σιτεμπόρων

dexiocardia 1. θ, ιατ, δεξιοκαρδία

dextrocardia 1. θ, ιατ, δεξιοκαρδία

ambidextro, a, 1. ε, α θ, αμφιδέξιος, -α, -ο

dexteridad 1. θ, επιδεξιότητα

dextrina 1. θ, χημ, δεξτρίνη

dextrosa 1. θ, χημ, δεξτρόζη

dextrógiro, ra 1. ε, φσκ, πρχ δεξιο-γυρο= δεξιόστροφος, -η, -o

dextrorso, sa 1. ε, λογ, δεξιό-στροφος, -η, -o, movimiento dextrorso, δεξιόστροφη κίνηση

dextrórsum 1. επρ, λογ, δεξιόστροφα

destreza πρχ δε-στρεσα> δεξιο-στροφία

1. θ, δεξιο-τεχνία, επι-δεξιότητα, δεξιότητα, tiene destreza para la costura,

έχει επιδεξιότητα για το ράψιμο

Le compramos al bebé un juguete para desarrollar la destreza manual,

Αγοράσαμε στο μωρό ένα παιχνίδι για να αναπτύξει την επιδεξιότητα των χεριών

destrísimo, ma 1. ε, επιδεξιότατος, -η, -ο, ικανότατος, -η, -ο,

destrón 1. α, πρχ δεξιο-στρατος= συνοδός τυφλού

diestra 1. θ, λογ, δεξιά χείρα

2. ερλ, δεξιά πλευρά θυρεού

3. εκφ, a la diestra, στα δεξιά

diestramente 1. επρ, επιδέξια

diestro, tra 1. ε, που είναι στα δεξιά, δεξιός, -ά, -ιό,

Por favor, levante su mano diestra para hacer el juramento,

Παρακαλώ σηκώστε το δεξί σας χέρι για να ορκιστείτε, να δώσετε όρκο,

a mano diestra queda el museo, στο αριστερό χέρι είναι το μουσείο

2. για άτομο, που χρησιμοποιεί τα δεξιά άκρα, δεξιόχειρας, yo soy diestro,

εγώ είμαι δεξιόχειρας

3. επιδέξιος, -α, -o, es diestro en bricolaje, είναι επιδέξιος στα οικοδομικά

Martha se ha vuelto diestra en el uso de la tecnología,

Η Μάρθα έχει γίνει επιδέξια στη χρήση της τεχνολογίας

4. μτφ, δεξιόστροφος στο μυαλό= έξυπνος, -η, -ο στο να βρίσκει λύσεις σε δυσκολίες

5. μτφ, που πάει δεξιά, ευνοϊκός, -ή, -ό

6. ερλ, στη δεξιά πλευρά θυρεού

7. α θ, δεξιόχειρας

8. ποδ, δεξιοπόδαρος, Soy diestro, pero a veces pateo con el pie izquierdo,

Είμαι δεξιόχειρας, αλλά μερικές φορές κλωτσάω με το αριστερό μου πόδι

9. εκφ, a diestra y (a) siniestra, δεξιά και αριστερά

a diestro y siniestro, μτφ, δεξιά κι αριστερά, προς όλες τις πλευρές, μοιράζω όπου νά ‘ναι, χωρίς διάκριση, απερίσκεπτα, No regales tu número de teléfono a diestro y siniestro,

Μην χαρίζεις τον αριθμό τηλεφώνου σου δεξιά κι αριστερά

diestro 1. α, ταυ, ταυρομάχος, El diestro salió al ruedo dispuesto a enfrentarse con el toro,

Ο ταυρομάχος βγήκε στην αρένα έτοιμος να αντιμετωπίσει τον ταύρο

2. αγρ, καπίστρι, χαλινάρι, που οδηγεί με το χέρι= δεξιά

indiestro, a 1. ε, πρχ άνευ-δεξιότητας= αδέξιος, -α, -ο, μη επιδέξιος, -α, -ο για κάτι

destral 1. α, ξινάρι, τσεκουράκι, επειδή χειρίζεται με ένα χέρι= δεξιά

adiestrar πρχ κάνω επι-δέξιο

1. ρα, για ζώα, εκγυμνάζω, δαμάζω, εκπαιδεύω,

adiestró a su perro para que atacara a los ladrones,

εκπαίδευσε τον σκύλο του για να επιτιθόταν στους κλέφτες

Adiestré a mi perro para que se siente y también para que dé la pata,

Εκπαίδευσα τον σκύλο μου για να κάθεται και επίσης για να δίνει το πόδι του

2. για άτομα, κάνω επιδέξιο σε κάτι, εκπαιδεύω,

adiestraban a los niños en el juego del ajedrez,

εκπαίδευσαν τα παιδιά στο παιχνίδι του σκακιού

3. ραντ, γίνομαι επιδέξιος σε κάτι, εξασκούμαι, προετοιμάζομαι, προπονούμαι,

El equipo de natación se adiestró por más de tres horas esta tarde,

Η ομάδα κολύμβησης προπονήθηκε για πάνω από τρεις ώρες σήμερα το απόγευμα,

adiestra para las pruebas, προετοιμάζεται για τις εξετάσεις,

se ha adiestrado en el manejo de la espada, έχει γίνει επιδέξιος στον χειρισμό του σπαθιού

adiestramiento 1. α, εκγύμναση ζώων, δάμασμα, πρχ ντρεσάζ για ιππικούς αγώνες,

el adiestramiento de un caballo, το ντρεσάζ του αλόγου

2. καθοδήγηση, εκπαίδευση, adiestramiento militar, εκπαίδευση στρατιωτική

adiestrado, da 1. ε, εκπαιδευμένος, -η, -o, un ejército bien adiestrado,

ένας καλά εκπαιδευμένος στρατός

2. ερλ, κατατετμημένος, -η, -ο επί δεξιά

adiestrador, ra 1. ε, α θ, εκπαιδευτικός, -ή, -ό, εκπαιδευτής, -ια

adestrar 1. ρμ, adiestrar

adestrado, da 1. ε, ερλ, κατατετμημένος, -η, -ο επί δεξιά

doctor, ra πρχ δόκτορας

1. α θ, διδάκτορας, δόκτορας, διδάκτωρ σε πανεπιστήμιο,

Su novia es doctora en economía, Η κοπέλα του είναι διδάκτορας στα οικονομικά,

doctor en διδάκτορας σε, doctor en ciencias, en derecho por la Universidad de…

διδάκτορας Επιστημών, Νομικής Πανεπιστημίου…

2. ιατρός, δόκτορας, mi hermano es doctor, ο αδερφός μου είναι ιατρός

3. σνθ, doctor arquitecto, διδάκτορας Αρχιτεκτονικής

doctor honoris causa, επίτιμος διδάκτορας

doctor ingeniero, διδάκτορας μηχανικός

doctor de la Iglesia, θρη, Πατέρας της Εκκλησίας, Άγιος

4. εκφ, investir a alguien doctor honoris causa,

εν-δύω= αναγορεύω κάποιον επίτιμο διδάκτορα

doctorado 1. α, διδακτορικό, alumno, curso de doctorado, φοιτητής, μάθημα διδακτορικού

2. εκφ, hacer el doctorado, κάνω, ετοιμάζω διδακτορικό

sacarse el doctorado, αποκτώ διδακτορικό

doctoral 1. ε, διδακτορικός, -ή, -ó, tesis doctoral, διδακτορική διατριβή,

ή μτφ, σαν διδάκτορας = πομπώδες, -ης, -η, un tono doctoral, ένας πομπώδης τόνος

doctorar 1. ρμ, χορηγώ το τίτλο του διδάκτορα

2. ραντ, αποκτώ τον τίτλο του διδάκτορα

doctoramiento 1. α, απόκτηση βαθμού διδάκτορα

doctorando, da 1. α θ, υποψήφιος, -α διδάκτωρ

docto, ta 1. ε, διδάκτωρ σε κάτι= ειδικός, -ή, -ó, εξπέρ, με βαθιά γνώση σε κάτι,

es muy docto en esa materia, είναι ειδικός, πολύ εξπέρ σε αυτό το αντικείμενο

2. λόγιος, -η, -ο, Mi abuelo era un intelectual que se movía en círculos eruditos,

Ο παππούς μου ήταν ένας διανοούμενος που κινούνταν σε λόγιους κύκλους

3. α θ, ειδήμων, επαΐων, -ουσα

indocto, cta 1. ε, α θ, πρχ μη-ειδικός= αμαθής, -ής, -ές, αδαής, -ής, -ές

doctamente 1. επρ, με τρόπο διδάκτορα= λόγια

docencia πρχ δοκ-ενσια> διδ-δασκ-αλία

1. θ, διδασκαλία, se dedica a la docencia, ασχολείται με τη διδασκαλία

docente 1. ε, πρχ δασκ-αλεύων= διδασκαλικός, -ή, -ό, διδακτικός, -ή, -ó,

el cuerpo docente, το διδασκαλικό, εκπαιδευτικό σώμα

personal docente, διδακτικό προσωπικό

centro docente, κέντρο διδασκαλίας

2. α θ, διδάσκαλος

dócil πρχ δοκ-ιλ> επι-δεκτ-ικός σε κάτι

1. ε, επι-δεκτικός, -ή, -ό μάθησης, εύκολος να εκπαιδευθεί,

alumno dócil, φοιτητής επιδεκτικός μάθησης

2. πειθήνιος, -α, -ο, El hijo de Samantha tiene un carácter dócil y la gente se aprovecha de él,

Ο γιος της Σαμάνθα έχει ένα πειθήνιο χαρακτήρα και οι άνθρωποι τον εκμεταλλεύονται

3. για ζώο, ήμερος, -η, -ο, πράος, -α, -o, es un caballo muy dócil, είναι πολύ ήμερο άλογο 4. υπάκουος, -η, -ο, πειθαρχικός, -ή, -ό, mi hija es muy dócil,

η κόρη μου είναι πολύ υπάκουη

5. για υλικό, μέταλλο, εύκαμπτος, -η, -ο, ευλύγιστος, -η, -o, metal dócil, ευλύγιστο μέταλλο

docilitar 1. ρμ, κάνω κάποιον υπάκουο, επιδεκτικό μαθήσεως

2. κάνω ζώο πράο, ήρεμο

3. κάνω υλικό εύπλαστο

docilidad 1. θ, ιδιότητα του dócil

dócilmente 1. επρ, υπάκουα, πειθήνια, πράως

indócil 1. ε, μη-επιδεκτικός, -ή, -ο μαθήσεως, ανεπίδεκτος, -η, -ο, που δεν είναι dócil

2. απείθαρχος, -η, -ο

3. ανυπάκουος, -η, -ο, es un niño indócil, είναι ένα ανυπάκουο παιδί

indocilidad 1. θ, ιδιότητα του indócil

documento πρχ ντοκουμέντο, πρχ αυτό που δοκώ σε έγγραφο

1. α, έγγραφο, ντοκουμέντο, existen documentos de los servicios secretos,

υπάρχουν έγγραφα των μυστικών υπηρεσιών

Dejé los documentos con toda la información en tu mesa ayer,

Άφησα τα έγγραφα με όλες τις πληροφορίες στο τραπέζι σου χθες

2. ντοκουμέντο, έγγραφο σαν απόδειξη για κάτι,

este documento prueba que yo soy el propietario de la casa,

αυτό το έγγραφο αποδεικνύει πως εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης του σπιτιού

3. πλφ, έγγραφο, guárdalo en Mis documentos, αποθήκευσε το στα Έγγραφά μου

4. επίσημο έγγραφο, άδεια, Necesitaremos ver el documento de matrícula del carro,

Θα χρειαστεί να δούμε την άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου

5. σνθ, documento justificativo, δικαιολογητικό

documento nacional de identidad, αστυνομικό δελτίο ταυτότητας

documento privadο, νομ, ιδιωτικό έγγραφο

documento público, νομ, δημόσιο έγγραφο

documentación 1. θ, έγγραφο, ντοκουμέντο, χαρτί που πιστοποιεί κάτι,

no tengo la documentación del coche, δεν έχω τα χαρτιά του αυτοκινήτου

el policía le pidió la documentación, ο αστυνομικός του ζήτησε τα έγγραφα του

2. σύνολο από ντοκουμέντα που αποδεικνύουν κάτι, τεκμηρίωση, πληροφορίες,

equipo de documentación,ομάδα τεκμηρίωσης

la documentación aportada por la acusación, οι πληροφορίες που παρέχει o καταγγέλλων, el profesor nos pidió buscar documentación sobre el cambio climático,

o καθηγητής μάς ζήτησε να βρούμε πληροφορίες για την κλιματική αλλαγή

documentado, da 1. ε, με ντοκουμέντα, ενημερωμένος, -η, -o, πληροφορημένος, -η, -ο,

un periodista muy documentado, ένας πολύ καλά ενημερωμένος δημοσιογράφος

estar bien, mal documentado sobre algo είμαι, δεν είμαι καλά πληροφορημένος για κάτι

2. τεκμηριωμένος, -η, -o, Se trata de una tesis doctoral bien documentada,

Πρόκειται για μια καλά τεκμηριωμένη διδακτορική διατριβή

3. που έχει μαζί του έγγραφα, χαρτιά πιστοποίησης, πιστοποιημένος, -η, -ο

no puedo viajar porque no voy documentado,

δεν μπορώ να ταξιδέψω γιατί δεν έχω μαζί μου χαρτιά

indocumentado, da 1. ε, χωρίς χαρτιά, ταξιδιωτικά έγγραφα, απιστοποίητος, -η, -ο,

La policía arrestó a un hombre indocumentado y lo llevó a la comisaría,

Η αστυνομία συνέλαβε έναν άνδρα χωρίς χαρτιά και τον οδήγησε στο αστυνομικό τμήμα

Los trabajadores indocumentados fueron deportados,

Οι απιστοποίητοι εργαζόμενοι απελάθηκαν

2. για γεγονός, γνώμη, χωρίς να βασίζεται σε ντοκουμέντα, αβάσιμος, -η, -ο, acontecimientos indocumentados, αβάσιμα γεγονότα

3. α θ, άτομο χωρίς χαρτιά, ταξιδιωτικά έγγραφα

4. οικ, μτφ, χωρίς ντοκουμέντα= γνώση, αμαθής, αδαής, es un indocumentado, είναι αδαής,

No sé cuál es la capital de Mianmar, pero eso no me convierte en indocumentado,

Δεν ξέρω ποια είναι η πρωτεύουσα της Μιανμάρ, αλλά αυτό δεν με καθιστά αμαθή

documentar 1. ρμ, τεκμηριώνω με ντοκουμέντα, documentó su teoría,

τεκμηρίωσε την θεωρία του

2. ρμ, ραντ, ενημερώνω κάποιον για κάτι με ντοκουμέντα, ενημερώνομαι, πληροφορούμαι,

documéntese sobre sus derechos, ενημερωθείτε για τα δικαιώματα σας,

se documentó antes de escribir el articulo,

συγκέντρωσε πληροφορίες πριν γράψει το άρθρο

documental 1. ε, βασισμένος, -η, -ο σε ντοκουμέντα, τεκμηριωμένος, -η, -ο,

prueba documental, απόδειξη τεκμηριωμένη

2. α, ντοκιμαντέρ, Estoy mirando un documental sobre Nelson Mandela,

Βλέπω ένα ντοκιμαντέρ για τον Νέλσον Μαντέλα

documentalista 1. α θ, που μαζεύει ντοκουμέντα για κάτι, τεκμηριωτής, -ια

2. κνμ, ντοκιμαντερίστας, -ια

decorado πρχ ντεκόρ= δια-κόσμηση

1. α, σύνολο στολιδιών, διακόσμηση, διάκοσμος

2. κνμ, θτρ, σκηνογραφία, σκηνικό, El decorado de la obra de teatro,

Η σκηνογραφία του θεατρικού έργου

3. εκφ, formar, ser parte del decorado, αποτελώ μέρος του σκηνικού

decorador, ra πρχ ντεκορατερ

1. α θ, διακοσμητής, -ια

2. κνμ, θτρ, σκηνογράφος

3. σνθ, decorador de escaparates, διακοσμητής βιτρινών

decorador de interiores, διακοσμητής εσωτερικών χώρων

decorativismo 1. α, τεχ, διακοσμητισμός, ντεκορατιβισμός

decorativista 1. ε, τεχ, ντεκορατιβιστικός, -ή, -ó

decorativo, va 1. ε, διακοσμητικός, -ή, -ó

decorar 1. ρμ, ρα, διακοσμώ, Me gustaría decorar la sala de estar con más pinturas,

Θα ήθελα να διακοσμήσω το σαλόνι με περισσότερους πίνακες

decoración 1. θ, διακόσμηση σαν πράξη, τέχνη, τεχνική,

se ocupa de la decoración de la casa, ασχολείται με τη διακόσμηση του σπιτιού

2. σύνολο στολιδιών= διακόσμηση, διάκοσμος, me gusta mucho la decoración de esta casa,

μου αρέσει πολύ η διακόσμηση αυτού του σπιτιού

3. κνμ, θτρ, σκηνικό, ντεκόρ

4. σνθ, decoración de interiores, de escaparates,

διακόσμηση εσωτερικών χώρων, βιτρινών

decoro πρχ ντεκορ= κοσμιότητα, ευ-πρέπεια ή κάτι απο-δεκτό

1. α, μτφ, αιδώς, ευπρέπεια, κοσμιότητα, una falta de decoro, έλλειψη αιδούς

guardar el decoro, κρατώ τα προσχήματα

Un niño bueno siempre se comporta con decoro y nunca dice groserías,

Ένα καλό αγόρι συμπεριφέρεται πάντα με ευπρέπεια και ποτέ δεν λέει βρισιές

2. τιμή και σεβασμός προς κάποιον, Hombre de decoro, άνδρας με τιμή

Dirígete a tu madre con el debido decoro, jovencito,

Απευθύνσου στη μητέρα σου με τον οφειλόμενο σεβασμό, νεαρέ

3. αξιοπρέπεια, σεμνοπρέπεια, vivir con decoro, ζω αξιοπρεπώς,

Lleva su vida con decoro a pesar de no ganar mucho dinero,

Ζει την ζωή του με αξιοπρέπεια, παρόλο που δεν βγάζει πολλά χρήματα

decoroso, sa 1. ε, ευπρεπής, -ής, -ές, κόσμιος, -α, -ο, σεμνός, -ή, -ó,

un vestido poco decoroso, ένα ελάχιστα σεμνό φόρεμα

La joven princesa ya demostraba unos modales decorosos admirados por todos,

Η νεαρή πριγκίπισσα ήδη επεδείκνυε ευπρεπείς τρόπους, θαυμαστούς από όλους

2. αξιοπρεπής, -ής, -ές, Los trabajadores de esta empresa tienen un sueldo decoroso,

Οι εργαζόμενοι αυτής της εταιρείας έχουν αξιοπρεπή μισθό

decorosamente 1. επρ, ευπρεπώς, σεμνά, κόσμια

2. με σεβασμό, σεβάσμια

3. με αξιοπρέπεια, αξιοπρεπώς

indecoro 1. α, πράξη μη αποδεκτή= αγένεια, απρέπεια, ασέβεια, αναίδεια

indecoroso, sa 1. ε, για άτομο, άκοσμος, -η, -ο, απρεπής, -ής, -ές, αγενής, -ής, -ές,

ασεβής, -ής, -ές, αναιδής, -ές, -ή

2. ανάρμοστος, -η, -ο, conducta indecorosa, ανάρμοστη συμπεριφορά

condecorar 1. ρμ, πρχ δίνω ντεκορ σε κάποιον> τιμή, διάκριση για κάτι= παρασημοφορώ,

lo condecoraron por su valentía, τον παρασημοφόρησαν λόγω του θάρρους του

condecoración 1. θ, παρασημοφόρηση

2. μετάλλιο, παράσημο

condecorado, da 1. ε, παρασημοφορημένος, -η, -ο

digno, na πρχ διγκ-νο> απο-δεκτός, -ή, -ό ή ευ-δεικτος> που μπορεί να δειχθεί

1. ε, αξιοπρεπής, -ής, -ές, reclamamos un salario digno, απαιτούμε έναν αξιοπρεπή μισθό,

una señora muy digna, μια κυρία πολύ αξιοπρεπής

2. άξιος, -α, -o, no soy digno de tu amistad, δεν είμαι άξιος της φιλίας σου

El lazo entre las dos hermanas es digno de admirar,

Ο δεσμός μεταξύ των δύο αδελφών είναι άξιος θαυμασμού

dignidad 1. θ, αξιοπρέπεια, lo he perdido casi todo, pero conservo la dignidad,

τα έχω χάσει σχεδόν όλα, αλλά διατηρώ την αξιοπρέπειά μου

2. αξίωμα, θέση εργασίας, El expresidente obtuvo la dignidad de ministro,

Ο πρώην πρόεδρος απέκτησε το αξίωμα του υπουργού

3. επίσημο πρόσωπο, προσωπικότητα, dignidades eclesiásticas,

εκκλησιαστικές επίσημα πρόσωπα

4. μεγαλοπρέπεια, la dignidad de una catedral, η μεγαλοπρέπεια ενός καθεδρικού ναού

indignidad 1. θ, αναξιοπρέπεια

dignatario, ria 1. α θ, αξιωματούχος, es un alto dignatario de la embajada,

Είναι υψηλόβαθμος αξιωματούχος της πρεσβείας

dignarse πρχ διγκναρ> δεικνύω συγκατάβαση ή δέχομαι να κάνω κάτι

1. ραντ, καταδέχομαι να κάνω κάτι, no se dignó hablarles, Δεν καταδέχτηκε να τους μιλήσει

no se dignó a hablar con nosotros durante la reunión,

δεν καταδέχτηκε να μιλήσει με εμάς κατά την διάρκεια της συγκέντρωσης

dignamente 1. επρ, με τρόπο απο-δεκτό= ευπρεπώς, αξιοπρεπώς,

Todo el mundo tiene derecho a trabajar dignamente,

Όλοι έχουν δικαίωμα να εργάζονται αξιοπρεπώς

Para entrar en el restaurante hay que ir vestido dignamente

Για να μπείτε στο εστιατόριο πρέπει να είστε ντυμένοι ευπρεπώς

2. αξίως, Tú sabes que conseguí mi actual empleo dignamente. No lo mendigué,

Εσύ ξέρεις ότι κατάφερα την τωρινή μου εργασία αξίως. Δεν την ζητιάνευσα

indigno, na 1. ε, ανάξιος, -α, -o, es indigno de ese honor, είναι ανάξιος αυτής της τιμής,

El actor es indigno de este premio porque ni siquiera sabe actuar,

Ο ηθοποιός είναι ανάξιος αυτού του βραβείου επειδή δεν ξέρει καν πώς να παίξει

2. ανάρμοστος, -η, -ο, eso es indigno de ti, αυτό είναι ανάρμοστο για σένα

3. αναξιοπρεπής, -ής, -ές, es un político indigno, είναι ένας πολιτικός αναξιοπρεπής

indino, na 1. ε, οικ, πρχ ανα-δεκτο= για παιδί, κατεργάρης, -α, -ικο, παμπόνηρος, -η, -o,

endino, na 1. ε, οικ, κακορίζικος, -η, -o, στριμμένος, -η, -o

indignar 1. ρμ, πρχ ιν-διγκναρ> αντι-δεικνύω ή προκαλώ μη αποδεκτή στάση= εξοργίζω,

me indigna su desfachatez, με εξοργίζει η ξεδιαντροπιά του,

El comportamiento arrogante del cantante indignó a sus seguidores,

Η αλαζονική συμπεριφορά του τραγουδιστή εξόργισε τους θαυμαστές του

2. ραντ, βγαίνω από το αποδεκτό> βγαίνω απο τα ρούχα μου, αγανακτώ,

εξοργίζομαι με κάποιον, ¡es para indignarse! είναι να αγανακτεί κανείς!

se indignó con el funcionario que le atendió,

βγήκε από τα ρούχα του, εξοργίστηκε με τον δημόσιο που τον εξυπηρέτησε

Los ciudadanos se indignan cada vez que sale a la luz un nuevo caso de corrupción política,

Οι πολίτες εξοργίζονται κάθε φορά που έρχεται στο φως μια νέα υπόθεση πολιτικής διαφθοράς

indignación 1. θ, αγανάκτηση, Su indignación estaba totalmente justificada,

Η αγανάκτηση του ήταν απόλυτα δικαιολογημένη

2. θυμός, οργή, la falta de delicadeza le produjo una gran indignación,

Η έλλειψη διακριτικότητας του προκάλεσε μια έντονη οργή

indignado, da 1. ε, αγανακτισμένος, -η, -ο, εξοργισμένος, -η, -ο

indignante 1. ε, εξοργιστικός, -ή, -ó, Es indignante que haya tanta pobreza en un país tan rico

Είναι εξοργιστικό να υπάρχει τόση φτώχεια σε μια τόσο πλούσια χώρα.

indignamente 1. επρ, αγανακτισμένα

dignificar πρχ δεκτό-φτιάχνω> κάνω δεκτό και με αξία

1. ρμ, προσδίδω αξιοπρέπεια, su presencia dignifica los actos de esta noche,

η παρουσία του δίδει αξιοπρέπεια στις τελετές αυτής της βραδιάς

El trabajo honesto y bien remunerado dignifica a una persona,

Η έντιμη και καλά αμειβόμενη εργασία προσδίδει αξιοπρέπεια σε έναν άνθρωπο

2. δίνω αξία, "No voy a dignificar el comentario del presidente con una respuesta," dijo el candidato opositor, «Δεν πρόκειται να δώσω αξία στο σχόλιο του προέδρου με μια απάντηση», δήλωσε ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης

3. τιμώ πρόσωπο, χώρα, Hemos de recordarles y dignificar su memoria,

Οφείλουμε να τους θυμόμαστε και να τιμούμε τη μνήμη τους

dignificante 1. ε, αξιοπρεπής, -ής, -ές

desdén 1. α, πρχ ντες-δεν> αντι-δεκτο> δεν δέχομαι κάτι= περι-φρόνηση, απ-αξίωση,

le miró con frío desdén, την κοίταξε με απαξίωση

desdeñar 1. ρα, πρχ αντι-δέχομαι ή αντι-δεικνύω κάποιον= περι-φρονώ, κατα-φρονώ,

no hay que desdeñar al enemigo pequeño, δεν πρέπει να καταφρονείς τον μικρό εχθρό

Mi vecino misógino desdeña a las mujeres que deciden no tener hijos,

Ο μισογύνης γείτονάς μου περιφρονεί τις γυναίκες που επιλέγουν να μην κάνουν παιδιά

2. απαξιώ, απαξιώνω, αποποιούμαι, δεν δέχομαι όπως πρέπει,

desdeñó las amistades que aparecieron con el éxito,

απαξίωσε τις φιλίες που εμφανίστηκαν με την επιτυχία

desdeñoso, sa 1. ε, ακατάδεκτος, -η, -o, απαξιωτικός, -ή, -ό, περιφρονητικός, -ή, -ó,

υπεροπτικός, -ή, -ό, rechazó el postre con un gesto desdeñoso,

απέρριψε το επιδόρπιο με μια χειρονομία περιφρονητική

La vendedora nos miró de arriba abajo con gesto desdeñoso,

Η πωλήτρια μας κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω με περιφρονητική έκφραση

2. α θ, υπερόπτης, -ια

desdeñable 1. ε, αξιοκαταφρόνητος, -η, -o, ευκαταφρόνητος, -η, -o,

una cantidad nada desdeñable, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό

desdeñosamente 1. επρ, περιφρονητικά

decencia πρχ δεκ-ενσια> απο-δεκ-τότητα σε κάτι

1. θ, αποδεκτότητα ηθικά και κοινωνικά, κοσμιότητα, αξιοπρέπεια, ευπρέπεια,

¡un poco de decencia, que hay niños!

λίγη ευπρέπεια παρακαλώ, υπάρχουν και παιδιά εδώ!

2. τιμιότητα, ευθύτητα σε πράξεις, λόγια, τσίπα, φιλότιμο,

actúa con decencia, πράξε με τιμιότητα,

César no tuvo la decencia de llamar para avisar que no iba a venir,

Ο Σίζαρ δεν είχε το φιλότιμο να τηλεφωνήσει για να μας ενημερώσει ότι δεν θα ερχόταν

nadie duda de su decencia, κανείς δεν αμφιβάλλει για την τιμιότητα του

3. εκφ, con decencia, με ευπρέπεια, ευπρεπώς, κόσμια,

vestir con decencia, να ντυθώ με ευπρέπεια

faltar a la decencia, προσβάλλω την αξιοπρέπεια

decente πρχ δεκ-εντε> δεκ-τό ηθικά και κοινωνικά, σε αποδεκτά όρια

1. ε, κόσμιος, -α, -o, ευπρεπής, -ής, ές, αξιοπρεπής, -ές, -ή,

El señor Iglesias es un hombre decente y generoso,

Ο κ. Ιγκλέσιας είναι ένας αξιοπρεπής και γενναιόδωρος άνθρωπος,

se considera una chica muy decente, θεωρείται μια κοπέλα πολύ κόσμια

2. για πράγμα, αξιοπρεπής, -ές, -ή, El salario es decente y las horas de trabajo son flexibles,

Ο μισθός είναι αξιοπρεπής και το ωράριο εργασίας ευέλικτο

3. τίμιος, -α, -ο, έντιμος, -η, -ο, ενάρετος, -η, -ο, σεμνός, -ή, -ó,

una mujer decente, μια ενάρετη γυναίκα

4. για κάτι που είναι στα όρια που πρέπει, αποδεκτός, -ή, -ό, ικανοποιητικός, -ή, -ό,

sueldo decente, μισθός αποδεκτός

decentemente με τρόπο απο-δεκτό κοινωνικά, ηθικά, στα απο-δεκτά όρια

1. επρ, σωστά, αξιοπρεπώς, este sueldo nos permite vivir decentemente,

o μισθός αυτός μας επιτρέπει να ζούμε αξιοπρεπώς

2. ευπρεπώς, vestirse decentemente, να ντυθείς ευπρεπώς

3. για συμπεριφορά, σωστά, αξιοπρεπώς, με αξιοπρέπεια,

hay que portarse decentemente con la gente,

πρέπει να φέρεσαι με αξιοπρέπεια στον κόσμο

indecencia πρχ μη αποδεκτή πράξη, στάση

1. θ, απρέπεια στην ομιλία, πράξη, αγένεια, es una indecencia orinar en la calle,

Είναι μια απρέπεια να ουρείς στο δρόμο

2. έλλειψη σεμνότητας

3. έλλειψη τιμιότητας, condujo las negociaciones con gran indecencia,

διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με μεγάλη έλλειψη τιμιότητας

indecente πρχ μη απο-δεκτό, για πράξη, ρούχο, ομιλία, συμπεριφορά

1. ε, άσεμνος, -η, -o, αισχρός, -ή, -ό, απρεπής, -ής, -ές, απαράδεκτος, -η, -ο,

Esa es una película indecente y no es apropiada para tu edad,

Αυτή είναι μια άσεμνη ταινία και δεν είναι κατάλληλη για την ηλικία σου

La manera en que tratan a los enfermos en ese hospital es totalmente indecente,

Ο τρόπος που φέρονται στους αρρώστους σε αυτό το νοσοκομείο είναι εντελώς απαράδεκτος

2. για φαγητό, ακατάλληλος, -η, -ο,

3. μίζερος, -η, -ο, άθλιος, -α, -ο, ¿Cómo puedes vivir en este lugar tan indecente?

Πώς μπορείς να ζεις σε ένα τόσο μίζερο μέρος;

indecentemente 1. επρ, μη αποδεκτά= απρεπώς, ασέμνως, αναιδώς, απαράδεκτα

adecentar πρχ κάνω κάτι απο-δεκτό

1. ρμ, συγυρίζω το σπίτι, συμμαζεύω χώρο, adecentar la casa, συγυρίζω το σπίτι

2. επισκευάζω, la comunidad decidió adecentar el parque,

η κοινότητα αποφάσισε να επισκευάσει το πάρκο> να το κάνει αποδεκτό

3. ραντ, γίνομαι αποδεκτός για κάτι, εμφάνιση, χώρο, ετοιμάζομαι, φτιάχνομαι,

adecentarse para salir a la calle, φτιάχνομαι για να βγω στο δρόμο

condecir 1. ρα, πρχ συν-δέχομαι για πράγμα= ταιριάζω, συμφωνώ

discípulo, la πρχ δισκι-πουλο> δασκαλό-πουλο= μαθητής σαν δοχείο γνώσης

1. α θ, μαθητής, -ια, Hjelmslev fue un discípulo de Saussure y desarrolló el concepto del signo lingüístico, Ο Χέλμσλεβ ήταν μαθητής του Σωσσύρ και ανέπτυξε την έννοια του γλωσσικού σημείου

2. μαθητής, -ια σε φιλόσοφο, καλλιτέχνη, discípulo de Platón, μαθητής του Πλάτωνα

3. μαθητής Χριστού, En la última cena, Jesús les lavó los pies a sus discípulos,

Στο Μυστικό Δείπνο, ο Ιησούς έπλυνε τα πόδια των μαθητών του

condiscípulo, la 1. α θ, συμμαθητής, -ια, συμφοιτητής, -ια

discipular 1. ε, μαθητικός, -ή, -ό

disciplina πρχ δισκι-πλινα> δασκαλο-πουλινα> σύνολο αρχών, κανονισμών, γνώσης, πειθαρχία ατομική

1. θ, πειθαρχία, Los reclutas todavía carecen de respeto y disciplina,

Οι νεοσύλλεκτοι εξακολουθούν να στερούνται σεβασμού και πειθαρχίας

sin disciplina no puedes tener éxito, χωρίς πειθαρχία δεν μπορείς να έχεις επιτυχία

2. σύνολο κανονισμών

3. διδασκόμενο μάθημα, επιστήμη, la medicina es una disciplina,

η ιατρική είναι μια επιστήμη

4. αγώνισμα, σαν σύνολο κανόνων που ακολουθώ, la disciplina de natación sincronizada,

το αγώνισμά της συγχρονισμένης κολύμβησης

5. μτφ, μαστίγιο για να δεχθώ τιμωρία,

en la procesión de Semana Santa se azotará con las disciplinas,

στην λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας θα μαστιγωθεί με το μαστίγιο

6. σνθ, disciplina de monja, θρη, μοναστικοί κανόνες

disciplina de partido, de voto, κομματική πειθαρχία, πειθαρχία ψήφου

disciplina militar, στρατιωτική πειθαρχία

disciplinadamente 1. επρ, πειθαρχημένα

disciplinado, da 1. ε, για άτομο, συμπεριφορά, πειθαρχικός, -ή, -ó, πειθαρχημένος, -η, -o, 2. μτφ, για λουλούδι, flor, πρχ διάστικτος, -η, -ο, ποικιλό-χρωμος, -η, -ο.

disciplinar 1. ε, θρη, πειθαρχικός, -ή, -ό

disciplinante 1. α θ, μετανοών, -ουσα, -ούν, αυτο-μαστιγούμενος, -η, -ο

disciplinar 1. ρμ, επιβάλλω πειθαρχία, disciplinar a los alumnos,

επιβάλλω πειθαρχία, πειθαρχώ τους μαθητές

2. εκπαιδεύω, quiero disciplinar a mi perro, θέλω να εκπαιδεύσω τον σκύλο μου

3. τιμωρώ, el ejército ha disciplinado a varios soldados por saltarse el reglamento,

o στρατός τιμώρησε κάποιους στρατιώτες λόγοι παράβασης του κανονισμού

4. ρμ, μαστιγώνω, ραντ, se disciplinaron en la procesión, αυτο-μαστιγώθηκαν στην λιτανεία

5. ραντ, αυτο-πειθαρχώ, en la academia militar le enseñaron a disciplinarse,

στη στρατιωτική ακαδημία του έμαθαν να πειθαρχεί

disciplinario, ria 1. ε, πειθαρχικός, -ή, -ó, castigo disciplinario, πειθαρχική τιμωρία

indisciplina 1. θ, απειθαρχία, ανυπακοή, La indisciplina no se tolerará en esta institución,

Η απειθαρχία δεν θα γίνει ανεκτή σε αυτό το ίδρυμα

indisciplinarse 1. ραντ, γίνομαι απείθαρχος, απειθαρχώ, είμαι ανυπάκουος

2. για στρατιώτη, επαναστατώ, εξεγείρομαι

indisciplinado, da 1. ε, απείθαρχος, -η, -ο, ανυπάκουος, -η, -ο

2. α θ, αντάρτης, -ισσα

interdisciplinar 1. ε, διεπιστημονικός, -ή, -ό

interdisciplinario, ría 1. ε, διεπιστημονικός, -ή, -ό

multidisciplinar, multidisciplinario, ria 1. ε, πολυεπιστημονικός, -ή, -ó

pluridisciplinar 1. ε, πολυεπιστημονικός, -ή, -ó

dovela 1. θ, ατκ, πρχ δοβε-λα> δοκό-λι-θος= σφηνόλιθος, θολό-λιθος, κλειδό-λιθος

2. μέρος εσω ή έξω, δούγια, ντούγια

dovelar 1. ρμ, πρχ δοκο-λιθίζω= πελεκώ σε σχήμα σφηνόλιθου

adovelado, da 1. ε, ατκ, θολο-λιθούμενος, -η, -ο, κατασκευή με θολό-λιθο ή αψιδό-λιθο

duela 1. θ, δούγα, βαρελο-σανίδα

2. ιατ, δίσταμο ηπατικό

dolaje 1. α, κρασί που απορροφάται από βαρέλια όπου φυλάσσεται

Scroll to Top