DIEZ

DIEZ= ΠΡΧ ΔΕΚΑ, ΠΡΧ ΣΕΝΤ> 1/100, ΠΡΧ ΚΑΝΤΑΡΙ> 100 ΜΟΝΑΔΕΣ, ΠΡΧ ΝΤΟΥΖΙΝΑ= 12-ΑΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ

diez πρχ δέκα

1. ε, δέκα, diez euros, libros, δέκα ευρώ, βιβλία

2. δέκατος, -η, -o

3. ε, μτφ, οικ, δεκάρι, για κάτι ποιοτικό, salgo con una chica diez,

βγαίνω με μια κοπέλα δεκάρι, κανόνι, δύναμη

4. α, αριθμός δέκα

5. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, δέκα , el diez de marzo, στις 10 Μαρτίου

6. θ πλ, οι δέκα, son las diez, είναι δέκα (ώρες)

diezmo 1. α, ιστ, πρχ δεκα-μερο= δεκάτη

diezmal 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τη δεκάτη, recaudación diezmal, είσπραξη της δέκατης

diezmar πρχ δεκα-μερ-ίζω

1. ρμ, απο-δεκατίζω, la peste negra diezmó a la población,

η μαύρη πανώλη αποδεκάτισε τον πληθυσμό

2. ιστ, πληρώνω τη δεκάτη

3. αποδεκατίζω, χωρίζω το 1/10 απο κάτι

diezmero, ra 1. α θ, άτομο με φόρο δεκάτης

diezmero 1. α, ιστ, φοροεισπράκτορας της δεκάτης

dezmable 1. ε, που φορολογείται με τη δεκάτη

decena 1. θ, δεκάδα, δεκαριά, una decena de personas, καμιά δεκαριά άνθρωποι

por decenas, κατά δεκάδες

decenas 1. θ πλ, δεκάδες

adecenar 1. ρμ, δεκαδίζω, χωρίζω σε δεκάδες

décima 1. πρχ δεκατο-μόριο, ένα δέκατο

2. δεκάτη

3. εκφ, tener décimas, έχω δέκατα

decimal 1. ε, δεκαδικός, -ή, -ό

decímetro 1. α, δεκατό-μετρο, υπο-δεκά-μετρο

décimo, ma πρχ δεκα-μερο

1. ε, δέκατος, -η, -o

décimo 1. α, ένα δέκατο, un décimo del total, ένα δέκατο του συνόλου

2. δέκατο λοταρίας

decimoctavo, va 1. ε, δέκατος- όγδοος, -η, -o

decimoctavo 1. α, ένα δέκατο όγδοο απο κάτι

decimocuarto, ta 1. ε, δέκατος – τέταρτος, -η, -ο

decimocuarto 1. α, ένα δέκατο- τέταρτο απο κάτι

decimonónico, ca 1. ε, του δέκατου ένατου αιώνα

2. μτφ, ντεμοντέ, παλιομοδίτικος, -η, -ο, σαν του 19ου αιώνα

decano, na 1. α θ, κοσμήτορας, επειδή έχει το δέκα σε βαθμό= ανώτερος

decanato 1. α, κοσμητεία

2. γραφείο κοσμήτορα

3. περίοδο κοσμητείας

deán 1. α, θρη, πρωτοπρεσβύτερος ναού, σαν δέκα= ανώτερος σε ναό, πρχ διάκονος ναού

deanato 1. α, θρη, αξίωμα πρωτοπρεσβύτερου

2. περιοχή και θητεία αξιώματος

deanazgo 1. α, θρη, deanato

doce πρχ δυο-δέκα>ντο-θε>ντου-ζίνα=δώ-δεκα

1. ε, δώδεκα, los doce apóstoles, οι δώδεκα Απόστολοι

2. δωδέκατος, -η, -o, el día doce, η δωδέκατη ημέρα

doce 1. α, αριθμός δώδεκα

2. α, δωδεκάρι, escribió un doce, έγραψε ένα δωδεκάρι

3. για ημερομηνίες, διευθύνσεις, δώδεκα, el doce de marzo, στις 12 Μαρτίου

4. θ πλ, δώδεκα (ώρες), las doce del mediodía, δώδεκα το μεσημέρι

doceavo, va 1. ε, δωδέκ-ατος, -η, -o

2. για διαίρεση συνόλου, ένα δωδέκατο

sólo quiero una doceava parte, θέλω μόνο το ένα δωδέκατο

doceavo 1. α, δωδέκατο, sólo quiero un doceavo del total,

θέλω μόνο ένα δωδέκατο του συνόλου

docena 1. θ, δωδεκάδα, ντουζίνα

2. εκφ, a docenas, με τη δωδεκάδα

ή μτφ, με τις ντουζίνες

adocenar 1. ρμ, δωδεκατίζω= χωρίζω σε δωδεκάδες

2. ραντ, ντουζινάρομαι= ακολουθώ, γίνομαι σαν τον σωρό, συνηθισμένος, σαν δωδεκάδα

se adocenó y perdió sus ideales de juventud,

ακολούθσε τον σωρό και έχασε τα ιδανικά της νεότητας του

adocenado, da 1. ε, μτφ, ντουζινάτος= συνηθισμένος, -η, -o, μέτριος, -α, -o, σαν δωδεκάδα

docemesino, na 1. ε, δωδεκά-μηνος, -η, -ο

doceno, na 1. ε δωδέκατος, -η, -o

doceno 1. α, ύφασμα από δώδεκα εκατοντάδες κλωστές

doscientos, tas 1. ε, δια-κόσιοι, -ιες, -ια, doscientos euros, διακόσια ευρώ

2. για θέση, διακόσια, el puesto doscientos de la clasificación,

η θέση διακόσια στην κατάταξη

1. α, doscientos, διακόσια

dozavo, va 1. ε, doceavo

2. εκφ, en dozavo, τυπ, δωδέκατο (χαρτί)

diecinueve πρχ dieci(10)-nueve(9)= 19, dieci = 10 + αριθμό

1. ε, δεκαεννέα, δεκαεννιά somos diecinueve personas είμαστε δεκαεννιά άτομα

2. δέκατος ένατος, -η, -o, el siglo XIX o 19ος αιώνας

3. α, αριθμός 19

dieciochismo 1. α, δεκατ-ογδοισμός, ύφος ή αισθητική του 18ου αιώνα

dieciochista 1. ε, δεκατ-ογδοιστής, του 18ου αιώνα

arquitectura dieciochista, αρχιτεκτονική του 18ου αιώνα

dieciséis 1. ε, δεκαέξι

2. δέκατος-έκτος, -η, -o

3. α, δεκαέξι

4. α πλ, dieciseisavos (de final), η φάση των τριάντα δύο, με 16 ζευγάρια

denario 1. α, δηνάριο, με αξία 10 μονάδων

2. δεκαδικός αριθμός

denario, ria 1. ε, δεκαδικός, -ή, -ó

diñar 1. α, δηνάριο

dinero πρχ δηνάριο νόμισμα> χρήμα

1. α, χρήματα σαν νόμισμα, χαρτονόμισμα

2. μτφ, σύνολο αγαθών, λεφτά , πλούτη, tiene mucho dinero, έχει πολύ χρήμα

3. ιστ, δηνάριο

4. σνθ, dinero contante y sonante, μτφ, χρήμα κοντεράτο και ηχάτο = μετρητά

dinero electrónico, ηλεκτρονικό χρήμα

dinero sucio, βρόμικο χρήμα

dinero suelto, ψιλά

dinero en circulación, κυκλοφορούν χρήμα

dinero en efectivo, en metálico μετρητά

dinero falso, κάλπικο χρήμα

dinero negro, μαύρο χρήμα

5. εκφ, el hablar bien no cuesta dinero, δεν κοστίζει τίποτα μια καλή κουβέντα

estar podrido de dinero, οικ, είμαι πουδραρισμένος= έχω χεστεί στο χρήμα

por dinero baila el perro, για τα λεφτά κάνει τα πάντα (χορεύει ο σκύλος)

andar mal de dinero, βαδίζω> είμαι άσχημα απο χρήμα> οικονομικά

de dinero, με χρήμα, λεφτάς, es de una familia de dinero, είναι από οικογένεια λεφτάδων dineros son calidad με το χρήμα όλα μπορούν να γίνουν

el dinero llama al dinero, τα λεφτά πάνε στα λεφτά

adinerado, da 1. ε, πρχ δηναριούχος, -ατος> πλούσιος, -α, -ο, εύπορος, -η, -ο

adinerarse 1. ραντ, κάνω πολλά δηνάρια= χρήμα, πλουτίζω

se fue a América y se adineró en pocos años,

έφυγε στην Αμερική και πλούτισε σε λίγα χρόνια

dinerada 1. θ, πρχ δηναρι-άδα> περιουσία, πολλά λεφτά

dineral 1. α, πολλά δηνάρια= περιουσία, μεγάλο χρηματικό ποσό,

gana un dineral, κερδίζει πολύ χρήμα

dinerillo 1. α, δηναριάκια= λεφτουδάκια

cent 1. α, σεντ= λεπτό του ευρώ, 1/100

cien, ciento πρχ σεντ> 100, πρχ ε-κατό> κιεντο, πρχ καντάρι> 100 μονάδες

1. ε, α, εκατό, cien kilos εκατό κιλά

2. σνθ, todo a cien, όλα στα εκατό, ó,τι πάρεις ένα ευρώ

3. (al) cien por cien, (στο) εκατό τοις εκατό

dar cien (mil) vueltas a algo, alguien, δίνω 100, 1000 στροφές σε κάτι, κάποιον=

στροφάρω εκατό (χίλιες) φορές καλύτερος από κάτι, κάποιον

ir a cien el corazón, η καρδιά μου πάει με 100= χτυπάει πολύ γρήγορα

4. εκφ, devolver ciento por uno, ανταποδίδω 100 για 1= επιστρέφω και με το παραπάνω, eran, éramos ciento y la madre, οικ, ήταν, ήμασταν 100 + η μάνα= πολύς λαός

cien veces, εκατό φορές, se lo he dicho cien veces y no hace caso,

του το έχω πεί 100 φορές και δεν δίνει σημασία

cientos 1. α πλ, παιχνίδι με χαρτιά, πρχ π-ικέτο< κιεντο

cienmilésimo, ma 1. ε, εκατοντάκις- χιλιοστός, -ή, -ό, εκατοντακισ-χιλιοστός, -ή, -ó

cienmilímetro 1. α, εκατοστό του χιλιοστού

cienmillonésimo, ma 1. ε, εκατοντάκις εκατομμυριοστός, -ή, -ό,

εκατοντακισεκατομμυριοστός, -ή, -ó

cent 1. α, σεντ= λεπτό του ευρώ, 1/100

centavo, va 1. ε, εκατοστός, -ή, -ó, 1/100, la centava parte, το ένα εκατοστό απο μέρος

centavo 1. α, σεντ

2. εκατοστό, 1/100

3. εκφ, estar sin un centavo, οικ, είμαι χωρίς σεντ, ταπί

centena 1. θ, εκατοντ-άδα

centenar 1. α, εκατοντάδα, καμιά εκατοστή

un centenar de personas, καμια εκατοστή άνθρωποι

centenario, ria 1. ε, εκατοντα-ετής, -ής, -ές

un torneo centenario, ένα εκατονταετές τουρνουά

2. α θ, εκατοντάχρονος, η

centenario πρχ εκατο-χρ-οναριο 1. α εκατοντα-ετηρίδα

bicentenario 1. α, πρχ αμ(φι)δισ-εκατό-χρ-οναριο= δισ-εκατοντα-ετηρίδα

bicentenario, ría 1. ε, δισ-εκατοντα-ετής, -ής, -ές

centenaza 1. θ, άχυρο σίκαλης paja centenaza,

centeno 1. α, πρχ θ(κ)εντενο>σί-καλη

centenal 1. α, χωράφι με πρχ θ(κ)εντεναλ> σί-καλη

sesquicentenario 1. α, επέτειος εκατοστή πεντηκοστή

céntimo 1. α, σεντ

centonar 1. ρμ, λγτ, εκατο-λογίζω> συνθέτω λογοτεχνικό κείμενο σαν να συλλέγω απο 100 αποσπάσματα, σταχυολογώ

centón 1. α, λγτ, εκατο-λόγημα> σταχυολόγημα, κείμενο ή ποίημα από αποσπάσματα

centésimo, ma 1. ε, πρχ εκατο-μερο= εκατο-στός, -ή, -ó

centesimal 1. ε, εκατο-στιαίος, -ή, -ó

centésimo 1. α, εκατο-στό

centésima 1. θ, εκατοστό, una centésima de segundo, ένα εκατοστό του δευτερολέπτου

ducentésimo, ma 1. ε, δια-κοσιοστός, -ή, -ó

ducentésimo 1. α, δια-κοσιοστό

cegesimal 1. ε, sistema cegesimal, αναφερόμενος, -η, -o στο σύστημα CGS

(Ηλεκτροστατικό Σύστημα Μονάδων)

centuria πρχ εκατο-χρονία

1. θ, αιώνας, εκατονταετία

2. ιστ, εκατοντ-αρχία

centurión 1. α, ιστ, εκατόντ-αρχος, κεντυρίων

céntuplo, a 1. ε, εκατοντα-πλάσιος, -α, -o.

céntuplo 1. α, εκαντοντα-πλάσιο

centuplicar 1. ρμ, εκατοντα-πλασιάζω

centuplicado, da 1. ε, εκατοντα-πλάσιος, -α, -ο

centiárea 1. θ, πρχ εκατο-άρα(γη αρχ)= περιοχή 100 2 , τετραγωνικό μέτρα

centibario 1. α, εκατοστο-μπάρ

centígrado, da 1. ε, εκατοντά-βαθμος, -η, -o

estamos a 20 grados centígrados,

έχουμε 20 βαθμούς της εκατοντά-βαθμης κλίμακας Κελσίου

centigramo 1. α, εκατοστό-γραμμο

centilitro 1. α, εκατοστό-λιτρο

centillero 1. α, πρχ εκατο-κερο= μανουάλι με επτά κεριά,

centímetro 1. α, εκατοστό του μέτρου

2. σνθ, centímetro cuadrado, cúbico, τετραγωνικό2 , κυβικό εκατοστό3

centiplicado, da 1. ε, εκατοντα-πλασιασμένος, -η, -o, εκατοντα-πλάσιο

centipondio 1. α, εκατο-πάουντς= λίβρες μονάδα βάρους, 100 λίβρες

porcentaje 1. α, πρχ απο-, επι-εκατό= ποσοστό γενικά

un porcentaje sobre las ventas, ένα ποσοστό επί των πωλήσεων

porcentual 1. ε, εκατοστ-ιαίος, -α, -ο, ποσοστιαίος, -α, -o

porcentualmente 1. επρ, ποσοστιαία, αναλογικά

quintal 1. α, καντάρι

2. σνθ, quintal métrico, μετρικό καντάρι

3. εκφ, pesar un quintal, μτφ, ζυγίζει ένα τόνο

década πρχ δεκα-ετος

1. θ, δεκα-ετία, la década de los 80, η δεκαετία του ’80

2. δεκα-ήμερο

3. σνθ, la década prodigiosa, η δεκαετία του ’60, λόγω περιόδου με πολλά γεγονότα κοινωνικο-πολιτικά, επιστημονικά

endécada 1. θ, εντεκα-ετία

hecatombe 1. α, εκατ-όμβη

hectárea 1. θ, εκτάριο

hectogramo 1. α, εκατό-γραμμο

hectolitro 1. α, εκατό-λιτρο

hectométrico, ca 1. ε, εκατόμετρικός, -ή, -ό

hectómetro 1. α, εκατό-μετρο

hectovatio 1. α, ηκλ, εκατο-βάτ

Scroll to Top