DESMORONAR= ΠΡΧ ΔΙΑ-ΜΕΡΙΖΩ Ή ΔΙΑ-ΛΥΩ ΤΑ ΜΟΡΙΑ ΣΕ ΚΑΤΙ, ΔΙΑΒΡΩΝΩ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
borona 1. θ, πρχ μοριον ή μπορονα> μπαλονα> μικρά μπαλάκια τροφής= κεχρί
2. μτφ, καλαμπόκι
3. μτφ, ψωμί από καλαμπόκι
desmoronar πρχ δια-λύω τα μόρια σε ένα σύνολο
1. ρμ, γκρεμίζω ή διαβρώνω σιγά-σιγά κτίριο, desmoronar un edificio
El tsunami desmoronó el rompeolas, Το τσουνάμι γκρέμισε τον κυματοθραύστη
2. διαβρώνω βουνό, βράχο, el agua está desmoronando la roca,
το νερό διαβρώνει τον βράχο
3. ραντ, μτφ, για άτομο, καταρρέω ψυχικά, σωματικά,
después de romper con su novia se ha desmoronado,
αφ’ ότου χώρισε με την μνηστή του έχει καταρρεύσει ψυχικά
4. μτφ, ανατρέπω, καταλύω ιδανικά ατόμου, ιδέες, sus ideales se fueron desmoronando,
τα ιδανικά του ανατράπηκαν
5. μτφ, διαλύομαι σιγά-σιγά, ανατρέπομαι, καταλύομαι για κάτι άυλο,
El imperio comenzó a desmoronarse por las invasiones bárbaras,
Η αυτοκρατορία άρχισε να διαλύεται από τις βαρβαρικές εισβολές
desmoronamiento πρχ δια-μέρισμα σε κάτι, διάλυση μορίων του
1. α, κατάρρευση, γκρέμισμα, πτώση κτιρίου, El Ayuntamiento apuntaló los muros para evitar el desmoronamiento del edificio, Το Δημοτικό Συμβούλιο ενίσχυσε τους τοίχους για να αποτρέψει την κατάρρευση του κτιρίου
2. κατολίσθηση βουνού
3. διάβρωση, αποσάθρωση βράχου
4. μτφ, κατάρρευση φυσική, ψυχική ατόμου
5. κατάρρευση ιδανικών
6. κατάρρευση σε κάτι άυλο, el desmoronamiento de la Unión Soviética,
η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης
desmoronadizo, za 1. ε, που διαλύεται εύκολα στα μόρια του= εύθρυπτος, -η, -o,
piedra arenisca desmoronadiza, εύθρυπτος ψαμμίτης