DESGUAZAR

DESGUAZAR= ΠΡΧ ΞΕ-ΓΑΝΤΖΑΡΩ Ή ΞΕ-ΓΑΖΑΡΩ> ΑΠΟ-ΣΥΝ-ΑΡΜΟ-ΛΟΓΩ ΜΕΡΗ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

desguazar 1. ρμ, αποσυναρμολογώ κάτι με δομή, διαλύω αμάξι, πλοίο,

La naviera desguazó un barco que llevaba treinta años en servicio,

Η ναυτιλιακή εταιρεία διέλυσε ένα πλοίο που βρισκόταν σε υπηρεσία για τριάντα χρόνια

2. ξυλ, πελεκώ, Si quieres usar esa madera para hacer la mesa, tienes que desguazarla antes, Αν θέλεις να χρησιμοποιήσεις αυτό το ξύλο για να φτιάξεις το τραπέζι, πρέπει πρώτα να το πελεκίσεις

desguace 1. α, αποσυναρμολόγηση, θραύση, τεμαχισμός, κομμάτιασμα, διάλυση αμαξιού, πλοίου ή σε κάτι με δομή, el desguace del carburador,

η αποσυναρμολόγηση του καρμπυρατέρ

2. διαλυτήριο

3. υλικά αποσυναρμολόγησης

4. ξυλ, πελέκημα, ξεχόντρισμα

Scroll to Top