CULPA

CULPA= ΠΡΧ ΚΟΥΛΠΑ> ΗΧΜ ΓΚΟΛΠ, ΚΟΥΠ,

ΠΡΧ ΚΟΛΑΠΑ> ΚΟΛΑΦΟΣ> ΧΤΥΠΗΜΑ ΓΙΑ ΚΑΤΙ, ΕΝΟΧΗ, ΦΤΑΙΞΙΜΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

culpa

1. θ, πράξη ατόμου άξια για κολάφισμα= φταίξιμο, σφάλμα,

¿de quién es la culpa? ποιανού είναι το κολάφισμα= φταίξιμο;

por culpa tuya εξ αιτίας σου, από δικό σου σφάλμα

ya sé quién tiene la culpa, πλέον ξέρω ποιος έχει το φταίξιμο, την ευθύνη

2. νομ, πράξη παράνομη, άξια κολαφίσματος, παρανομία, ενοχή, fue acusado de culpa leve,

κατηγορήθηκε για ελαφριά ενοχή

3. μτφ, αμαρτίες, voy a pagar mis culpas, θα πληρώσω τα σφάλματά, αμαρτίες μου

4. εκφ, echar la culpa de algo a alguien, ρίχνω το φταίξιμο για κάτι σε κάποιον

el que esté libre de culpas que tire la primera piedra,

o αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω,

libre de culpa, ελεύθερος απο κολάφισμα= ενοχή, φταίξιμο, αθώος

absolver a culpa y pena, νομ, απόλυτη αθώωση απο κατηγορίες,

el tribunal la absolvió a culpa y pena de la incriminación,

το δικαστήριο την αθώωσε απόλυτα απο την κατηγορία,

mea culpa, δικό μου λάθος

pagar las culpas ajenas, πληρώνω για τις αμαρτίες των άλλων

tener algo, alguien la culpa de algo, έχει κάποιος, κάτι το φταίξιμο για κάτι= είμαι υπαίτιος, no le des más vueltas, yo tengo la culpa del fracaso,

μην το ψάχνεις παραπάνω, εγώ είμαι υπαίτιος της αποτυχίας

culpar πρχ κολαφίζω κάποιον, ρίχνω την ενοχή, φταίξιμο

1. ρμ, νομ, κατηγορώ κάποιον, te culpo de asesinato, σε κατηγορώ για δολοφονία

2. κατηγορώ κάποιον, κάτι, ρίχνω την ευθύνη, φταίξιμο για την στάση του, κατακρίνω,

yo no culpo a nadie, εγώ δεν κατηγορώ κανέναν

los culpó de dejarla sola en la fiesta, τους κατέκρινε που την αφήσαν μόνη στην γιορτή

3. ραντ, culparse de, κολαφίζομαι> κατηγορώ τον εαυτό μου για κάτι,

me culpo del accidente, με κατηγορώ για το ατύχημα

se culpa de lo que le sucedió a su padre,

αυτο-κατηγορείται για αυτό που συνέβη στον πατέρα του

culposo, sa 1. ε, για πράξη άξια για κολάφισμα ή που προκαλεί φταιξίμο= ένοχος, -η, -ο,

Placer culposo, απόλαυση ένοχη

2. νομ, εξ αμελείας, El gondolero ha sido acusado de homicidio culposo,

Ο γονδολιέρης κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια

culpabilizar πρχ κολαφίζω κάποιον, ρίχνω το φταίξιμο

1. ρμ, ενοχοποιώ, κατηγορώ, me culpabilizan del robo, με κατηγορούν για κλέψιμο

2. ραντ, culpabilizarse de, κολαφίζομαι για κάτι= κατηγορώ, ενοχοποιώ εμένα για κάτι,

me culpabilizó del accidente, κατηγορώ, θεωρώ εμένα υπεύθυνο, ένοχο για το ατύχημα

culpabilidad 1. θ, νομ, ενοχή, no se demostró su culpabilidad, δεν αποδείχτηκε η ενοχή του

2. φταίξιμο, ευθύνη για κάτι λάθος, sobre él recayó toda la culpabilidad,

επάνω σε αυτόν επέπεσε όλη το φταίξιμο

culpable πρχ κολαφίσιμος για κάτι

1. ε, α θ, νομ, ένοχος -η, -ο, fue declarado culpable de asesinato,

δηλώθηκε ένοχος για δολοφονία

2. υπαίτιος, -α, -ο, φταίχτης, υπεύθυνος, -η, -ο,

a mi entender tú no fuiste el único culpable de vuestra separación,

κατα την γνώμη μου εσύ δεν υπήρξες ο μοναδικός υπαίτιος του χωρισμού σας

3. εκφ, declararse culpable, δηλώνω, παραδέχομαι την ενοχή μου

disculpa πρχ αντι-κολάφισμα για κάτι= αφαίρεση κολαφίσματος, φταιξίματος

1. θ, συγγνώμη, σαν να μην θέλω κολάφισμα, te debo una disculpa,

σου οφείλω μια συγγνώμη

2. μτφ, πρόφαση, δικαιολογία για κάτι, σαν να ζητώ αφαίρεση κολαφίσματος,

no hay disculpa que valga, δεν υπάρχει δικαιολογία

i buena disculpa! δικαιολογίες!

3. εκφ, ¡mil disculpas! χίλια συγγνώμη!

pedir disculpas, ζητώ συγγνώμη

disculpable άξιο να μην κολαφιστεί= πρχ α-κολάφιστο

1. ε, συγχωρητέος, -α, -o, δικαιολογημένος, -η, -o, error disculpable, λάθος συγχωρητέο

disculpar πρχ δεν-κολαφίζω κάποιον, απ-ενοχοποιώ, συγχωρώ

1. ρμ, συγχωρώ, te disculpo por tu error, δεν σε κολαφίζω= σε συγχωρώ για το λάθος σου

su madre se lo disculpa todo, η μητέρα του τού τα συγχωρεί όλα

2. μτφ, δικαιολογώ κάποιον, κάτι, λέω δεν πρέπει να κολαφιστεί,

siempre trata de disculpar a su mujer, πάντα προσπαθεί να δικαιολογήσει την γυναίκα του 3. ρα, μτφ, για να πλησιάσω κάποιον, disculpe, ¿tiene hora?

με συγχωρείτε, μήπως έχετε ώρα;

4. ραντ, ζητώ να μην κολαφιστώ= ζητώ συγγνώμη

se disculpó ante todos, ζήτησε συγγνώμη μπροστά σε όλους

5. δικαιολογούμαι, no te disculpes, nadie te ha pedido explicaciones,

μην δικαιολογείσαι, κανείς δεν σου ζήτησε εξηγήσεις

indisculpable 1. ε, που δεν μπορεί να μην κολαφιστεί, ασυγχώρητος, -η, -ο,

αδικαιολόγητος, -η, -ο, no te perdonaré porque tus actos son indisculpables,

δεν θα σε συγχωρήσω διοτι οι πράξεις σου είναι αδικαιολόγητες

mea culpa 1. α, πρχ κόλαφος-μου= λάθος μου, δικό μου το σφάλμα

2. εκφ, entonar el mea culpa, εν-τονίζω= αναγνωρίζω το λάθος μου

exculpar πρχ εξ-κολαφίζω= απο-κολαφίζω κάποιον, αφαιρώ την ενοχή, φταίξιμο

1. ρμ, απ-ενοχοποιώ, απ-αλλάσσω, αθωώνω, lo exculparon de todas las acusaciones,

τον απάλλαξαν από όλες τις κατηγορίες

2. ραντ, exculparse de, απο-κολαφίζομαι για κάτι= αφαιρώ ενοχή, φταίξιμο για κάτι, απενοχοποιούμαι, δικαιολογούμαι, απαλλάσσομαι, αθωώνομαι απο,

todas las pruebas estaban a su favor, por eso fue exculpado,

όλες οι αποδείξεις ήταν υπέρ του, για αυτό αθωώθηκε

exculpación 1. θ, απενοχοποίηση, απαλλαγή, αθώωση, un escrito de exculpación,

ένα έγγραφο αθώωσης, αθωωτικό,

el acusado ha conseguido la exculpación de todos los cargos que se le imputaban,

ο κατηγορούμενος έχει καταφέρει την απενοχοποίηση για όλες τις κατηγορίες που του καταλόγιζαν

exculpatorio, ria 1. ε, νομ, απενοχοποιητικός, -ή, -ό, απαλλακτικός, -ή, -ό, αθωωτικός, -ή, -ó

sentencia exculpatoria, απαλλακτική απόφαση

inculpar πρχ επι-κολαφίζω= ρίχνω τον κόλαφο, ενοχή, φταίξιμο σε κάποιον

1. ρμ, νομ, κατηγορώ, ενοχοποιώ, lo inculparon de fraude, τον κατηγόρησαν για απάτη

2. κατηγορώ, ρίχνω την ευθύνη σε κάποιον, Es absurdo inculpar a DIOS de lo malo que tú o yo hagámos en esta vida..

Είναι παράλογο να κατηγορείς τον ΘΕΟ για τα άσχημα πράγματα που κάνουμε εσύ ή εγώ σε αυτή τη ζωή..

inculpación 1. θ, κατηγορία, ενοχοποίηση, επίρριψη ευθύνης,

la opinión pública consideraba injusta la inculpación,

η δημόσια γνώμη θεωρούσε άδικη την κατηγορία

inculpabilidad 1. θ, αθωότητα, αθώωση

inculpado, da 1. ε, α θ, κατηγορημένος, -η, -ο,

el inculpado se levantó para escuchar la sentencia,

ο κατηγορούμενος σηκώθηκε για να ακούσει την απόφαση

inculpatorio, ria 1. ε, ενοχοποιητικός, -ή, -ó, un informe inculpatorio,

μια ενοχοποιητική έκθεση, αναφορά

Scroll to Top