CULTURA

CULTURA= ΠΡΧ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ> ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ΠΡΧ ΚΟΥΛ-ΤΟΥΡΑ> ΑΠΟ ΚΥ-ΚΛΟ + Σ-ΤΕΡΙΑ> ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΣΤΕΡΙΑΣ, ΕΔΑΦΟΥΣ

cultura πρχ κουλτούρα, καλλιέργεια

1. θ, σύνολο γνώσεων, δραστηριοτήτων επιστημονικών, τεχνικών, τέχνης, μιας χώρας, λαού, πολιτισμός, μόρφωση, παιδεία, καλλιέργεια, es un especialista en la cultura maya,

είναι ειδικός στον πολιτισμό των Μάγια

2. σνθ, cultura clásica, κλασική παιδεία

cultura general, γενική παιδεία

cultura musical, μουσική παιδεία

cultura popular, λαϊκός πολιτισμός

cultura teatra, θεατρική παιδεία cultura del ocio πολιτισμός του ελεύθερου χρόνου

cultura empresarial, επιχειρηματική αντίληψη

cultura física, σωματική αγωγή

culturalismo 1. α, κουλτουραλισμός

culturalista 1. ε, α θ, κουλτουραλ-ιστικός, -ή, -ό, κουλτουραλιστής, -ια

culturalmente 1. επρ, κουλτουραστικώς= πνευματικώς, πολιτιστικώς, πολιτισμικώς

cultureta 1. α θ, οικ, υτμ, για άτομο, κουλτουριάρης, -α,

2. θ, δραστηριότητα χαμηλής κουλτούρας, ψευτο-κουλτούρα

cultural 1. ε, σχετικός, -ή, -ό, με την κουλτούρα, πολιτισμικός, -ή, -ό, πολιτιστικός, -ή, -ό, μορφωτικός, -ή, -ό, Voy a tocar el koto en el festival cultural japonés,

Θα παίξω το koto στο ιαπωνικό πολιτιστικό φεστιβάλ

contracultura 1. θ, πρχ κοντρα-κουλτούρα= αντι-κουλτούρα, εναλλακτική κουλτούρα

contracultural 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με μια αντι-κουλτούρα, εναλλακτική κουλτούρα,

αντι-κουλτουρικός, -ή, -ό, εναλλακτικός, -ή, -ó, una tradición contracultural,

μια παράδοση αντι-κουλτουρική

culturismo 1. α, αθλ, μτφ κουλτούρα> καλλιέργεια σώματος= μπόντι μπίλντινγκ

culturista 1. ε, α θ, κουλτουριστικός, -ή, -ό σώματος, που ασχολείται με μπόντι μπίλντινγκ,

μπόντι μπίλντερ

aculturar 1. ρμ, πρχ μπολιάζω κουλτούρα σε κάποιον ή σε ομάδα ατόμων, λαό, εκπολιτίζω,

Los programas diseñados para aculturar inmigrantes deben respetar sus propias culturas,

Τα σχεδιασμένα προγράμματα για ναεκπολιτίσουν μετανάστες πρέπει να σέβονται τις δικές τους κουλτούρες

aculturación 1. θ, επι-κουλτούρα= επιπολιτισμός, πολιτιστική επαγωγή

culturizar 1. ρμ, πρχ κουλτουρο-ποιώ= εκπολιτίζω κάποιον, λαό, μορφώνω

2. ραντ, εκ-πολιτίζομαι, μορφώνομαι, καλλιεργούμαι πνευματικώς

culturización 1. θ, εκπολιτισμός, καλλιέργεια μορφωτική, πνευματική σε κουλτούρα

cutre πρχ κουλτουρα> κουτρε, κουτρου-βάλα, δηλώνει αρνητική έννοια, χωρίς κουλτούρα, κακής ποιότητας, πρχ κουτρε> κιτς

1. ε, για αντικείμενο κακής ποιότητας, άθλιος, -α, -o, ελεεινός, -ή, -ó, φτηνιάρικος, -η, -ο,

lleva una camisa muy cutre, φορά ένα άθλιο πουκάμισο

el libro es cutre, το βιβλίο είναι άθλιο

Compré un coche de segunda mano, pero es bastante cutre,

Αγόρασα ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, αλλά είναι αρκετά φτηνιάρικο

2. για μέρος, χώρο κακής ποιότητας, άθλιος, -α, -ο, ελεεινός, -ή, -ό,

Este hotel es muy cutre, las habitaciones son horribles,

Αυτό το ξενοδοχείο είναι πολύ άθλιο, τα δωμάτια είναι χάλια

un bar cutre, ένα άθλιο μπαρ

un apartamento cutre, ένα άθλιο διαμέρισμα

una calle cutre, ένας δρόμος άθλιος

3. ε, α θ, για άτομο, μίζερος, -η, -ο, τσιγκούνης, -α, -ικο, κακομοίρικος, -η, -ο,

no seas cutre y págate una ronda, μην είσαι τσιγκούνης και πλήρωσε, κέρασε μια γύρα

Siempre lleva ropa vieja y parece muy cutre,

Φοράει πάντα παλιά ρούχα και φαίνεται πολύ κακομοίρικος

cutrerío πρχ κουλτούρα ψεύτικη

1. α, οικ, ιδιότητα του cutre, αθλιότητα, μιζέρια, ελεεινότητα

2. σύνολο ατόμων χαμηλού επιπέδου, κουλτούρας, πρχ σκατο-λόι

cutrez, cutredad, cutrería πρχ ιδιότητα του cutre

1. θ, τσιγκουνιά

2. αθλιότητα, μιζέρια

intercultural 1. ε, δια-πολιτισμικός, -ή, -ό

interculturalidad 1. θ, δια-πολιτισμικότητα

mitilicultor 1. α, πρχ μυδο-καλλιεργητής= καλλιεργητής μυδιών

mitilicultura 1. θ, μυδο-καλλιέργεια

monocultivo 1. α, μονο-καλλιέργεια

pluricultural 1. ε, πολυ-πολιτισμικός, -ή, -ό

coprocultivo 1. α, ιατ, κοπρανο-καλλιέργεια

culteranismo 1. α, λγτ, κουλτουρανισμός, φιλολογικό κίνημα με εκφράσεις και πολύπλοκη σύνταξη

culterano, na 1. ε, α θ, κουλτουρανικός, ή, ό, σχετικός, -ή, -ó με το φιλολογικό κίνημα

cultismo 1. α, πρχ κουλτουραλισμός= λόγια λέξη

culto, ta πρχ κουλτουριάρικο= καλλιεργημένο

1. ε, για άτομο με κουλτούρα, καλλιεργημένος, -η, -ο, μορφωμένος, -η, -o

es un hombre muy culto, είναι ένας άντρας πολύ καλλιεργημένος

2. για γλώσσα, ομιλία, έκφραση, λόγιος, -α, -o, palabra culta, λόγια λέξη

3. για έδαφος, καλλιεργημένος, -η, -ο, tierra culta

culto 1. α, θρη, μτφ, καλλιέργεια αγάπης προς άγιο, τον Θεό= λατρεία, αφοσίωση,

El culto a la Virgen de Guadalupe está muy extendido en México,

Η λατρεία της Παναγίας της Γουαδελούπης είναι ευρέως διαδεδομένη στο Μεξικό

2. θρη, μτφ, σαν καλλιέργεια προς τον Θεό, λειτουργία, el culto empieza a las 8,

η λειτουργία αρχίζει στις 8

3. μτφ, λατρεία σε κάτι, el culto del cuerpo, η λατρεία του σώματος

4. σνθ, culto de dulía, θρη, λατρεία προς αγγέλους και αγίους

culto de hiperdulía, λατρεία προς την Παναγία

culto de latría, λατρεία προς τον Θεό

5. εκφ, rendir culto a alguien, περι-δίδω> αποδίδω λατρεία σε κάποιον= τιμώ

inculto, ta πρχ ανευ-κουλτούρας= α-καλλιέργητο

1. ε, για άτομο, ακαλλιέργητος, -η, -ο, απαίδευτος, -η, -o, άξεστος, -η, -o,

Para educar a personas incultas hay que ser muy paciente,

Για να εκπαιδεύσεις ακαλλιέργητους ανθρώπους πρέπει να είσαι πολύ υπομονετικός

2. αμόρφωτος, -η, -ο, Miguel es tan inculto que no sabe ubicar su país en un mapa,

Ο Μιγκέλ είναι τόσο αμόρφωτος που δεν ξέρει να εντοπίσει τη χώρα του στον χάρτη

3. για έδαφος, ακαλλιέργητος, -η, -o, terreno inculto, έδαφος ακαλλιέργητο

4. α θ, αγροίκος, απαίδευτος, -η, άξεστος, -η

incultura 1. θ, έλλειψη καλλιέργειας, αμορφωσιά

cultamente 1. επρ, καλλιεργημένα, μορφωμένα

2. μτφ, ψευτο-κουλτουριάρικα= επιτηδευμένα

semicultismo 1. α, γλγ, πρχ ημι-κουλτουρισμός= λατινισμός λέξης χωρίς φυσιολογική φωνητική εξέλιξη

semiculto, ta 1. ε, γλγ, πρχ ημι-κουλτουριστικός, -ή, -ό, ημι-λόγιος, -α, -ο, σχετικό σε λατινισμούς χωρίς φυσιολογική φωνητική εξέλιξη

cultivar πρχ κουλτουρο-ποιώ= καλλιεργώ

1. ρμ, καλλιεργώ έδαφος, φυτά, Los agricultores cultivan los campos que rodean el pueblo,

Οι αγρότες καλλιεργούν τα χωράφια γύρω από το χωριό

2. καλλιεργώ άλλα είδη ζωικού τύπου, cultiva salmones καλλιεργεί σολομούς

3. μτφ, καλλιεργώ φιλία, φτιάχνω, Mi hermano ha cultivado amistades en círculos sociales diversos desde que se mudó a Boston, Ο αδερφός μου έχει καλλιεργήσει φιλίες σε ποικίλους κοινωνικούς κύκλους από τότε που μετακόμισε στη Βοστώνη

4. μτφ, καλλιεργώ ικανότητα, δουλεύω, cultivamos la lectura, καλλιεργούμε την ανάγνωση

5. βλγ, καλλιεργώ, Los científicos han cultivado células mitocondrias,

Οι επιστήμονες καλλιέργησαν μιτοχονδριακά κύτταρα

cultivo πρχ καλλιέργεια

1. α, καλλιέργεια σε προϊόν, έδαφος, se dedica al cultivo de patatas,

ασχολείται με την καλλιέργεια πατάτας

2. καλλιέργεια ζωικών ειδών

3. μτφ, καλλιέργεια= δημιουργία φιλίας

4. μτφ, η καλλιέργεια των γραμμάτων, el cultivo de las letras

5. βλγ, καλλιέργεια

6. σνθ, cultivo celular, βιο, κυτταρο-καλλιέργεια

cultivo de tejidos, ιστο-καλλιέργεια

cultivo en bancales, καλλιέργεια σε παγκίδες= αναβαθμίδες

cultivo escalonado, κλιμακωτή καλλιέργεια

cultivo frutícola, οπωρο-καλλιέργεια

cultivo de hortalizas, καλλιέργεια χορταρικών=κηπευτικών

cultivo de regadío, αρδευόμενη καλλιέργεια

cultivo de secano, ξηρική καλλιέργεια

cultivo de subsistencia, καλλιέργεια αυτοκατανάλωσης

cultivo hidropónico, υδρο-πονική καλλιέργεια

cultivo intensivo, εντατική καλλιέργεια

cultivo migratorio, εναλλασσόμενη καλλιέργεια

cultivo transgénico, δια-γονιδιακή καλλιέργεια

policultivo 1. α, αγρ, πολυ-καλλιέργεια

cultivable 1. ε, καλλιεργήσιμος, -η, -o, terreno cultivable, καλλιεργήσιμο έδαφος

cultivado, da 1. ε, για άτομο με τρόπους, συμπεριφορά, γνώσεις, καλλιεργημένος, -η, -o

es una mujer muy cultivada, είναι μια γυναίκα πολύ καλλιεργημένη

cultivador, ra 1. ε, α θ, καλλιεργητικός, -ή, -ό, καλλιεργητής, -ια

cultivador 1. α, καλλιεργητική μηχανή

cultivadora 1. θ, καλλιεργητική μηχανή

incultivable 1. ε, μη καλλιεργήσιμος, -η, -o

colonia πρχ κουλτουρα> κολονια= νέα κουλτούρα σε περιοχή από αποίκους, κατακτητές

1. θ, κολόνια, άρωμα, από την πόλη Κολωνία

2. αποικία εδαφική σε ξένο έδαφος, σαν έδαφος που καλλιεργείται από τους κατακτητές,

la colonia de españoles en América Latín, η αποικία των Ισπανών στην Λατινική Αμερική

3. αποικία ατόμων σε περιοχή, la colοnia de griegos en España,

η ελληνική αποικία στην Ισπανία

4. ζωλ, αποικία ζώων una colonia de golondrinas, μια αποικία από χελιδόνια

5. αποικία προσωρινή σε μέρος για διακοπές, κατασκήνωση, colonia veraniega, καλοκαιρινή κατασκήνωση

6. σνθ, colonia de verano, θερινή κατασκήνωση

colonia nudista, κατασκήνωση γυμνιστών

colonia penitenciaria, σωφρονιστική αποικία

7. εκφ, ir de colonias, πάω στην κατασκήνωση

colonato 1. α, σύστημα επίμορτης αγροληψίας, καλλιέργειας

coloniaje πρχ κουλτουρο-άγημα

1. α, μτφ, περίοδος της ισπανικής κυριαρχίας στην Αμερική

2. κυβέρνηση των αποικιοκρατιών

colonial 1. ε, αποικιακός, -ή, -ó

coloniales 1. α πλ, αποικιακά προϊόντα

colonialismo 1. α, αποικιοκρατία, αποικιοποίηση

colonialista 1. ε, α θ, αποικιοκρατικός, -ή, -ό, αποικιοκράτης, -ισσα

colono 1. α, άποικος, έποικος

2. μισθωτής, -ια αγροκτήματος, καλλιεργήματος

neocolonial πρχ νεο-κουλτουρικό

1. ε, νεοαποικιοκρατικός, -ή, -ó, arquitectura neocolonial, αρχιτεκτονική νεοαποικιοκρατική

neocolonialismo 1. α, νεο-αποικιοκρατισμός

neocolonialista 1. ε, α θ, νεοαποικιοκρατικός, -ή, -ó, νεοαποικιοκράτης, -ισσα

colonizar 1. ρμ, πρχ κουλτουρ-ίζω μια περιοχή = ιδρύω αποικία, αποικίζω

colonización 1. θ, αποικιο-ποίηση, αποικισμός

colonizador, ra 1. ε, α θ, αποικιστικός, -ή, -ό, αποικιστής, -ια

descolonizar 1. ρμ, πρχ ξε-, απο- κουλτουρ-ίζω, ξε-αποικίζω, αίρω το αποικιακό καθεστώς

descolonización 1. θ, απο-αποικιο-ποίηση

descolonizador, ra 1. ε, ξε-, απο-αποικιστής, -ια, που αίρει το αποικιακό καθεστώς

íncola 1. α, πρχ ανευ-κουλτουρας= χωριάτης

Scroll to Top