CRISIS

CRISIS= ΠΡΧ ΚΡΙΣΗ, ΚΡΙΝΩ, ΚΡΙΜΑ, ΡΙΖΑ ΚΡ- > ΚΡΙΝΩ, ΠΡΧ ΚΡΗΣΑΡΑ= ΚΟΣΚΙΝΟ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

crisis 1. θ, κρίση, Nuestro matrimonio está en crisis, Ο γάμος μας βρίσκεται σε κρίση

la crisis en el mercado de valores, κρίση σε αγορά αξιών= χρηματιστηριακή

una crisis de apendicitis, histeria, κρίση σκωληκοειδίτιδας, υστερίας,

Las crisis de ansiedad son cada vez más comunes entre los jóvenes,

Οι κρίσεις άγχους είναι ολοένα και πιο συχνές στους νέους

2. σνθ, crisis de gobierno, κυβερνητική κρίση

crisis de identidad, κρίση ταυτότητας

crisis económica, financiera, κρίση οικονομική, χρηματοοικονομική,

Muchas personas perdieron sus casas después de la crisis financiera,

Πολλοί άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους μετά την οικονομική κρίση

crisis energética, ενεργειακή κρίση

crisis cardiaca, ιατ, καρδιακή κρίση

crisis de furia, νευρική κρίση

crisis epiléptica, επιληπτική κρίση

crisis nerviosa, νευρική κρίση

crisis matrimonial, συζυγική κρίση

crisis ministerial, υπουργική κρίση

3. εκφ, estar en crisis βρίσκομαι σε κρίση, el mundo está en crisis,

o κόσμος βρίσκεται σε κρίση

criterio πρχ κριτήριο

1. α, κριτήριο, ¿Cuáles son los criterios para seleccionar a los candidatos?

Ποια είναι τα κριτήρια για την επιλογή των υποψηφίων;

2. κριτήριο απόφασης, κρίση, ικανότητα κρίσης,

Mi madre tiene buen criterio y sabrá cuál es la mejor opción,

Η μητέρα μου έχει καλή κρίση και θα ξέρει ποια είναι η καλύτερη επιλογή,

es una chica de mucho criterio, είναι κοπέλα με ανεπτυγμένη κρίση

3. γνώμη, άποψη, οπτική, según mi criterio, κατά τη γνώμη μου,

Según mi criterio, los empleados deberían poder vestirse como quieran,

Κατά τη γνώμη μου, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να μπορούν να ντύνονται όπως θελήσουν

critérium 1. α, αθλ, ποδηλασία, κριτέριουμ

crítica 1. θ, κριτική, esa película ha recibido muy buenas críticas,

αυτό η ταινία έχει λάβει πολύ καλές κριτικές

No soporto las críticas de mi hermano hacia mi forma de hacer las cosas,

Δεν αντέχω την κριτική του αδερφού μου για τον τρόπο που κάνω τα πράγματα

2. τεχ, κνμ, λγτ, κριτικοί, la crítica ha sido muy dura con su nueva obra teatral,

Οι κριτικοί ήταν πολύ αυστηροί με το νέο του έργο.

3. επίκριση, La cantante está cansada de las constantes críticas a su vida personal,

Η τραγουδίστρια έχει κουραστεί από τη συνεχή επίκριση για την προσωπική της ζωή

4. σνθ, crítica cinematográfica, literaria, λογοτεχνική, κινηματογραφική κριτική

criticable 1. ε, κατακριτέος, -α, -ο, αξιοκατάκριτος, -η, -ο, Su conducta es sin duda criticable,

Η συμπεριφορά του είναι χωρίς αμφιβολία κατακριτέα

críticamente 1. επρ, επικριτικά, με επικριτικό τρόπο

criticar 1. ρμ, κριτικάρω, ασκώ κριτική, επικρίνω,

El líder de la oposición criticó severamente las medidas gubernamentales,

Ο αρχηγός της αντιπολίτευσης επέκρινε έντονα τα κυβερνητικά μέτρα

¿Es que siempre tienes que criticar cualquier decisión que tomo?

Πρέπει πάντα να κριτικάρεις οποιαδήποτε απόφαση που παίρνω;

2. τεχ, γράφω κριτική, Una revista musical me ha pedido que critique el nuevo álbum de U2,

Ένα μουσικό περιοδικό μου έχει ζητήσει να γράψω μια κριτική για το νέο άλμπουμ των U2

criticastro, a 1. α θ, υτμ, κριτικός χωρίς επαρκή γνώση, κριτικός της πλάκας, ψευτοκριτικός

criticismo 1. α, φλφ, κριτικισμός

criticista 1. ε, α θ, φλφ, κριτικιστικός, -ή, -ό, κριτικιστής, -ια

neocriticismo 1. α, φλφ, νεοκριτικισμός

neocriticista 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με τον νεοκριτικισμό, νεοκριτικιστής, -ια

crítico 1. α, κριτικός, un crítico literario, ένας λογοτεχνικός κριτικός

2. σνθ, crítico cinematográficο, de cine, κριτικός του κινηματογράφου, σινεμά

crítico de arte, κριτικός τέχνη

crítico teatral, de teatro, κριτικός θεατρικός, θεάτρου

crítico, ca 1. ε, κρίσιμος, -η, -o, el enfermo está en estado crítico,

o ασθενής βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση,

está en una edad crítica, είναι σε κρίσιμη ηλικία

atravesaba una situación crítica, περνούσε μια κρίσιμη κατάσταση

2. επικριτικός, -ή, -ό, No puedes ser tan crítico con tus amigos porque los vas a alejar,

Δεν μπορείς να είσαι τόσο επικριτικός με τους φίλους σου γιατί θα τους απομακρύνεις

3. κριτικός, -ή, -ό, deja de lado tus prejuicios y analiza el problema con sentido crítico,

άφησε στην άκρη τις προκαταλήψεις σου και ανάλυσε το πρόβλημα με κριτική σκέψη

criticón, ona 1. ε, που κριτικάρει εύκολα, με το παραμικρό και πολύ, φιλοκατήγορος, -η, -ο

υπερ-κριτικός, -ή, -ο, επικριτικός, -ή, -ό, ευκολο-κατάκριτος, -η, -ο,

¡No seas criticona! La decoración no está nada mal,

Μην είσαι υπερ-κριτική! Η διακόσμηση δεν είναι καθόλου κακή

Como era de esperar mi esposo criticón hizo un comentario negativo,

Όπως αναμενόταν, ο επικριτικός σύζυγός μου έκανε ένα αρνητικό σχόλιο

2. α θ, επικριτής, -ια, es un criticón, είναι ένας επικριτής

diacrítico, ca 1. ε, γρμ, δια-κριτικός, -ή, -ó,

En español, la virgulilla de la eñe es un signo diacrítico,

Στα ισπανικά, η περισπωμένη του eñe είναι διακριτικό σημάδι

2. ιατ, διακριτικός, -ή, -ó

endocrino, na 1. ε, φλφ, ενδοκρινικός, -ή, -ó

2. ενδοκρινής, -ής, -ές

3. α θ, ενδοκρινολόγος

endocrinología 1. θ, ιατ, ενδοκρινολογία

endocrinológico, ca 1. ε, ενδοκρινολογικός, -ή, -ó

endocrinólogo, ga 1. α θ, ενδοκρινολόγος

criba πρχ κρι-βα> κρη-σάρα

1. θ, κρησάρα, κόσκινο για σπόρο, Tenemos que tamizar la harina con una criba,

Πρέπει να κοσκινίσουμε το αλεύρι με ένα κόσκινο

2. μτφ, κοσκίνισμα, αυστηρή επιλογή, en la primera criba eliminaron a 20 candidatos,

με το πρώτο κοσκίνισμα, απέκλεισαν 20 υποψήφιους

ή διαλογή, La criba de solicitudes válidas para el puesto llevó semanas,

Η διαλογή των έγκυρων αιτήσεων για την θέση πήρε εβδομάδες

3. εκφ, estar como una criba ή estar hecho una criba, είμαι σαν, έχω γίνει κόσκινο,

pasar por la criba, περνώ από κόσκινο

cribado 1. α, κρησάρισμα, κοσκίνισμα

cribar πρχ κρησάρω, κοσκινίζω

1. ρμ, κοσκινίζω Si no cribas la harina, la masa puede quedar grumosa,

Αν δεν κοσκινίσεις το αλεύρι, η ζύμη μπορεί να μείνει σβολιασμένη

2. μτφ, κοσκινίζω, περνώ από κόσκινο, επιλέγω, ξεχωρίζω μέσω διαλογής,

para la reestructuración de la empresa tuvieron que cribar al personal,

για την αναδιάρθρωση της εταιρείας χρειάστηκε να κοσκινίσουν το προσωπικό

acribar 1. ρμ, κρησάρω, κοσκινίζω

acribadura 1. θ, κοσκίνισμα

2. μτφ, κοσκίνισμα, επιλογή προσεκτική σε κάποιον, κάτι

acribaduras 1. θ πλ, πίτουρα, σαν κοσκινίσματα

acribillar 1. ρμ, μτφ, κάνω κόσκινο, γαζώνω με τρύπες, πληγές, κατατρυπώ,

me han acribillado los mosquitos, με έκαναν κόσκινο τα κουνούπια

acribillaron la casa a balazos, γάζωσαν το σπίτι με σφαίρες

2. μτφ, γαζώνω, ενοχλώ κάποιον με κάτι συνεχόμενα, βομβαρδίζω,

acribillaron al jugador a preguntas, γάζωσαν τον παίκτη με ερωτήσεις

Ahora nos acribillarán con propaganda electoral hasta el día de las elecciones,

Τώρα θα μας βομβαρδίζουν με προεκλογική προπαγάνδα μέχρι την ημέρα των εκλογών

crimen πρχ κρίμα, έγ-κλημα

1. α, κυρ, μτφ, έγκλημα, a policía está recogiendo evidencias en la escena del crimen,

Η αστυνομία συλλέγει στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος

los varios crímenes del delincuente, τα πολλά εγκλήματα του παρανόμου

es un crimen gastar tanto dinero en una salida,

είναι έγκλημα να ξοδεύεις τόσα λεφτά σε μια έξοδο,

talar ese bosque es un crimen, να κόψεις αυτό το δάσος είναι έγκλημα

2. σνθ, crimen contra la humanidad, έγκλημα κατά της ανθρωπότητας

crimen de guerra, έγκλημα πολέμου

crimen organizado, οργανωμένο έγκλημα

crimen pasional, έγκλημα πάθους

criminalizar 1. ρμ, αποδίδω ως εγκληματική μια ενέργεια, ποινικοποιώ, καθιστώ παράνομο,

La violación dentro del matrimonio ha sido criminalizada en nuestro país,

Ο βιασμός μέσα στον γάμο έχει ποινικοποιηθεί στην χώρα μας

criminalización 1. θ, απόδοση εγκληματικής πράξης σε ενέργεια, ποινικοποίηση

criminal 1. ε, α θ, κυρ, μτφ, εγκληματικός, -ή, -ó, εγκληματίας

"Soy un criminal", dijo el convicto, «Είμαι ένας εγκληματίας», είπε ο κατάδικος

Joey pasó cinco años en la cárcel por sus actividades criminales,

Ο Τζόι πέρασε πέντε χρόνια στη φυλακή για τις εγκληματικές του δραστηριότητες

criminalidad 1. θ, εγκληματικότητα ατόμου, εγκληματική φύση,

la criminalidad de su acción, η εγκληματικότητα της πράξεως του

2. σύνολο εγκλημάτων, εγκληματικότητα, la criminalidad de la ciudad,

η εγκληματικότητα της πόλης

criminalista 1. ε, α θ, εγκληματολογικός, -ή, -ό, εγκληματολόγος,

El perito criminalista confirmó que la bala salió de esa pistola,

Ο ειδικός εγκληματολόγος επιβεβαίωσε ότι η σφαίρα προήλθε από αυτό το όπλο

estudio criminalista, εγκληματολογική μελέτη

2. σνθ, abogado criminalista, ποινικολόγος

incriminar πρχ εν-κρίμα> επιρρίπτω το κρίμα, έγκλημα σε κάποιον

1. ρμ, ενοχοποιώ, αποδίδω έγκλημα, κατηγορία για έγκλημα σε κάποιον,

las pruebas lo incriminan, τα αποδεικτικά στοιχεία τον ενοχοποιούν

Todas las pruebas incriminan a los acusados en la estafa,

Όλα τα στοιχεία ενοχοποιούν τους κατηγορούμενους για την απάτη

2. μτφ, παρουσιάζω μια ενέργεια, πράξη ως έγκλημα, incriminó el insulto y le llamó injuria,

παρουσίασε ως έγκλημα την προσβολή και την χαρακτήρισε ύβρις

incriminación 1. θ, ενοχοποίηση, απόδοση κατηγορίας για έγκλημα, κατηγορητήριο,

no pudo realizarse la incriminación por falta de pruebas,

δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί το κατηγορητήριο λόγω έλλειψης αποδείξεων

incriminatorio, ria 1. ε, κατηγορητικός, -ή, -ó, ενοχοποιητικός, -ή, -ó,

Era el principal sospechoso del asesinato, pero no existían pruebas incriminatorias contra él,

Ήταν ο κύριος ύποπτος της δολοφονίας, αλλά δεν υπήρχαν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του

acriminar 1. ρμ, incriminar

criminar 1. ρμ, ρίχνω το κρίμα, έγκλημα σε κάποιον= ενοχοποιώ, αποδίδω ευθύνες,

κατηγορώ, le criminó la desaparición de los libros de contabilidad,

τον κατηγόρησε για την εξαφάνιση των λογιστικών βιβλίων

2. επικρίνω, le criminó su soberbia delante de su esposa,

του επέκρινε την υπερηφάνεια του μπροστά στη γυναίκα του

criminación 1. θ, ενοχοποίηση, κατηγορία για έγκλημα, απόδοση ευθυνών

2. επίκριση

criminología 1. θ, εγκληματολογία

criminológico, ca 1. ε, εγκληματολογικός, -ή, -ό

criminologista 1. α θ, εγκληματολόγος, άτομο που ασχολείται με την εγκληματολογία

criminólogo, ga 1. α θ, εγκληματολόγος

discriminar πρχ δια-κρίνω κάτι, κάποιον

1. ρμ, διακρίνω κάποιον για λόγους ιδεολογικούς, φυλετικούς ή άλλα στοιχεία,

me discriminan por mi raza, με διακρίνουν λόγω της ράτσας= φυλής μου

No me dieron el ascenso porque el gerente me discrimina por ser asiático,

Δεν μου έδωσαν την προαγωγή επειδή ο προϊστάμενος κάνει διάκριση εις βάρος μου επειδή είμαι Ασιάτης

2. διακρίνω κάτι, el perro puede discriminar más de 10.000 olores,

ο σκύλος μπορεί να διακρίνει πάνω από 10.000 οσμές

3. ρα, κάνω διάκριση, La justicia no debería discriminar entre los ricos y los pobres,

Η δικαιοσύνη δεν θα έπρεπε να κάνει διακρίσεις μεταξύ πλουσίων και φτωχών

discriminación 1. θ, διάκριση λόγω ιδεολογίας, φυλής ή άλλων στοιχείων

2. μτφ, εύνοια, μεροληψία, la justicia no puede actuar con discriminación,

η δικαιοσύνη δεν μπορεί να ενεργεί με μεροληψία

3. διάκριση με αίσθηση σε κάτι, οσμή, ήχο

4. σνθ, discriminación racial, sexual, φυλετικές διακρίσεις, διακρίσεις λόγω φύλου

discriminador, ra 1. ε, που διακρίνει για κάποιο σκοπό, μεροληπτικός, -ή, -ό

discriminador 1. α, ηκλ, διευκρινιστής

discriminatorio, ria 1. ε, που ενεργεί με διάκριση= διακριτικός, -ή, -ό, μεροληπτικός, -ή, -ό,

trato discriminatorio, διακριτική μεταχείριση

No contratar a un candidato debido a su religión es un acto discriminatorio,

Να μην προσλάβεις ένα υποψήφιο λόγω της θρησκείας του είναι μια μεροληπτική πράξη

indiscriminado, da 1. ε, αδιάκριτος, -η, -ο, χωρίς την απαραίτητη διάκριση,

Hay un uso indiscriminado de químicos en la industria alimenticia,

Υπάρχει μια αδιάκριτη χρήση χημικών ουσιών στη βιομηχανία τροφίμων

indiscriminadamente 1. επρ, αδιακρίτως

recriminar 1. ρμ, πρχ περι-κρίνω> ρίχνω το κρίμα σε κάποιον= επιπλήττω, αποδοκιμάζω,

μέμφομαι, le recriminó su comportamiento con duras palabras,

του επέπληξε τη συμπεριφορά του με σκληρά λόγια,

No me recrimines por llegar tarde. Tú tampoco eres la persona más puntual del mundo,

Μην με επιπλήττεις που άργησα. Ούτε εσύ είσαι ο πιο συνεπής άνθρωπος στον κόσμο

2. ραντ, ρίχνω το κρίμα ο ένας στον άλλο, αλληλο-κατηγορούμαι,

recriminarse unos a otros, ρίχνει το κρίμα, αλληλο-κατηγορούνται o ένας με τον άλλον

El evento salió mal y los organizadores no dejaron de recriminarse en vez de asumir su parte de culpa, Η εκδήλωση πήγε στραβά και οι διοργανωτές δεν έπαψαν να κατηγορούν ο ένας τον άλλον αντί να αναλάβουν το μερίδιο ευθύνη τους

recriminación 1. θ, επί-κριμα σε κάποιον= επίπληξη, αποδοκιμασία, μομφή

recriminador, ra 1. α θ, (ρίπτων το κρίμα) επικριτής, -ια, επιπληκτικός, -ή

recriminatorio, ria 1. ε, επικριτικός, -ή, -ό,

El discurso del candidato fue insultante y recriminatorio,

Η ομιλία του υποψηφίου ήταν προσβλητική και επικριτική

2. αποδοκιμαστικός, -η, -ο

3. αντεγκλητικός, -ή, -ó στο κρίμα, ενοχή, κατηγορία

cernidor πρχ κερνι-δορ> μτθ, κρινι-στήρι = που κρίνει, κοσκινίζει

1. α, κόσκινο, σήτα για κοσκίνισμα

cernidura 1. θ, κοσκίνισμα αλευριού, cernidura de harina

cerniduras 1. θ πλ, υπολείμματα κοσκινίσματος, διαλογής, σκύβαλα, θρύμματα

cernedera 1. θ, πρχ κρινιστ-ιέρα= κρησάρα, κοσκινό-γυρος

cernedero 1. α, πρχ κρινισ-τήριο= πανί για αυτόν που κοσκινίζει το αλεύρι

2. χώρος για κοσκίνισμα αλευριού

cernedor, ra 1. ε, κοσκινιστικός, -ή, -ό, για το κοσκίνισμα

2. α θ, κοσκινιστής, -ια

cernedor 1. α, κόσκινο

cerneja 1. θ, μτφ, τρίχωμα σαν κόσκινο στα άλογα ανάμεσα στο μετατάρσιο και το μεσοκύνιο

cerner πρχ κερνερ> μτθ κρινίζω= κρίνω, περνάω από κρησάρα υλικό

1. ρμ, κοσκινίζω, Puedes usar este colador para cerner la harina,

Μπορείς να χρησιμοποιήσεις αυτό το σουρωτήρι για να κοσκινίσεις το αλεύρι

Los niños cernieron arena buscando caracoles,

Τα παιδιά κοσκίνισαν άμμο ψάχνοντας για κοχύλια

2. μτφ, κοσκινίζω, φιλτράρω, τελειοποιώ κάτι, cernía su discurso, φιλτράριζε την ομιλία του

3. μτφ, κοσκινίζω με το βλέμμα κάτι, παρατηρώ, εξετάζω,

cernía desde allí el horizonte, escrudriñando las nubes,

Κοίταζε προσεκτικά από εκεί τον ορίζοντα, εξετάζοντας προσεκτικά τα σύννεφα

4. βοτ, μτφ, μτθ θερ-νερ> σαν σε θέρ-ισμα = ανθίζω για ελιά, αμπέλι, στάχυ

5. ρ απρ, ψιχαλίζω, ψιλοβρέχω, σα κόσκινο η βροχή, la lluvia cernía sobre el jardín,

η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς στον κήπο

6. ραντ, μτφ, για πουλί, αεροπλάνο, σα κόσκινο κινείται= φτεροκοπώ, υπερίπταμαι, αιωρούμαι, el águila se cernía sobre el despeñadero mostrando su majestuosidad,

Ο αετός αιωρούνταν πάνω από τον γκρεμό, επιδεικνύοντας το μεγαλείο του

7. μτφ, περπατώ κουνιστά, λικνίζομαι, se cernía por el pasillo intentando captar su atención,

λικνιζόταν στον διάδρομο προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή του

8. cernerse sobre, για κίνδυνο, αμφιβολία, κακό, αιωρούμαι, επικρέμαται, πλανιέμαι πάνω,

la pobreza se cernía sobre el país, η φτώχια αιωρούταν πάνω από την χώρα

La amenaza de un terrible huracán se cernía sobre los habitantes de la isla,

Η απειλή ενός τρομερού τυφώνα πλανιόταν πάνω από τους κατοίκους του νησιού

cernidillo 1. α, μτφ, ψιχάλα, ψιλόβροχο

2. μτφ, λίκνισμα στο περπάτημα

cernícalo 1. α, ορν, βραχοκιρκινέζο

2. μτφ, για άτομο, πρχ κοσκινό-μυαλος, αδαής, άξεστος άνθρωπος

cernido 1. α, πράξη κοσκινίσματος

2. κοσκινισμένο αλεύρι

cernir 1. ρμ, cerner

cierne, cierna 1. α, βοτ, μτφ, πρχ θιερνε> θερινό ή ανθηρά> ανθοφορία, άνθηση, άνθιση

2. εκφ, en ciernes, στην ανθοφορία, στο μπουμπούκιασμα

ή μτφ, για άτομο που είναι στο ξεκίνημα, στα πρώτα βήματα, εκκολαπτόμενος, -η, -ο

concernir πρχ συν-κρίνει> αυτό που συν-κρίνει κάτι= αφορά

1. ρα, αφορά, ενδιαφέρει, no me concierne, δεν με αφορά

2. εκφ, en lo que concierne a, όσον αφορά (σε),

por Ιο que, en lo que a mí concierne, όσον αφορά εμένα

concerniente 1. ε, που αφορά κάτι, σχετικός, -ή, -ό,

reglamento concerniente a los transportes, κανονισμός σχετικός, που αφορά τις μεταφορές

2. εκφ, en lo concerniente a, όσον αφορά (σε),

en lo concerniente a la huelga, estoy en contra, όσον αφορά στην απεργία, είμαι ενάντια

discernir πρχ δισ-κερνιρ> δια-κρίνω, σαν να περνώ από κόσκινο

1. ρμ, διακρίνω από σύνολο, ξεχωρίζω, Soy daltónico y me cuesta discernir algunos colores,

Είμαι δαλτονικός και δυσκολεύομαι να διακρίνω ορισμένα χρώματα

discernir el bien del mal, διακρίνω το καλό από το κακό

2. μτφ, δίνω διάκριση σε κάποιον= διορίζω αξίωμα ή απονέμω τιμή,

La universidad discernió al profesor un premio en reconocimiento a su carrera como investigador, Το πανεπιστήμιο απένειμε στον καθηγητή ένα βραβείο σε αναγνώριση της καριέρας του ως ερευνητής

3. νομ, χορηγώ, διορίζω, El tribunal le discernió la tutela al padre,

Το δικαστήριο του χορήγησε την κηδεμονία στον πατέρα

El juez discernió un tutor para el menor de edad,

Ο δικαστής διόρισε ένα κηδεμόνα για τον ανήλικο

discernimiento 1. θ, ορθή κρίση, διάκριση, σύνεση, actuar sin discernimiento,

ενεργώ δίχως ορθή κρίση

discernible 1. ε, ευδιάκριτος, -η, -ο

indiscernible 1. ε, μη ευδιάκριτος, -η, -ο

discreto, ta πρχ δια-κριτό

1. ε, διακριτικός, -ή, -ó, επιφυλακτικός, -ή, -ό, προσεκτικός, -ή, -ό στις ενέργειες,

En este trabajo, hay que ser discreto y no divulgar información confidencial,

Σε αυτήν την εργασία, πρέπει να είσαι διακριτικός και να μην αποκαλύπτεις εμπιστευτικές πληροφορίες

Hay que ser discreto y no aventurarse con conclusiones por el momento,

Πρέπει να είμαστε διακριτικοί και να μην βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα προς το παρόν

2. διακριτικός, -ή, -ó για ρούχο, χρώμα, No me gusta esa pared roja. Prefiero un color más discreto, Δεν μου αρέσει αυτός ο κόκκινος τοίχος. Προτιμώ ένα πιο διακριτικό χρώμα

A mi hermana le gustan los escotes bajos y las faldas cortas, pero yo prefiero los estilos más discretos, Στην αδερφή μου αρέσουν τα χαμηλά ντεκολτέ και οι κοντές φούστες, αλλά εγώ προτιμώ πιο διακριτικά στυλ

3. για πράξη, διακριτικός, -ή, -ó, me echó una mirada disreta, μου έριξε μια διακριτική ματιά

4. για μέρος, διακριτικός, -ή, -ó, Nos reunimos en un lugar discreto lejos de la ciudad,

Συναντηθήκαμε σε μια διακριτική τοποθεσία μακριά από την πόλη

5. για ποσότητα, μισθό, μέτριος, -α, -o, ταπεινός, -ή, -ó

6. για μέγεθος, μέτριος, -α, -o, Las ganancias de la tienda este año fueron discretas,

Τα κέρδη του καταστήματος φέτος ήταν μέτρια

7. μαθ, διακριτός, -ή, -ó

8. α θ, για άτομο με διάκριση στις πράξεις του, διακριτικός, -ή, προσεκτικός, -ή

9. θρη, μοναχός, -ή διακριτός= με θέση συμβούλου σε ηγεσία μοναστηρίου

discretorio πρχ δια-κρι-τήριο

1. α, θρη, συνέδριο μοναχών

2. τόπος συνεδρίασης μοναχών (σε ορισμένες θρησκείες)

discretamente 1. επρ, διακριτικά, miró discretamente a la chica,

κοίταξε διακριτικά την κοπέλα

2. χωρίς να τραβά την προσοχή, διακριτικά, le gusta vestirse discretamente,

του αρέσει να ντύνεται διακριτικά

3. για απόδοση, μέτρια, ha jugado discretamente, έχει παίξει μέτρια

discretear 1. ρα, δια-κριτο-λογώ= μιλάω διακριτικά για κάποιον, μην με ακούσουν, ψιθυρίζω, κρυφομιλώ

discreteo 1. α, ψιθύρισμα, κρυφομίλημα

indiscreto, ta 1. ε, αδιάκριτος, -η, -o, Laura hizo un comentario indiscreto sobre mi trabajo,

Η Λάουρα έκανε ένα αδιάκριτο σχόλιο για την δουλειά μου

indiscretamente 1. επρ, αδιάκριτα

discreción 1. θ, διακριτικότητα στους τρόπους, πράξεις, σύνεση,

confiο en tu discreción, βασίζομαι στη διακριτικότητα σου

siempre actúa con mucha discreción, ενεργεί πάντα με μεγάλη διακριτικότητα

2. διακριτικότητα στα λόγια, τακτ, tuvo la discreción de no comentarlo,

είχε το τακτ να μην το σχολιάσει

3. εκφ, a discreción, στην διακριτικότητα κάποιου, κατά βούληση, κατ’ ευχέρεια,

ή αδιάκριτα= απεριόριστος, -η, -ο, χωρίς όριο, en la fiesta hubo bebida a discreción,

Στο πάρτι υπήρχε απεριόριστο ποτό

darse o entregarse a discreción, στρ, παραδίνομαι άνευ όρων,

el enemigo se dio a discreción, ο εχθρός παραδόθηκε άνευ όρων

ή επφ, ¡a discreción! ¡fuego a discreción! πυρ κατά βούληση

indiscreción 1. θ, αδιακρισία, una indiscreción por su parte, μια αδιακρισία εκ μέρους του

discrecional πρχ δια-κρισ-ιακό= που γίνεται με διά-κριση προσωπική

1. ε, για χρήση σε κάτι με ιδία κρίση, προαιρετικός, -ή, -ó στην κρίση

2. για εξουσία κυβερνητική, διακριτικός, -ή, -ó,

La Corte Suprema tiene el poder discrecional de desestimar apelaciones,

Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει τις εφέσεις

3. για υπηρεσία μεταφοράς, χωρίς δέσμευση, που γίνεται κατά κρίση ιδία,

κατά παραγγελία, έκτακτος, -η, -o, Esta es una parada discrecional, así que recuerda hacerle señas al conductor si quieres subir al autobús, Αυτή είναι μια στάση κατά παραγγελία, οπότε θυμηθείτε να κάνετε σήμα στον οδηγό αν θέλετε να επιβιβαστείτε στο λεωφορείο

discrecionalidad 1. θ, ιδιότητα του discrecional

decreto πρχ δια-κριτή απόφαση για κάτι

1. α, νομ, διάταγμα, decreto de expulsión de los jesuitas,

διάταγμα απέλασης των Ιησουιτών

2. σνθ, decreto ley, νομοθετικό διάταγμα

real decreto, βασιλικό διάταγμα

por decreto presidencial, με προεδρικό διάταγμα

3. εκφ, por real decreto, οικ, με βασιλικό διάταγμα, αναγκαστικά, θέλοντας και μη

decretar πρχ με διακριτή απόφαση ορίζω κάτι

1. ρμ, βγάζω διαταγή, θεσπίζω, εκδίδω διάταγμα, ορίζω με διάταγμα,

decretaron la expulsión de la minoría, όρισαν με διάταγμα την απέλαση της μειονότητας

2. νομ, εκδίδω απόφαση, διατάζω, El juez decretó que el asesino sea condenado a muerte,

Ο δικαστής διέταξε ο δολοφόνος να καταδικαστεί του σε θάνατο

decretazo 1. α, οικ, νομ διάταγμα που εφαρμόζεται χωρίς έγκριση πλειοψηφίας

decretáis 1. θ πλ, του Πάπα, αποκριτική επιστολή, δεκρετάλιον

rescripto, rescrito πρχ περι-κριτο για κάτι ή περι-σκριπτ> περι-γραπτο

1. α, απόκριση, απόφαση ανώτερου ηγέτη

2. σνθ, rescripto pontificio, νομ, παπικό διάταγμα

rescriptorio, ria 1. ε, πρχ περι-κριτικό= σχετικός, -ή, -ó με τις αποκρίσεις

secreto πρχ σε-κρετο> συ-κρυπτο ή απο-κριτο= μυστικό

1. α, μυστικό, todos tenemos secretos, όλοι έχουμε μυστικά

2. μυστικότητα, han actuado con mucho secreto, έχουν ενεργήσει με μεγάλη μυστικότητα 3. μσκ, αρμονική τάβλα, τράπεζα οργάνου

4. μυστικό, κλειδί για κάτι, κόλπο, enséñame el secreto para hacer la tarta de hojaldre,

δίδαξε μου το μυστικό για να φτιάχνω σφολιάτα

5. μυστήριο, para mí la muerte es un secreto, Για μένα, ο θάνατος είναι ένα μυστήριο

6. μυστικό σημείο σε έπιπλα, guarda las cartas de amor en el secreto del escritorio,

κράτα τα ερωτικά γράμματα στο μυστικό σημείο του γραφείου

7. σνθ, secreto de Estado, μυστικό του Κράτους, κρατικό μυστικό

secreto profesional, επαγγελματικό μυστικό

secreto a voces, κοινό μυστικό (σε φωνές όλων)

secreto bancario, τραπεζικό απόρρητο

secreto de confesión, μυστικό της εξομολόγησης

secretos de alcoba, μυστικά της κρεβατοκάμαρας

8. εκφ, en secreto, στα μυστικά= κρυφά, lo hicieron en secreto, το έκαναν στα κρυφά guardar, desvelar un secreto, κρατάω, αποκαλύπτω ένα μυστικό

echar un secreto en la calle, διαδίδω μυστικό

secreto, ta 1. ε, μυστικός, -ή, -ό, El dictador fue enterrado en un lugar secreto,

Ο δικτάτορας θάφτηκε σε μυστική τοποθεσία

secreta 1. θ, μυστική αστυνομία

2. θρη, μυστική ευχή ιερέα

3. α θ, μυστικός, -ή πράκτορας

secretamente 1. επρ, μυστικά

secretear 1. ρα, οικ, μυστικο-μιλώ, κρυφο-μιλώ, μιλάω ψιθυριστά με άλλον,

Hoy vi a Luis y José secreteando, y cuando me acerqué, se quedaron en silencio,

Σήμερα είδα τον Λουίς και τον Χοσέ να ψιθυρίζουν, και όταν πλησίασα, έμειναν σιωπηλοί

secreteo 1. α, οικ, κρυφο-μίλημα, ψιθύρισμα με άλλον

2. εκφ, andar con secreteos, βαδίζω με μυστικο-ομιλίες= κρυφομιλάω, ψιθυρίζω

secretismo πρχ συ-κρυπτ-ισμός

1. α, μυστικοπάθεια, actuο con secretismo, ενεργώ με μυστικοπάθεια

secreter 1. α, σεκρετέρ

secretaría 1. θ, πρχ συ-κρυπταριο> που κρατά τα συ-κρυπτα ή από σεκρετέρ= γραμματεία

la secretaría de la universidad, η γραμματεία του Πανεπιστημίου

2. σνθ, secretaría de Estado, υφυπουργείο, γενική γραμματεία υπουργείου

στο Βατικανό, Γενική Γραμματεία

secretaría general, γενική γραμματεία

secretario, ria 1. α θ, γραμματέας, se necesitan secretarias, ζητούνται γραμματείς

2. σνθ, secretario de Estado, υπουργός Εξωτερικών ή σε άλλες χώρες, υφυπουργός secretario de prensa, εκπρόσωπος Τύπου

secretario de rodaje, υπεύθυνος γυρίσματος

secretario ejecutivo, εκτελεστικός γραμματέας

secretario de dirección, γραμματέας διεύθυνσης

secretario de embajada, γραμματέας πρεσβείας

secretario general, γενικός γραμματέας

secretario municipal, γραμματέας του δήμου

secretario particular, personal προσωπικός γραμματέας

secretario técnico, τεχνικός γραμματέας

secretario 1. α, ορν, πουλί γραμματέας

secretariado 1. α, επάγγελμα γραμματείας, estudia secretariado, σπουδάζει γραμματέας

2. γνώσεις γραμματείας

3. γραφείο, τμήμα γραμματείας, el secretariado permanecerá cerrado,

η γραμματεία θα παραμείνει κλειστή

4. σώμα γραμματέων

subsecretaría 1. θ, υπο-γραμματεία= γραφείο υφυπουργού, βοηθού γραμματέα

subsecretario, ria 1. α θ, βοηθός γραμματέα

2. υφυπουργός

3. σνθ, subsecretario de Estado, υφυπουργός

ultrasecreto, ta 1. ε, άκρως απόρρητος, -η, -ο

vicesecretario, ria 1. α θ, υπογραμματέας, βοηθός γραμματέας

vicesecretaría 1. θ, θέση υπο-γραμματείας, la vicesecretaria de la empresa,

η υπο-γραμματεία στην εταιρεία

2. γραφείο υπο-γραμματείας, pasa por la vicesecretaría, πέρνα από την υπο-γραμματεία

excrementar 1. ρα, πρχ εκ-κριμα= αφοδεύω, κενώνω

excremento 1. α, περίττωμα, los excrementos de perro, τα περιττώματα του σκύλου

excretar 1. ρμ, εκ-κρίνω, αφοδεύω, κενώνω

excreción 1. θ, απ-έκ-κριση

excretor, ra 1. ε, ιατ, απεκκριτικός, -ή, -ó, aparato excretor, απεκκριτικό όργανο

excretorio, ria 1. ε, ιατ, απεκκριτικός, -ή, -ó

excrecencia 1. θ, εκ-κρiμα σε επιφάνεια = εξόγκωμα, έκφυμα σε ζώα, φυτά

secretar 1. ρμ, βιο, εκκρίνω

secreción 1. θ, έκκριση

secretina 1. θ, βιο, εκκριματίνη

secretor, ra, secretorio, ria 1. ε, βιο, εκκριτικός, -ή, -ó

cierto, a μτθ κιερτο> κε-κριτο= κριμένο ή κραταιό> βέβαιο

1. ε, για κάτι κε-κριμένο= σίγουρος, -η, -o, βέβαιος, -η, -ο,

es cierto que no lo hizo, είναι σίγουρο πως δεν το έκανε

2. μτφ, κάποιος, -α, -ο, ορισμένος, -η, -o, Ciertos días me siento más cansado,

Κάποιες μέρες νιώθω πιο κουρασμένος

hasta cierto punto es verdad, ως κάποιο βαθμό είναι αλήθεια,

hemos recibido un cierto número de llamadas,

έχουμε δεχτεί ένα ορισμένο αριθμό κλήσεων

3. εκφ, estar en lo cierto, στέκω στο κραταιό= έχω δίκιο, δεν κάνω λάθος

Pensaba que me equivocaba, pero parece que estaba en lo cierto,

Νόμιζα ότι έκανα λάθος, αλλά φαίνεται ότι είχα δίκιο,

tan cierto como dos y dos son cuatro, τόσο σίγουρο σαν 2+2=4

όπως σε βλέπω και με βλέπεις

cierto 1. επρ, σίγουρα, βέβαια, πράγματι, – ¿lo hizo ? – cierto – το έκανε ; – πράγματι

2. εκφ, por cierto, παρεμπιπτόντως, μια και το ’φερε η κουβέντα, επ’ ευκαιρία,

Fuimos al cine. Por cierto, ¿has visto la nueva película de terror?

Πήγαμε σινεμά. Παρεμπιπτόντως, έχεις δει τη νέα ταινία τρόμου;

incierto, ta πρχ ά-κριτο ή μη κραταιό για κάτι

1. ε, αβέβαιος, -η, -o, Los adolescentes que dejan la escuela tienen un futuro incierto,

Οι έφηβοι που εγκαταλείπουν το σχολείο έχουν ένα αβέβαιο μέλλον

2. ανακριβής, -ής, -ές, αναληθές, -ής, -ή, es totalmente incierto lo que dices,

είναι εντελώς αναληθές αυτό που λες,

una información incierta, μια πληροφορία ανακριβής

3. άγνωστος, -η, -ο, el banquero se encuentra en paradero incierto,

ο τραπεζίτης βρίσκεται σε άγνωστο μέρος

4. θολός, -ή, -ό, desde el valle contemplamos el incierto perfil de las montañas,

από την κοιλάδα ατενίζουμε το θολό περίγραμμα των βουνών

5. ασταθές, -ή, -ής, El clima de la región es muy incierto,

Το κλίμα της περιοχής είναι πολύ ασταθές

inciertamente 1. επρ, αβέβαια, χωρίς σιγουριά

certamen πρχ κερταμεν> κριτι-μα= κάτι που πρέπει να κριθεί

1. α, διαγωνισμός λογοτεχνίας, ζωγραφικής, certamen de literatura, dibujo,

Si los jueces hubieran sido justos, Rita habría ganado el certamen,

Αν οι κριτές ήταν δίκαιοι, η Ρίτα θα είχε κερδίσει τον διαγωνισμό

2. ρητορικός διαγωνισμός

3. κονταρομαχία

4. σνθ, certamen de belleza, διαγωνισμός ομορφιάς, καλλιστεία,

Ganó el certamen de belleza Miss Universo en 1992,

Κέρδισε τον διαγωνισμό ομορφιάς Μις Υφήλιος το 1992

certero, ra πρχ κερτ-ερο> με κριτ-ήριο καλό> ευ-κριτος> με καλή, σωστή κρίση

1. ε, για σχόλιο, απάντηση, εύστοχος, -η, -ο, ακριβής, -ές, -ή, άριστος, -η, -ο,

Luciana dio respuestas certeras a todas las preguntas que le hice,

Η Λουτσιάνα έδωσε εύστοχες απαντήσεις σε όλες τις ερωτήσεις που της έκανα

El ministro dio una explicación certera de la situación económica actual del país,

Ο υπουργός έδωσε μια ακριβή εξήγηση για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση της χώρας

2. λογικός, -ή, -ό, parece un juicio certero, φαίνεται μια λογική κρίση

3. για βολή, προσπάθεια, εύστοχος, -η, -ο, ακριβής, -ής, -ές,

Francisco hizo un disparo certero digno de un francotirador,

Ο Φρανσίσκο έκανε μια ακριβή βολή αντάξια ενός ελεύθερου σκοπευτή

4. για πληροφορία, δεδομένο, σίγουρος, -η, -ο, αξιόπιστος, -η, -ο,

he recibido noticias certeras sobre su paradero,

Έχω λάβει αξιόπιστα νέα για το κρησφύγετο του

certeza πρχ ευ-κριτ-ότητα για κάτι

1. θ, βεβαιότητα για κάτι, σιγουριά, la certeza de los hechos, η σιγουριά των γεγονότων,

No lo puedo decir con certeza, pero creo que ese es el hombre que vi robar la tienda,

Δεν μπορώ να πω με σιγουριά, αλλά νομίζω ότι αυτός είναι ο άντρας που είδα να ληστεύει το κατάστημα

2. ακρίβεια, αυθεντικότητα, la certeza de sus afirmaciones, η ακρίβεια των δηλώσεών του,

certidumbre 1. θ, σιγουριά, βεβαιότητα

incertidumbre 1. θ, αβεβαιότητα, ανασφάλεια,

momentos de incertidumbre, στιγμές αβεβαιότητας

la incertidumbre de un gobierno, η ανασφάλεια μιας κυβέρνησης

certitud 1. θ, σιγουριά, βεβαιότητα

ciertamente 1. επρ, σίγουρα, οπωσδήποτε, es un asunto ciertamente complejo,

είναι σίγουρα ένα περίπλοκο θέμα

– ¿ irás? – ¡ciertamente! — θα πας; οπωσδήποτε!

certificar πρχ ευ-κριτο-φιάχνω κάτι> δίνω βεβαίωση

1. ρμ, βεβαιώνω, πιστοποιώ, επικυρώνω,

las pruebas certifican su culpa, οι αποδείξεις βεβαιώνουν την ενοχή του

el jurado certificó el nombre del ganador,

Η κριτική επιτροπή επικύρωσε το όνομα του νικητή

2. στέλνω κάτι συστημένο, a pesar de haber certificado el libro, éste no llegó al destino,

παρ’ όλο που έστειλα συστημένο το βιβλίο, αυτό δεν έφτασε ακόμα στον προορισμό του

3. ραντ, πιστοποιείται, επιβεβαιώνεται, Por la presente se certifica que la Sra. Lucía Monte completó el curso de Maestría en Geografía en nuestra universidad,

Με το παρόν βεβαιώνουμε ότι η κα Lucía Monte ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Γεωγραφία στο πανεπιστήμιό μας

certificación 1. θ, επιβεβαίωση, επικύρωση για κάτι

2. μτφ, αποστολή συστημένων επιστολών, πακέτων, certificación de carta, paquete

3. για έγγραφο, βεβαίωση, πιστοποίηση, πιστοποιητικό,

certificación académica, ακαδημαϊκή πιστοποίηση

Antes de mudarte no olvides comprobar la certificación energética del edificio,

Πριν μετακομίσεις, μην ξεχάσεις να ελέγξεις την ενεργειακή πιστοποίηση του κτιρίου

certificado, da πρχ ευ-κριτο-φιαχτο

1. ε, για έγγραφο, γράμμα, ταχυδρομείο συστημένος, -η, -o, με επιβεβαίωση

2. για τσεκ, αντίγραφο, έγγραφο, βεβαιωμένος, -η, -o, επικυρωμένος, -η,-o

La secretaría pide una copia certificada de tu partida de nacimiento,

Η γραμματεία ζητά ένα επικυρωμένο αντίγραφο του πιστοποιητικού γέννησης σας

certificado 1. α, πιστοποιητικό

2. δίπλωμα σπουδών

3. σνθ, certificado de depósito, πιστοποιητικό, αποδεικτικό κατάθεσης

certificado de estudios, πιστοποιητικό σπουδών, δίπλωμα σπουδών

certificado de garantía, πιστοποιητικό εγγύησης

certificado de ahorro, πιστοποιητικό αποταμίευσης

certificado de antecedentes penales, απόσπασμα ποινικού μητρώου

certificado de calidad, πιστοποιητικό ποιότητας

certificado de defunción, πιστοποιητικό θανάτου

certificado de matrimonio, πιστοποιητικό γάμου

certificado de navegación, πιστοποιητικό αξιοπλοΐας

certificado de residencia, βεβαίωση διαμονής

certificado fiscal, βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας

certificado médico, ιατρική βεβαίωση, ιατρικό πιστοποιητικό

certificador, ra 1. ε, α θ, πιστοποιών, -ούσα, -óv, επικυρωτικός, -ή, -ό

acertar πρχ α-κερτ-αρ> ευ-κριτος σε κάτι> ευ-κρίνω

1. ρμ, κρίνω σωστά, μαντεύω, βρίσκω την λύση σε κάτι,

acertó la respuesta, βρήκε την απάντηση

2. βρίσκω κάτι που ψάχνω, acerté la calle, βρήκα το δρόμο

3. ρμ, ρα, βρίσκω, πετυχαίνω στόχο, ευστοχώ,

Acertó en su previsión, Πέτυχε στην πρόβλεψη του,

acertó la diana, πέτυχε τον στόχο

4. βρίσκω κάτι= αποκωδικοποιώ, λύνω, acertó un jeroglífico, έλυσε ένα ιερογλυφικό

5. επιλέγω σωστά, acertó irse antes, επέλεξε σωστά, έκανε καλά να φύγει νωρίτερα

6. acertar a, καταφέρνω να, acertó a cerrar la puerta, κατάφερε να κλείσει την πόρτα

7. τυχαίνει κάτι, acertó a pasar por allí, έτυχε να περνάει από εκεί

acertó a nevar cuando llegamos a la cima de la montaña,

έτυχε να χιονίσει όταν φτάσαμε στην κορυφή του βουνού

8. acertar con, ευ-κρίνω με κάτι= πετυχαίνω, βρίσκω,

has acertado con la camisa que me gusta, πέτυχες την μπλούζα που μου αρέσει

Acertó con la casa, Βρήκε το σπίτι

9. εκφ, no acertar una, οικ, δεν πετυχαίνω τίποτα, είμαι σκέτη αποτυχία

acertadamente εύ-κριτα σε κάτι

1. επρ, με σωστή κρίση, σωστά, escribí acertadamente todas las preguntas,

έγραψα σωστά σε όλες τις ερωτήσεις

2. επιτυχώς, hizo las tareas acertadamente, έκανε τα καθήκοντα επιτυχώς

3. δικαίως, denunció acertadamente los abusos, δικαίως κατήγγειλε τις καταχρήσεις

4. ευτυχώς, acertadamente no fui a a la oficina, ευτυχώς δεν πήγα στο γραφείο

acertado, da πρχ ευ-κριτο= με σωστή κρίση

1. ε, σωστός, -ή, -ó, una respuesta acertada, μια σωστή απάντηση

2. για πράξη, σοφός, -ή, -ό, no sería acertado que lo hicieras,

δεν θα ήταν σοφό να το έκανες

3. εύστοχος, -η, -ο, πετυχημένος, -η, -o, una elección acertada, μια εύστοχη εκλογή

acertante 1. ε, α θ, ευ-κρίνων σε διαγωνισμό, στοίχημα, λόττο, υπερτυχερός, -ή, -ό,

νικητής, ια

acierto πρχ εύ-κριτο

1. α, σωστή απάντηση, λύση σε κάτι, Un acierto más y ganas el premio,

Μια ακόμη σωστή εκτίμηση και κερδίζεις το βραβείο,

los aciertos y los fallos, οι σωστές και οι λάθος απαντήσεις

2. τυχερός αριθμός σε λόττο, λαχείο

3. επιτυχία, este negocio ha sido un acierto, αυτό το μαγαζί ήταν μια επιτυχία

4. καλή κρίση, el chico tiene acierto, ο μικρός έχει καλή κρίση

5. σωστή απόφαση, κίνηση, Fue un acierto haber comprado los pasajes hace dos semanas,

Ήταν σωστή κίνηση να αγοράσω τα εισιτήρια πριν από δύο εβδομάδες

acertijo 1. α, κυρ, μτφ, αίνιγμα, γρίφος, που χρειάζεται ευ-κριτο μυαλό για να λυθεί

desacertar 1. ρα. δεν-ευ-κρίνω= σφάλλω, έχω άδικο, κάνω λάθος σε κρίση, απόφαση,

El juez desacertó al considerar que el demandante no tenía derecho a recibir una compensación, Ο δικαστής έσφαλε που έκρινε ότι ο ενάγων δεν δικαιούταν αποζημίωση

desacertó en la previsón de gastos, λάθεψε στην πρόβλεψη των εξόδων

Desacertamos cuando decidimos vender nuestra casa,

Κάναμε λάθος όταν αποφασίσαμε να πουλήσουμε το σπίτι μας

desacierto 1. α, λάθος κρίση, απόφαση, σφάλμα, αστοχία

desacertadamente 1. επρ, πρχ μη-ευ-κριτα= λανθασμένα, αστόχως, αδέξια

desacertado, da 1. ε, για πράξη, λέξη, άστοχος, -η, -o, λανθασμένος, -η, -ο,

El tuyo fue un comentario desacertado, Το δικό σου ήταν ένα σχόλιο άστοχο

"El tiempo demostró que las medidas adoptadas por el gobierno fueron desacertadas", dijo el líder de la oposición, «Ο χρόνος έδειξε ότι τα υιοθετούμενα μέτρα από την κυβέρνηση ήταν λανθασμένα», δήλωσε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης

concierto πρχ κον-τσερτο= συν-αυλία και μτφ, συν-κρισία σε κάτι, ομο-κρισία, ομο-φωνία

1. α, μσκ, κοντσέρτο, συμφωνία, un concierto de música clásica,

ένα κοντσέρτο κλασικής μουσικής

2. συναυλία, sala de conciertos, αίθουσα συναυλιών

3. συμφωνία ατόμων, no hay concierto entre ellos, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ τους

4. αρμονία, Me gusta el principio y el final de la obra, pero hay cierta falta de concierto,

Μου αρέσει η αρχή και το τέλος του έργου, αλλά υπάρχει μια κάποια έλλειψη αρμονίας

5. σειρά, τάξη, el concierto de los libros en la repisa, η τάξη των βιβλίων στο ράφι

6. πολ, συνθήκη, El concierto europeo de 1815 terminó con el estallido de la Primera Guerra Mundial, Η ευρωπαϊκή συνθήκη του 1815 έληξε με το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου

concertar πρχ είμαι συν-κριτος> συν-κρίνω με κάποιον, ομο-κρίνω, συμ-φωνώ σε κάτι

1. ρμ, για συνάντηση, τιμή, κανονίζω, κλείνω, συμφωνώ,

concertó una entrevista con el jugador, κανόνισε μια συνέντευξη με τον παίκτη

concertar un precio, συμφωνώ μια τιμή

El vendedor y yo concertamos un precio que a ambos nos pareció justo,

Ο πωλητής κι εγώ συμφωνήσαμε μια τιμή που και στους δύο μας φάνηκε δίκαιη

2. για προσπάθειες, ιδέες, πράξεις, συντονίζω,

los dos gobiernos concertaron sus acciones contra el contrabando,

oi δύο κυβερνήσεις συντόνισαν τις προσπάθειές τους ενάντια στο λαθρεμπόριο

3. κλείνω, κάνω συμφωνία, concertar un acuerdo, κλείνω μια συμφωνία,

Concerté un acuerdo con el museo para que expusiera mis obras,

Έκανα συμφωνία με το μουσείο για να εκθέσω τα έργα μου

4. μσκ, κουρδίζω τα όργανα για παίξιμο, εναρμονίζω

Antes de tocar, los músicos concertaron sus instrumentos,

Πριν παίξουν, οι μουσικοί κούρδισαν τα όργανά τους

5. ρμ, ρα, γρμ, συμφωνώ σε αριθμό, γένος,

El adjetivo concierta en género y número con el sustantivo,

Το επίθετο συμφωνεί σε γένος και αριθμό με το ουσιαστικό

6. ρα, συμφωνώ, συμπίπτω, ταιριάζω, Las cuentas que hiciste no concertaban con las mías, Οι υπολογισμοί που έκανες δεν ταίριαζαν με τους δικούς μου

esta noticia concierta con la que tú me contaste.

αυτή η είδηση ​​συμφωνεί με αυτή που εσύ μου είπες

7. ραντ, για άτομα, ομο-κρίνομαι= έρχομαι σε συμφωνία, συμφωνώ για κάτι

Los estudiantes se concertaron para ir a la huelga,

Οι φοιτητές συμφώνησαν για να πάνε στην απεργία

concertación πρχ συν-κρισία σε κάτι

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του concertar, -se

2. συμφωνία, los obreros y la empresa llegaron a una concertación,

οι εργάτες και η εταιρία έφτασαν σε μια συμφωνία

3. σνθ, concertación social, κοινωνικός διάλογος, κοινωνική διαβούλευση

concertadamente 1. επρ, με ομό-κριτο τρόπο= συντονισμένα

concertado, da σύν-κριτο, ομό-κριτο, σύμ-φωνο σε κάτι

1. ε, συντονισμένος, -η, -o, un esfuerzo concertado para combatir la pobreza,

μια συντονισμένη προσπάθεια για την αντιμετώπιση της φτώχειας

impuesto concertado, κατ’ αποκοπή φόρος

2. συμφωνημένος, -η, -ο, κανονισμένος, -η, -ο, Aunque el matrimonio entre Isabel y Roberto fue concertado, eventualmente se enamoraron, Αν και ο γάμος μεταξύ της Ιζαμπέλ και του Ρομπέρτο ​​ήταν κανονισμένος, τελικά ερωτεύτηκαν

3. για σχολείο, συμβεβλημένος, -η, -ο

concertador, ra πρχ που φέρνει σε ομο-κρισία τις πλευρές

1. ε, α θ, συμβιβαστικός, -ή, -ό, μεσολαβητής, -ια

concertante 1. ε, για μουσική, κον-τσερτικό= συμφωνικός, -ή, -ó

2. α, μσκ, κον-τσέρτο= συμφωνική σύνθεση

concertina 1. θ, μσκ, κοντσερτίνα

concertino 1. α, μσκ, πρώτο βιολί κοντσέρτου, ορχήστρας

2. α, μσκ, κοντσερτίνο

concertista 1. α θ, μσκ, πρχ κοντσερτιστής= σολίστας, σολίστα κοντσέρτου

desconcertar 1. ρμ, μτφ, χαλάω το ψυχικό κοντσιέρτο> ηρεμία σε κάποιον=

προκαλώ ή φέρνω σε σύγχυση,

La repentina renuncia del presidente desconcertó a todos los empleados

Η ξαφνική παραίτηση του προέδρου προκάλεσε σύγχυση σε όλους τους υπαλλήλους

ή αφήνω άναυδο, Las contradicciones en su discurso desconcertaron a la audiencia,

Οι αντιφάσεις στην ομιλία του άφησαν άναυδο το κοινό

2. μτφ, χαλάω, La llegada de la tormenta desconcertó el plan de viaje,

Η άφιξη της καταιγίδας χάλασε το σχέδιο του ταξιδιού

3. ραντ, συγχύζομαι, se desconcertó ante lo dicho, συγχύστηκε με το λεγόμενο

desconcierto 1. α, αναταραχή, σύγχυση, αναστάτωση, Con estos falsos rumores la prensa pretende sembrar el desconcierto y la duda en la población, Με αυτές τις ψευδείς φήμες, ο Τύπος στοχεύει να σπείρει σύγχυση και αμφιβολία στον πληθυσμό

hay gran desconcierto, υπάρχει μεγάλη αναταραχή

2. αταξία, ακαταστασία, El desorden en la oficina era evidente,

Η ακαταστασία στο γραφείο ήταν εμφανής

El bloqueo de la carretera provocó el caos y el desconcierto en el tráfico,

Ο αποκλεισμός του δρόμου προκάλεσε το χάος και την αταξία στην κυκλοφορία

desconcertado, da 1. ε, συγχυσμένος, -η, -ο, σαστισμένος, -η, -o, αμήχανος, -η, -o

El estudiante se quedó desconcertado con la pregunta del examen,

Ο μαθητής έμεινε σαστισμένος με την ερώτηση του διαγωνίσματος

Caminaba de forma desconcertada por el pasillo, sin saber a dónde ir,

Περπάταγε με σαστισμένο τρόπο στο διάδρομο, μη ξέροντας πού να πάει

2. άναυδος, -η, -ο, La noticia de la enfermedad de la joven dejó a la familia desconcertada,

Η είδηση ​​της ασθένειας της νεαρής γυναίκας άφησε την οικογένεια άναυδη

desconcertante 1. ε, ανησυχητικός, -ή, -ó, που προκαλεί σύγχυση, μπέρδεμα, αναστάτωση

cerciorar πρχ από cierto> κιερτο> είμαι ευ-κριτος ή κραταιός για κάτι

1. ρμ, διαβεβαιώνω, El médico me cercioró de que el dolor se iría pronto,

Ο γιατρός με διαβεβαίωσε ότι ο πόνος θα έφευγε, υποχωρούσε σύντομα

2. ραντ, σιγουρεύομαι, βεβαιώνομαι, Ricardo regresó a su casa para cerciorarse de que había activado la alarma, Ο Ρικάρντο επέστρεψε σπίτι για να βεβαιωθεί ότι είχε ενεργοποιήσει τον συναγερμό

Scroll to Top