CRIPTA= ΠΡΧ ΚΡΥΠΤΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cripta 1. θ, κρύπτη, En la cripta descansan los restos de mis antepasados,
Τα λείψανα των προγόνων μου αναπαύονται στην κρύπτη
críptico, ca 1. ε, κρυπτογραφικός, -η, -ο
2. μτφ, αινιγματικός, -ή, -ó, μυστηριώδης, -η, -ες, su actitud es muy críptica,
η στάση του είναι πολύ αινιγματική
crípticamente 1. επρ, αινιγματικά, μυστηριωδώς
criptoanálisis 1. α, κρυπτοανάλυση
criptógamas 1. θ πλ, βοτ, κρυπτόγαμα
criptogámico, ca 1. ε, βοτ, κρυπτογαμικός, -ή, -ó
criptógamo, ma 1. ε, βοτ, σχετικός, -ή, -ó με κρυπτόγαμο
criptografía 1. θ, κρυπτογραφία
criptógrafo 1. α, τχν, κρυπτογράφος, είδος γραφομηχανής
criptográfico, ca 1. ε, κρυπτογραφικός, -ή, -ó
criptógrafo, fa 1. α θ, κρυπτογράφος
apócrifo, fa 1. ε, απόκρυφος, -η, -o, evangelios apócrifos, απόκρυφα ευαγγέλια
criptograma 1. α, κρυπτογράφημα
criptorquidia 1. θ, ιατ, κρυπτορχιδία, κρυψορχιδία, κρυψορχία
criptón 1. α, χημ, κρυπτό
encriptar 1. ρμ, πλφ, κρυπτογραφώ
encriptación 1. θ, πλφ, κρυπτογράφηση
encriptado, encriptamiento 1. α, πλφ, κρυπτογράφηση
gruta 1. θ, πρχ γκρούτα> κρύπτη= σπηλιά, La entrada de la gruta estaba bloqueada por una roca gigante, Η είσοδος της σπηλιάς ήταν μπλοκαρισμένη από έναν γιγάντιο βράχο
grutesco 1. α, ατκ, τεχ, γκροτέσκο
grutesco, ca 1. ε, ατκ, τεχ, γκροτέσκος, -α, -o
grotesco, ca 1. ε, μτφ, γκροτέσκος, -α, -ο, γελοίος, -α, -ο, su vestimenta me parece grotesca,
η ενδυμασία του μου φαίνεται γκροτέσκα