CRAC

CRAC= ΠΡΧ ΚΡΑΧ, ΚΡΑΚ, ΚΡΟΚΕΤΑ, ΣΠΑΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

croquet, croquet 1. α, παιχνίδι κροκέ

croqueta 1. θ, μαγ, κροκέτα

2. σνθ, croquetas de bacalao, pollo, jamón, μπακαλιαρο-κροκέτες, κοτο-κροκέτες,

ζαμπονο-κροκέτες

croquis 1. α, κροκί, σκαρίφημα, σκίτσο μόδας, αποτύπωση

crac 1. α, οκν, κραχ

2. εκφ, el crac del 29, ιστ, το κραχ του ’29

crack 1. α, μτφ, που κάνει κρακ σε κάποιο επάγγελμα, αθλητισμό= άσσος, αστέρι,

el crack brasileño, o Βραζιλιάνος άσσος

2. οκν, κραχ

3. ναρκωτικό κρακ

craquear 1. ρμ, χημ, κρακάρω= διασπώ

craqueo 1. χημ, διάσπαση

carraco, ca 1. ε, μτφ, κρακάτος σε υγεία ή πρχ κ-αρακο> γ-εράκος= ανήμπορος, -η, -ο, άρρωστος, -η, -ο, Mi anciano vecino está carraco y débil, así que lo ayudo con la casa,

Ο ηλικιωμένος γείτονάς μου είναι ανήμπορος και αδύναμος, οπότε τον βοηθάω στις δουλειές του σπιτιού

2. α θ, γεράκος, ηλικιωμένος, -η με μειωμένες σωματικές και ψυχικές δυνάμεις

Carracuca 1. ονο, δίνει έμφαση αρνητική, σαν πρόθεμα καρα-,

estar más perdido que Carracuca, είμαι καρα-χαμένος, εντελώς χαμένος

ser más feo que Carracuca, είμαι κακ-άσχημος

Scroll to Top