COZ= ΠΡΧ ΚΟΣ> ΚΛΟΤΣ> ΚΛΩΤΣΙΑ, ΠΡΧ ΛΑΚΤΙΣΜΑ, ΠΡΧ ΚΑΛΤΣΑ, ΠΡΧ ΧΑΛΚΟ-ΓΡΑΦΙΑ,
ΠΡΧ ALCANZAR> ΑΛ-ΚΑΝ-ΣΑΡ> ΚΛΩ-ΤΣΑΩ Ή ΑΠΟ ΚΑΛΣΑ> ΠΑΤΑΩ ΜΕ ΤΟ ΠΟΔΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
calcomanía 1. θ, χαλκομανία
calcografía 1. θ, χαλκογραφία
2. χαλκογραφείο
calcografiar 1. ρμ, χαλκογραφώ
calcógrafo, fa 1. α θ, χαλκογράφος
calcolítico, ca 1. ε, χαλκολιθικός, -ή, -ó
2. εκφ, el Calcolítico, γωλ, η Χαλκολιθική περίοδος
calcopirita 1. θ, ορυ, χαλκοπυρίτης
calcosiderita 1. θ, ορυ, χαλκοσιδηρίτης
calcosina 1. θ, ορυ, χαλκοσίνη
calco πρχ χαλκο-γραφία= αυτό που πατάς για αντιγραφή
1. α, αντίγραφο, κόπια, es un calco del original, είναι ένα αντίγραφο από το πρωτότυπο
La historia de este cuento es un calco de “El gato con botas”
Η ιστορία αυτού του παραμυθιού είναι ένα αντίγραφο του “ο Παπουτσωμένος Γάτος”
2. γλγ, μεταφραστικό δάνειο, la palabra “rascacielos” es un calco de la palabra “skyscraper”
η λέξη “ουρανοξύστης” είναι μετάφραση της λέξης “ουρανοξύστης”
3. πράξη του calcar
calcar πρχ χαλκο-γραφώ
1. ρμ, ιχνογραφώ πάνω από ένα γραπτό, ζωγραφιά και το αντιγράφω,
La niña calcó el dibujo y luego lo pintó,
Το κορίτσι ιχνογράφησε το σχέδιο και μετά το ζωγράφισε
2. απομιμούμαι, αντιγράφω κάτι πιστά από το πρωτότυπο,
un relato calcado de un cuento de Clarín,
ένα διήγημα χαλκωμένο= αντιγραμμένο απο ένα παραμύθι του Κλαρίν
3. πιέζω με το πόδι
calcado, da 1. ε, πρχ χαλκο-γραφημένος= ίδιος, -η, -o με κάτι, κάποιον άλλο
es calcada a su abuela, είναι ίδια με την γιαγιά της
2. α, πράξη και αποτέλεσμα του calcar
3.εκφ, ser calcado a algo, είναι αντίγραφο, απομίμηση κάποιου πράγματος
ser calcado a alguien, είμαι πανομοιότυπος κάποιου, είμαι φτυστός κάποιος
calcador, ra 1. α θ, αντιγραφέας
recalcar πρχ περι-χαλκώνω ή καλτσάρω κάτι, πατώ
1. ρμ, μτφ, λέω κάτι αργά και εκφραστικά, σαν να το κτυπώ σε χαλκογραφία=
τονίζω, δίνω έμφαση, υπογραμμίζω, recalcar la importancia de… τονίζω την σημασία του…
Me gustaría recalcar la importancia de la labor de Juan organizando este evento,
Θα ήθελα να τονίσω τη σημασία του έργου του Χουάν διοργανώνοντας αυτή την εκδήλωση
El profesor recalcó que el examen sería el martes,
Ο καθηγητής τόνισε ότι η εξέταση θα γίνει την Τρίτη
recalcar una frase, una silaba, τονίζω μια φράση, συλλαβή
recalcó su negativa, τόνισε την άρνηση του
2. επαναλαμβάνω κάτι για να δείξω την σημασία του, αναμασώ,
recalcó la importancia de ese factor, επανέλαβε την σημασία αυτού του παράγοντα
siempre está recalcando lo mismo, αναμασά συνεχώς τα ίδια
3. πιέζω, πατάω κάτι πάνω σε άλλο
4. ρα, μτφ, παρα-καλτσάρω= γέρνω, μπατάρω, παίρνω κλίση
5. ραντ, οικ, μτφ, πρχ περι-καλτσαρω> απλώνομαι σαν κάλτσα= σωριάζομαι, ξαπλώνομαι,
el chico se recalcó en el sofá, το παιδί ξαπλώθηκε στον καναπέ
recalcada 1. θ, ναυ, πρχ παρα-καλτσαδα= μπατάρισμα πλευράς σαν κάλτσα
recalcadura 1. θ, πράξη του recalcar
2. έμφαση, τονισμός σε κάτι, επιμονή ξανά λέγοντας το
conculcar πρχ κατα-χαλκώνω= κατα-πατώ κάτι
1. ρμ, πατάω κάτι με τα πόδια
2. νομ, μτφ, καταπατώ νόμο, παραβαίνω, παραβιάζω,
Conculcó las normas, y ahora debe asumir la responsabilidad por sus actos,
Καταπάτησε τους κανόνες, και τώρα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη για τις πράξεις του
conculcación 1. θ, νομ, καταπάτηση νόμου, παράβαση, παραβίαση
inculcar 1. ρμ, πρχ εν-χαλκώνω αξίες, ιδέες σε κάποιον, βάζω στο μυαλό, ενσταλάζω,
μεταλαμπαδεύω, εντυπώνω, Es nuestro deber inculcar valores como la amabilidad y la empatía en nuestros estudiantes,
Είναι καθήκον μας να ενσταλάξουμε αξίες όπως
η ευγένεια και η ενσυναίσθηση στους μαθητές μας
2. τυπ, τυπώνω πυκνά
3. ραντ, εν-χαλκώνω σε μένα= κολλάω, εμμένω, si se inculca en algo, no cambia de opinión
αν εμμένει σε κάτι, δεν αλλάζει γνώμη
inculcación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του inculcar
2. μεταλαμπάδευση αξιών, ενστάλαξη, εντύπωση
inculcador, ra 1. ε, πρχ εν-χαλκωτής= ενσταλακτικός, -ή, -ό, μεταλαμπαδευτικός, -ή, -ό,
που βάζει, εμφυσά, ενσταλάζει, μεταλαμπαδεύει,
era un profesor inculcador de ideales, ήταν ένας καθηγητής μεταλαμπαδευτικός ιδανικών
calcáneo 1. α, ανα, πρχ χαλκο-οστούν της πτέρνας
calcañal, calcañar 1. α, πρχ χαλκο-κάλαμο= πτέρνα
calceolaria 1. θ, βοτ, φυτό, καλσεολάρια
calza πρχ κάλτσα
1. θ, μτφ, κόκαλο παπουτσιών
2. μακριά γυναικεία κάλτσα
calzas 1. θ πλ, βράκες παλιές
2. σνθ, medias calzas, γυναικείες κάλτσες μέχρι το γόνατο
3. εκφ, verse en calzas prietas, βλέπεται σε κάλτσες πιεσμένες= είμαι σα βρεγμένη γάτα
sobrecalza 1. θ, πρχ υπερ-κάλτσας= είδος περικνημίου, γκέτας
calceta 1. θ, κάλτσα μέχρι το γόνατο
2. μτφ, πλέξιμο, επειδή έπλεκαν τις κάλτσες
3. εκφ, hacer calceta, πλέκω
calcetería 1. θ, καλτσοβιομηχανία
2. καλτσάδικο, καλτσοπωλείο
calcetero, ra 1. α θ, καλτσάς, -ού, που έφτιαχνε κάλτσες
2. ε, καλτσάτος, -η, -ο, ταυ, για ταύρο με λευκές κηλίδες ποδιών που εκτείνονται έως και τα γόνατα, σαν κάλτσες
3. α θ, καλτσοπώλης, έμπορος πλεκτών ειδών
calcetín 1. α, κάλτσα
2. εκφ, volver a alguien como a un calcetín, γυρνάω κάποιον συθέμελα, φέρνω τα μέσα έξω
calcillas 1. α, μτφ, κοντοστούπης
2. μτφ, δειλός, που μαζεύεται σαν κάλτσα
calcetón 1. α, αρχ, κάλτσα από μουσαμά, πανί που φοριέται κάτω από την μπότα, περικνήμιο, γκέτα
calzón πρχ καλτσόν
1. α, κοντό παντελονάκι, σόρτς, αθλητικό σορτς
2. βράκα παλιά
3. σνθ, calzón bombacho, φουσκωτό παντελόνι
calzón corto, κοντό παντελόνι
calzonazos 1. ε, α, οικ, μτφ, καλτσονάτος, χαλβάς, για άντρα που κάνει ό, τι πει η γυναίκα
ή πιστεύει ό, τι του πουν, el muy calzonazos, acepta todo lo que le echen,
είναι πολύ χαλβάς o τύπος, κάνει πάντα ό,τι του πουν!
es un calzonazos, είναι χαλβάς
calzoncillo πρχ καλτσον-άκι
1. α, σλιπ κοντό ή σώβρακο μακρύ για άντρες
2. κιλότα για γυναίκες
calzo 1. α, μτφ, τάκος, τακάκι, σφήνα, σαν κάλτσα
calzos α πλ, μτφ, άκρα αλόγου, calzos de caballo
calzada 1. θ, μτφ, οδόστρωμα, επειδή πατούν οι κάλτσες> πόδια
2. σνθ, calzada romana, ρωμαϊκό οδόστρωμα
calzado πρχ καλτσάτο
1. α, υποδήματα, παπούτσια, una tienda de calzado, υποδηματοπωλείο
fabricante de calzado, υποδηματοποιός
la industria del calzado, η βιοτεχνία υποδημάτων
2. σνθ, calzado deportivo, αθλητικά παπούτσια
calzado ortopédico, ορθοπεδικό παπούτσι
calzado, da 1. ε, παπουτσωμένος, -η, -o, La exploradora iba calzada de botas negras,
Η εξερευνήτρια πήγαινε παπουτσωμένη με, φορούσε μαύρες μπότες
2. θρη, μοναχός, -ή σε τάγμα επιτρέπεται να φορούν υποδήματα
3. για πτηνό, δασύπους, -ους, -ουν, δασύποδος, -η, -ο
4. ζωλ, για τετράποδο, πόδια ζώων με διαφορετικό χρώμα στο κάτω μέρος,
caballo calzado de blanco, άλογο με λευκά πόδια
calzador 1. α, πρχ καλτσοτηρ-ας= κόκαλο παπουτσιών
2. εκφ, con calzador, με το ζόρι, μετά βίας, σαν να μπαίνει με κόκκαλο παπουτσιών, μτφ,
por la mañana, solo entras con calzador en el metro,
το πρωί, μόνο μπαίνεις με το ζόρι στο μετρό
calzar πρχ καλτσάρω> υπόδημα και οι έννοιες του
1. ρμ, καλτσάρω= φορώ υπόδημα για παπούτσια, μπότες, calzar zapatos, φορώ παπούτσια
2. για νούμερο παπουτσιού, φορώ, calzo el 40, φορώ νούμερο 40
¿qué pie calzas? τι νούμερο (πόδι) παπούτσια φοράς;
3. βάζω παπούτσια σε κάποιον, El príncipe calzó el zapato en el pie de la Cenicienta,
Ο πρίγκιπας έβαλε το παπούτσι στο πόδι της Σταχτοπούτας
4. εφοδιάζω με παπούτσια, este fabricante calza a toda la familia,
αυτός o υποδηματοποιός εφοδιάζει με παπούτσια όλη την οικογένεια
5. μτφ, καλτσάρω= στερεώνω με τακάκι έπιπλο, πόρτα, calzar la mesa,
στερεώνω με τακάκι το τραπέζι
6. μτφ, για όχημα, βάζω, τοποθετώ λάστιχα, σαν κάλτσες,
calzó el coche con neumáticos nuevos, έβαλε καινούργια λάστιχα στο αμάξι του
7. ρα, καλτσάρομαι= φοράω παπούτσια, ¿has visto cómo calza?
είδες τι παπούτσια φοράει;
8. ραντ, καλτσάρομαι= βάζω τα παπούτσια μου, calzarse los zapatos,
βάζω, φοράω τα παπούτσια μου
descalzar 1. ρμ, ξε-καλτσάρω= βγάζω τα παπούτσια από κάποιον
Los sirvientes descalzaron al rey antes de que se acostara,
Οι υπηρέτες έβγαλαν τα παπούτσια του βασιλιά πριν πάει για ύπνο
2. για έπιπλο, αντικείμενο, αφαιρώ τις σφήνες, τακάκια
3. αγρ, μτφ, σκάβω, σαν να ξεκαλτσάρω το έδαφος
4. ραντ, ξε-καλτσάρομαι= βγάζω τα παπούτσια μου
descalzo, za 1. ε, ξε-κάλτσωτος= ανυπόδητος, -η, -o, ξυπόλητος, -η, -o
Esa artista está siempre descalza cuando baila,
Αυτή η καλλιτέχνης είναι πάντα ανυπόδητη όταν χορεύει
2. θρη, για μοναχό, ανυπόδητος, -η, -ο, ξυπόλητος, -η, -ο
3. εκφ, andar, caminar descalzo, περπατώ ξυπόλυτος
Ando descalzo, y la arena me está quemando los pies,
Περπατάω ξυπόλητος, και η άμμος μου καίει τα πόδια
ir descalzo, πάω= είμαι ξυπόλυτος
descalzador 1. α, αγρ, σκαπτική μηχανή
recalzar πρχ περι-καλτσάρω
1. ρμ, αγρ, μτφ, επιχωματώνω φυτά, δέντρα
2. ατκ, μτφ, υποδομώ
recalzo 1. α, επιχωμάτωση
2. ατκ, έργο υποδόμησης
socalzar 1. ρμ, μτφ, κατ, πρχ υπο-καλτσάρω, για τοίχο, κτίριο, = ενισχύω το χαμηλότερο κομμάτι μιας κατασκευής
recalcitrar πρχ παρα-κλωτσάω σε κάτι
1. ρα, λογ, μτφ, κλωτσάω σε κάτι, τσινώ, δεν το δέχομαι, αντιδρώ σαν να κλωτσάω
2. πρχ περι> ανα-καλτσάρω> πάω με τα πόδια πίσω= οπισθοδρομώ
recalcitrante 1. ε, για άτομο, που περι-κλωτσά= απείθαρχος, -η, -ο, ατίθασος, -η. -ο, carácter recalcitrante, χαρακτήρας απείθαρχος
2. επιμένων, κολλημένος, -η, -ο σε γνώμη, άποψη, σαν να κλωτσάει ό, τι και να του πεις
defensor recalcitrante de la dieta vegetariana,
υπερασπιστής κολλημένος της χορτοφαγικής δίαιτας
coz πρχ κος> κλωτς> κλωτσιά ή κάλτσα
1. θ, κλωτσιά, λάκτισμα ζώου, ατόμου, El caballo me dio una coz cuando trataba de herrarlo,
Το άλογο με έδωσε μια κλωτσιά όταν προσπαθούσα να το πεταλώσω
se defendía con puñetazos y coces, αμυνόταν με μπουνιές και κλωτσιές
2. κλότσημα για όπλο
3. οικ, μτφ, λόγια σαν κλωτσιές, κακοήθεια, προσβολές, χοντράδες,
suelta unas coces cuando habla que te dejan muy cortada,
αμολά μερικές κακοήθειες όταν μιλά που σε αφήνουν πολύ κομμένη
4. εκφ, dar, pegar, tirar coces, παίρνω με τις κλωτσιές, δίνω κλωτσιές
soltar una coz a alguien, αμολάω κακοήθεια σε κάποιον= είμαι αγενής απέναντι σε κάποιον
cocear 1. ρα, πρχ κοσεαρ> κλωτσάω, λακτίζω, el caballo les coceó, το άλογο τους κλώτσησε
2. οικ, μτφ, κλωτσάω σε κάτι, τσινάω, mi novia cecea y no quiere ir,
η κοπέλα μου κλωτσάει και δεν θέλει να πάει
acocear 1. ρμ, κλωτσάω, λακτίζω, el caballo me acoceó, το άλογο με κλώτσησε
2. οικ, μτφ, προσβάλλω, ταπεινώνω, Algunos de los manifestantes fueron detenidos por acocear al alcalde,
Μερικοί από τους διαδηλωτές συνελήφθησαν επειδή πρόσβαλλαν τον δημάρχο
alcanzar πρχ αλ-καν-σαρ> κλω-τσάω, πρχ λα-κτί-σω κάτι, κάποιον ή πατάω με κάλτσα= μτφ, φτάνω, αγγίζω, βρίσκω
1. ρμ, φτάνω, αγγίζω κάτι, con la mano alcanzo la bombilla, με το χέρι φτάνω την λάμπα
2. μτφ, φτάνω κάποιον στον χώρο που είναι πιο μπροστά, προφταίνω
empezó a correr y la alcanzó muy pronto, άρχισε να τρέχει και την έφτασε πολύ σύντομα
3. μτφ, για πράγμα που βρίσκει, αγγίζει κάποιον, κάτι, σαν να τον λακτίζει,
la sequía alcanzó a toda la región, η ξηρασία άγγιξε όλη την περιοχή
el disparo le alcanzó en el brazo, ο πυροβολισμός τον βρήκε στο χέρι
el coche alcanzó al peatón, το αυτοκίνητο χτύπησε τον πεζό
4. μτφ, πραγματοποιώ, πετυχαίνω, κατορθώνω κάτι, σαν να το κλωτσάω,
alcanzó su objetivo, πέτυχε το στόχο του
5. μτφ, φτάνω χρονικά σε κάτι εγκαίρως, προλαβαίνω,
todavía alcanzas el autobús de las 5, μπορείς ακόμη να προλάβεις το λεωφορείο των 5
6. φτάνω, αγγίζω, πιάνω με το χέρι κάτι στον χώρο,
¿me alcanzas ese bolígrafo? μου πιάνεις το στυλό;
7. μτφ, αγγίζω εμπειρικά κάτι, έχω προλάβει, έχω ζήσει,
yo alcancé el mundial de Argentina, εγώ πρόλαβα το μουντιάλ της Αργεντινής
8. ρα, για όπλο, φτάνω, έχω εμβέλεια, los cañones modernos alcanzan muy lejos,
τα σύγχρονα κανόνια έχουν μεγάλη εμβέλεια
9. μτφ, για τύχη που με κλωτσά= τυχαίνω, λαχαίνω, me alcanzó una herencia,
μου έτυχε μια κληρονομιά
10. alcanzar a, μτφ, φτάνω να κλωτσήσω= καταφέρνω, μπορώ να κάνω ό, τι λέει το ρήμα,
no alcanzo a comprenderlo, δεν μπορώ να το καταλάβω
¿alcanzas a ver Ιο que pasa? μπορείς να καταλάβεις τι συμβαίνει;
11. alcanzar para, φτάνω για κάτι, επαρκώ, las provisiones no alcanzan para toda el viaje,
οι προμήθειες δεν επαρκούν για το ταξίδι
12. ραντ, μτφ, κλωτσιέμαι ή λακτίζομαι με κάτι= συναντιέμαι, ενώνομαι, συμπίπτω,
las calles se alcanzan en ese punto, οι οδοί ενώνονται σε αυτό το σημείο
13. μτφ, λακτίζομαι με κάτι νοητικά= καταλαβαίνω, συνειδητοποιώ,
no se me alcanza bien lo que está diciendo, δεν μπορώ να καταλάβω αυτά που λέει
alcanzadizo, za 1. ε, πρχ που μπορεί να λακτιστεί, αγγιχτεί= προσιτός, -ή, -ό
inalcanzable 1. ε, πρχ ανευ-λακτίσματος= άφταστος, -η, -o, άπιαστος, -η, -o,
un sueño inalcanzable, ένα άφταστο όνειρο
alcanzado, da 1. ε, για άτομο φτασμένο στα χρηματικά όρια, απένταρος, -η, -o,
no te puedo prestar dinero, estoy alcanzado,
δεν μπορώ να σου δανείσω χρήματα, είμαι απένταρος
2. χρεωμένος, -η, -ο
alcanzadura 1. θ, κτν, μώλωπας στα πόδια αλόγου, σαν λάκτισμα
alcance πρχ αλ-κανσε> λάκτισμα> σημείο που φτάνει κάτι
1. α, απόσταση που φτάνει το χέρι, άπλωμα, ακτίνα, ¿Me puedes pasar esa botella?
– No, está fuera de mi alcance, Μπορείς να μου περάσεις αυτό το μπουκάλι;
Όχι, είναι εκτός της ακτίνας μου, δεν το φτάνω
2. εμβέλεια όπλου, βεληνεκές, arma de largo alcance, όπλο μεγάλου βεληνεκούς
3. εμβέλεια εκπομπής σήματος, ακτίνα, el alcance de una emisora de radio,
η εμβέλεια ενός ραδιοφωνικού σταθμού
4. μτφ, μεχρι πού λακτίζει, φτάνει το μυαλό= ταλέντο, εξυπνάδα, ικανότητες,
hombre de mucho alcance, άνθρωπος με πολλές ικανότητες
5. μτφ, μεχρι που λακτίζει μια ενέργεια, γεγονός= σημασία, σπουδαιότητα, αντίκτυπος,
noticia de mucho alcance είδηση μεγάλης σημασίας
un hecho de alcance mundial, ενα γεγονός με παγκόσμιο αντίκτυπο
6. τυπ, τυπογραφικό δοκίμιο, επειδή λακτίζεται
7. φσκ, βεληνεκές, εμβέλεια
8. κτν, μώλωπας στα πόδια αλόγου
9. εκφ, al alcance de la mano, de mi, tu, su mano, του χεριού μου, σου, του, της
tuvo el triunfo al alcance de la mano, είχε τον θρίαμβο στο χέρι του
dar alcance a alguien, δίνω λάκτισμα σε κάποιον, κάτι= τον φτάνω, πιάνω
aunque salió media hora antes, le dieron alcance rápidamente,
αν και βγήκε 30 πρίν, τον έφτασαν γρήγορα
de alcance, τελευταίας στιγμής, una noticia de alcance, είδηση επί του πιεστηρίου
de largo, corto alcance, μεγάλης, μικρής εμβέλειας
irle a alguien a los alcances, καταδιώκω κάποιον ή βρίσκομαι στα ίχνη κάποιου
ser corto de alcances, είναι με κοντά λακτίσματα= δεν είμαι πολύ έξυπνος
tener pocos, cortos alcances, δεν μου κόβει πολύ, είμαι αργόστροφος
alcancía 1. θ, πήλινος κουμπαράς, επειδή λακτίζεται για να πάρω το χρήμα