COSTA

COSTA= ΠΡΧ ΚΟΣΤΑ> ΚΟΣΤΑ ΡΙΚΑ, ΚΟΣΤΑ ΝΑΒΑΡΙΝΟ> ΕΝΝΟΙΑ ΑΚΤΗΣ, ΠΑΡΑΛΙΑΣ,

ΠΡΧ ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΙΔΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΟΡΟΣ> ΑΚΤΗ, ΠΡΧ Κ(ΟΣ)ΤΑ> Α-ΚΤΑ> ΑΚΤΗ,

ΠΡΧ ΚΟΣ-ΤΑ> ΚΑ-ΤΩ, ΚΑ-ΤΑ, ΚΑΘ-ΙΣΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΤΟΥΣ,

ΠΡΧ Κ-ΟΣΤΑ> ΟΣΤΟ= ΠΑ΄Ι΄ΔΙ, ΠΛΕΥΡΑ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΧΩΡΟΥ, ΜΕΡΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Costa Rica 1. ονο, Κόστα Ρίκα

costarricense 1. ε, α θ, Κοσταρικανός, -ή, -ό

costarriqueñismo 1. α, γλγ, ιδιωματισμός της Κόστα Ρίκα

costarriqueño, ña 1. ε, α θ, Κοσταρικανός, -ή, -ό

costa

1. θ, ακτή, γιαλός, παραλία, ακροθαλασσιά, pasan las vacaciones en la costa,

περνούν τις διακοπές τους στην ακροθαλασσιά,

El barco navegaba cerca de la costa, Το πλοίο έπλεε κοντά στην ακτή

2.σνθ, la Costa Azul η Κυανή Ακτή

la Costa Blanca, η Κόστα Μπλάνκα

la Costa Brava, η Κόστα Μπράβα

Costa de Marfil, Ακτή Ελεφαντοστού

costear πρχ κοστεαρ> ακτ-άρω ή παρ-ακτιάρω> κινούμαι παράκτια ή κατά μήκος της ακτής και οι μεταφορές τους

1. ρμ, παραπλέω, πλέω κοντά στην ακτή, πλέω κατά μήκος της ακτής, κάνω τον γύρο,

costeó la isla en una lancha, έκανε τον γύρο του νησιού με μηχανοκίνητο σκάφος

2. κινούμαι πλάγια, περιμετρικά, costearon la piedra que bloqueaba el camino de la fábrica,

πήγαν πλάγια της πέτρας που έκλεινε τον δρόμο προς το εργοστάσιο

3. μτφ, αποφεύγω κίνδυνο, δυσκολία, costeamos el incendio tomando otra carretera,

αποφύγαμε τη φωτιά παίρνοντας έναν άλλο δρόμο

costanero, ra 1. ε, παράκτιος, -α, -o, παραλιακός, -ή, -ó,

El camino costanero conecta varios pueblos de pescadores,

Ο παράκτιος δρόμος συνδέει πολλά ψαρο-χώρια

El clima costanero suele ser húmedo y suave,

Το παράκτιο, παραλιακό κλίμα είναι συνήθως υγρό και ήπιο

2. ακτοπλοϊκός, -ή, -ó, embarcación, navegación costanera,

πλεούμενο, πλοήγηση ακτοπλοϊκή

3. για έδαφος, κεκλιμένος, -η, -o, πρχ κοστα-νερο> σα να κατων-αρει

4. θ, κεκλιμένο έδαφος, κατηφόρα, πλαγιά

costana 1. θ, δρόμος σε κλίση

2. ναυ, νομέας

costanera 1. θ, πλαγιά σε έδαφος

costanilla 1. θ, δρόμος σε κλίση

costeño 1. ε, παράκτιος, -α, -ο, παραλιακός, -ή, -ό

2. ακτοπλοϊκός, -ή, -ό

costera 1. θ, ναυ, περίοδος ψαρέματος, la costera del atún,

η περίοδος ψαρέματος του τόνου

costero, ra 1. ε, παράκτιος, -α, -o, παραλιακός, -ή, -ó, παραθαλάσσιος, -α, -o

La navegación costera es más segura que la oceánica,

Η παράκτια ναυσιπλοΐα είναι ασφαλέστερη από την ωκεάνια

Es una zona de fuertes vientos costeros, Είναι μια περιοχή με ισχυρούς παράκτιους ανέμους 2. ακτοπλοϊκός, -ή, -ó

acostar πρχ ακο-σταρ> κάτω-στέκω= πλαγιάζω, ξαπλώνω το σώμα

πρχ ακτο-στεκω= ακοστάρω πλεούμενο

1. ρμ, ξαπλώνω κάποιον για να κοιμηθεί, ξεκουραστεί, acostar al niño, ξαπλώνω το παιδί

Acosté a los niños, y luego me acosté yo, Ξάπλωσα τα παιδιά και μετά ξάπλωσα εγώ,

La enfermera acostó al paciente para el chequeo,

Η νοσοκόμα ξάπλωσε τον ασθενή για τον έλεγχο

2. ραντ, πλαγιάζω, είμαι κατάκοιτος

3. ξαπλώνω εγώ για ύπνο, ξεκούραση, πηγαίνω για ύπνο, πλαγιάζω,

me voy a acostar, θα πάω να ξαπλώσω

Me acuesto muy tarde los fines de semana, Πέφτω για ύπνο πολύ αργά τα Σαββατοκύριακα 4. ξαπλώνω το σώμα μου, acuéstese boca arriba, ξαπλώστε ανάσκελα

Acuéstate un rato, te ves cansado, Ξάπλωσε για λίγο, φαίνεσαι κουρασμένος

5. οικ, ξαπλώνω με κάποιον για σεξ, το κάνω, Se acostó con su compañero de trabajo,

Πλάγιασε με τον συνάδελφό του,

se acostó con su novio, ξάπλωσε με το αγόρι της

6. ρμ, ναυ, για πλεούμενο, πρχ ακτο-στέκω= ακοστάρω σε ακτή ή πλευρίζω πλοίο,

El capitán acostó el barco al muelle, Ο καπετάνιος ακοστάρισε το πλοίο στην αποβάθρα

7. ρα, ναυ, πιάνω ακτή, el yate acostó lentamente, το γιοτ έπιασε ακτή αργά

8. ρα, ραντ, για κτίριο, κατω-στέκει, καθ-ιστ-αρω> κλίνει προς τα κάπου,

con los temblores, la casa se acostó bastante, με τις δονήσεις το σπίτι έκλινε αρκετά

9. μτφ, κλίνω προς, últimamente se acostaba mucho a las ideas de su padre,

τελευταία έκλινε πολύ προς τις ιδέες του πατέρα του

10. ρα, για ζυγό, να κλίνει ανισσόροπα

acostamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του acostar, acostarse

2. ξάπλωμα, ύπνος

3. χρόνια κατάκλιση αρρώστου

4. ναυ, πλάγιασμα, πρόσδεση, προσέγγιση σε ακτή, αποβάθρα, πλεύρισμα σε πλοίο,

La maniobra de acostamiento se complicó debido a las fuertes corrientes,

Η μανούβρα προσέγγισης του πλοίου έγινε δύσκολη λόγω των ισχυρών ρευμάτων

acostada 1. θ, ύπνος, una acostada corta después de comer evita el estrés,

Ένας σύντομος ύπνος μετά το φαγητό αποτρέπει το άγχος

recostar 1. ρμ, παρα-κατω-στεκω= παραστέκω, γέρνω, ακουμπώ μέρος σώματος ή κορμό,

recostó su cabeza sobre mi hombro, έγειρε το κεφάλι του στον ώμο μου

Recostó la escalera sobre el muro para poder subir,

Ακούμπησε τη σκάλα στον τοίχο για να μπορέσει να ανέβει

2. κλίνω κάτι, el viento recostó las ramas de los árboles sobre la superficie del río,

ο αέρας έκλινε τα κλαδιά του δέντρου πάνω στην επιφάνεια του ποταμιού

3. ραντ, ξαπλώνω για λίγο, παραστέκομαι, ακουμπώ μέρος σώματος ή κορμό κάπου,

se recostó contra la pared, ξάπλωσε κόντρα στον τοίχο,

se recostó en la cama, ξάπλωσε για λίγο στο κρεβάτι

cuesta πρχ κουε-στα> ακρη-στο, καθ-ιστό, κατά> κάτω δρόμος ή κοστα σαν πλαγιά,

1. θ, κλίση εδάφους, πλαγιά, ανηφόρα, llegó agotada por la cuesta del camino,

Έφτασε εξαντλημένη λόγω της απότομης πλαγιάς

2. εκφ, a cuestas, κυρ, μτφ, στους ώμους, στις πλάτες,

Tuvieron que subir las provisiones a cuestas hasta la cima,

Χρειάστηκε να ανεβάσουν τα εφόδια κουβαλώντας τα στην πλάτη μέχρι την κορυφή,

llevar a cuestas, κυρ, φέρω, παίρνω στους ώμους βάρος,

ή μτφ, επωμίζομαι, φορτώνομαι με ευθύνες, lleva a cuestas la invalidez de su madre,

φέρει στους ώμους του το βάρος της αναπηρίας της μητέρας του

a la mitad de la cuesta, στα μισά της ανηφόρας, El coche se paró a la mitad de la cuesta,

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στα μισά της ανηφόρας,

a media cuesta στη, μέση της ανηφόρας

cuesta abajo, arriba, κατήφορος, ανήφορος ή προς τα κάτω, πάνω, κατηφορικά, ανηφορικά,

La pelota rodó cuesta abajo hasta el valle,

Η μπάλα κύλησε στον κατήφορο μέχρι την κοιλάδα

en cuesta, σε πλαγιά, κεκλιμένος

hacerse cuesta arriba, οικ, μου είναι ανήφορος= με πειράζει, με χαλάει, δυσανασχετώ,

trabajar los domingos se me hace muy cuesta arriba, με χαλάει να δουλεύω τις Κυριακές

ή με δυσκολεύει, Dejar de fumar se me hizo cuesta arriba en el primer mes,

Το να κόψω το κάπνισμα μου έγινε πολύ δύσκολο, με δυσκόλεψε τον πρώτο μήνα,

ir cuesta abajo, πάω κάτω= κατη-φορίζω

ή μτφ, παίρνω την κατιούσα, Desde que cambiaron de directiva, la empresa va cuesta abajo,

Από τότε που άλλαξαν διοίκηση, η εταιρεία παίρνει την κατιούσα,

Su carrera artística ha ido cuesta abajo tras el escándalo,

Η καλλιτεχνική του καριέρα πήρε την κατηφόρα μετά το σκάνδαλο

ή καταρρέω, εξασθενώ, su influencia en el ayuntamiento iba cuesta abajo,

Η επιρροή του στο δημοτικό συμβούλιο πήγαινε προς τα κάτω

ir cuesta arriba, πάω κατα-πάνω= ανη-φορίζω

ή μτφ, πάω προς τα πάνω, κινούμαι ανοδικά σε κάτι, ανεβαίνω σε απόδοση,

Sarri dijo que Cristiano iba cuesta arriba y alcanzaría su tope físico en unas semanas,

Ο Σάρι είπε ότι ο Κριστιάνο βρισκόταν σε ανοδική πορεία και θα έφτανε στο μέγιστο της φυσικής του κατάστασης σε λίγες εβδομάδες,

llover a cuestas, πρχ να βρέξει προς τα κάτω= να συμβεί κάτι εις βάρος μου,

tener la cuesta y las piedras, να έχω την κατηφόρα και τις πέτρες= να έχω όλα υπέρ μου,

la cuesta de enero, τα καθιστά του Γενάρη= οικονομική στενότητα μετά τα Χριστούγεννα

costado πρχ κοστα σαν πλευρά, πρχ κ-οστόν πλευρού

1. α, πλευρό σώματος, me duele este costado, με πονάει αυτό το πλευρό

2. πλευρά σε χώρο, μεριά, vendrá por ese costado de la plaza,

θα έρθει από αυτήν την πλευρά της πλατείας

3. στρ, πτέρυγα

4. ναυ, παρειά

5. εκφ, de costado, στο πλάι, dormir de costado, κοιμάμαι στο πλάι

por los cuatro costados, από τις 4 πλευρές= βέρος, από την κορφή ως τα νύχια,

πέρα για πέρα, es griego por los cuatro costados, είναι βέρος Έλληνας

ή από όλα τις πλευρές σε χώρο, la ciudad está rodeada por los cuatro costados,

η πόλη είναι περικυκλωμένη από παντού,

a la casa le da el sol por los cuatro costados, o ήλιος χτυπάει το σπίτι από όλες τις μεριές

costal 1. ε, ιατ, πρχ (κ)οστουλι= πλευρικός, -ή, -ó, tiene una fractura costal,

έχει ένα ράγισμα πλευρικό, στα πλευρά

2. α, μτθ, κοσ-ταλ> σά-κος για μεταφορά σπόρων

3. σνθ, el costal de los pecados, οικ, το οστούλι των αμαρτιών= το ανθρώπινο σώμα

4. εκφ, estar, quedarse hecho un costal de huesos, οικ, είμαι σαν ένας σάκος από οστά=

είμαι, μένω πετσί και κόκκαλο

intercostal 1. ε, πρχ ενδο-οστούλι= μεσοπλεύριος, -α, -ο

costalada 1. θ, πέσιμο στο πλευρό

2. πέσιμο ανάσκελα

3. εκφ, darse, pegarse una costalada, τρώω τούμπα

costalazo 1. α, πέσιμο στο πλευρό

2. πέσιμο ανάσκελα

3. εκφ, darse, pegarse un costalazo, τρώω τούμπα

costalero 1. α, θρη, που φέρει στο πλευρό= βαστάζος, που μεταφέρει στον ώμο μαζί με άλλα άτομα τα pasos, ξυλόγλυπτα τη Μεγάλη Εβδομάδα

costero 1. α, τάβλα, πρχ οστάρι

2. ναυ, ακτοπλοϊκό σκάφος

3. ορυ, πλευρά φλέβας μεταλλείου

4. τχν, πλαϊνός τοίχος σε ψηλό φούρνο

costilla πρχ κ-οστούλι> οστό

1. θ, πλευρό σώματος

2. παΐδι, πλευρό ζώου, costillas de cordero, cabrito, cerdo,

παιδάκια αρνίσια, κατσικίσια, χοιρινά

costillas de vaca, μοσχαρίσια παιδάκια

3. οικ, μτφ, σύζυγος

4. ναυ, νομέας

5. ατκ, πλαϊνός στύλος σε αψίδα

6. σνθ, costilla falsa, verdadera, νόθο, γνήσιο πλευρό

7. εκφ, medir las costillas a uno, μετράω τα παΐδια σε έναν= ξυλοφορτώνω, ξυλοκοπώ έναν

costillas 1. θ πλ, πρχ κ-οστούλια> οστά= πλάτη, ράχη, me duelen las costillas,

με πονάει η πλάτη μου

echaron el trabajo sobre mis costillas, έριξαν όλη την δουλειά στις πλάτες μου

2. εκφ, medir a alguien las costillas, ξυλοφορτώνω, ξυλοκοπώ κάποιον

costillaje, costillar 1. α, πλευρά ατόμου, ζώου

2. παΐδια κρέατος

3. ναυ, σκαρί, σαν πλευρά σκάφους

descostillar πρχ αντι-οστουλια> ξε-κ-οστουλιάζω> χτυπάω τα οστά πλευράς

1. ρμ, χτυπάω τα παΐδια, πλευρά σε κάποιον, χτυπάω στα πλευρά, μτφ ξε-παΐδια-ζω,

Los matones lo descostillaron, Οι κακοποιοί ξεπαΐδιασαν

2. ραντ, πέφτω ανάσκελα, πέφτω με τα παΐδια, πλευρά απότομα

entrecote, entrecot 1. α, πρχ ενδο-κ-οστό= σπαλομπριζόλα

Scroll to Top