COSTUMBRE

COSTUMBRE= ΠΡΧ ΚΟΥΣΤΟΥΜΙ> ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΦΟΡΩ ΠΑΝΤΑ= ΣΥΝΗΘΕΙΑ, ΠΡΧ ΗΘΟΣ, ΕΘΙΜΟ,

ΠΡΧ ΣΟΛΙΣΤΑΣ> ΣΟΛΟ> ΜΟΝΟΣ, ΠΡΧ ΣΕ-ΛΦ ΣΕΡΒΙΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ética 1. θ, ηθική, carecen de ética, στερούνται ηθικής, δεν έχουν ηθική

2. φλφ, ηθική

3. σνθ, ética profesional, επαγγελματικό ήθος, δεοντολογία

éticamente 1. επρ, ηθικά, ηθικώς,

ético, ca 1. ε, ηθικός, -ή, -ó

2. για άτομο, ηθικός, -ή, -ó

ético 1. α, ηθικο-λόγος

etología 1. θ, ηθολογία

etológico, ca 1. ε, ηθολογικός, -ή, -ó

etnos 1. α, έθνος

etnónimo 1. α, εθνώνυμο

etnarca 1. α, θρη, εθνάρχης

etnarquía 1. θ, θρη, εθναρχία

etnolingüística 1. θ, εθνο-γλωσσολογία

etnología 1. θ, εθνολογία

etnológico, ca 1. ε, εθνολογικός, -ή, -ό

etnólogo, ga 1. α θ, εθνολόγος

etnomusicología 1. θ, μσκ, εθνομουσικολογία

etnomusicólogo, ga 1. α θ, μσκ, εθνομουσικολόγος

etnia 1. θ, εθνοτική ομάδα

étnicamente 1. επρ, εθνικά, εθνικώς.

étnico, ca 1. ε, εθνικός, -ή, -ó

etnocéntrico, ca 1. ε, εθνοκεντρικός, -ή, -ó

etnocentrismo 1. α, εθνοκεντρισμός

etnocentrista 1. ε, εθνοκεντριστής

etnocidio 1. α, εθνοκτονία

etnografía 1. θ, εθνογραφία

etnográfico, ca 1. ε, εθνογραφικός, -ή, -ó

etnógrafo, fa 1. α θ, εθνογράφος

interétnico, ca 1. ε, διεθνοτικός, -ή, -ό

idioma 1. α, ιδίωμα, γλώσσα, el idioma español, η ισπανική γλώσσα

2. γλώσσα αργκό, en el idioma de los abogados, στη γλώσσα των δικηγόρων

el idioma de los jóvenes, η γλώσσα των νέων

3. εκφ, hablar el mismo idioma, κυρ, μτφ, μιλάω την ίδια γλώσσα με κάποιον, καταλαβαινόμαστε, συνεννοούμαστε

idiomático, ca 1. ε, ιδιωματικός, -ή, -ό

idiopatía 1. θ, ιδιοπάθεια

idiopático, ca 1. ε, ιδιοπαθής, -ής, -ές

idiosincrasia 1. θ, ιδιοσυγκρασία

idiosincrásico, ca 1. ε, ιδιοσυγκρασιακός, -ή, -ό

idiosincrático, ca 1. ε, ιδιοσυγκρασιακός, -ή, -ό

idiota 1. ε, α θ, πρχ ιδιώτης στην σκέψη= ηλίθιος, -α, -ο, βλακώδης, -ης, -ες, βλάκας

idiotez 1. θ, λόγια ή πράξη σαν βλακεία, ηλιθιότητα, no dice más que idioteces,

δεν λέει παρά μόνο βλακείες

2. ιατ, αρρώστια ιδιωτεία, διανοητική καθυστέρηση

idiotismo 1. α, ιδιωματισμός

2. ιατ, αρρώστια ιδιωτεία, διανοητική καθυστέρηση

idiolecto 1. α, γλγ, ιδιόλεκτος

idiotizar 1. ρμ, κάνω να έχει σκέψη ιδιώτη> χαζού κάποιον= αποβλακώνω,

la televisión idiotiza a la gente, η τηλεόραση αποβλακώνει τον κόσμο

2. ραντ, αποβλακώνομαι, se ha idiotizado con tanto videojuego,

έχει αποβλακωθεί με τόσα βιντεοπαιχνίδια

idiocia 1. θ, ιδιωτεία

2. ηλιθιότητα, βλακεία

idioblasto 1. α, βιο, ιδιοβλάστης

costumbre πρχ κουστούμι> αυτό που φορώ πάντα= συνήθεια

1. θ, συνήθεια, la mala costumbre de fumar, η κακή συνήθεια του να καπνίζεις

como de costumbre, ως είθισται, όπως συνήθως, όπως συνηθίζεται

2. έθιμο, Marcos dice que muchas costumbres navideñas son de origen pagano,

Ο Μάρκος λέει ότι πολλά χριστουγεννιάτικα έθιμα έχουν παγανιστική προέλευση

3. εκφ, la costumbre es una segunda naturaleza, πρμ, η συνήθεια είναι δεύτερη φύση

la costumbre tiene fuerza de ley, hace ley, η συνήθεια γίνεται νόμος

perder la costumbre de hacer algo, χάνω την συνήθεια, ξεσυνηθίζω να κάνω κάτι

tener la costumbre de, tener por costumbre hacer algo,

συνηθίζω, έχω ως συνήθεια να κάνω κάτι

costumbres 1. θ πλ, έθιμα

2. ήθη

3. συνήθειες, le costó mucho adaptarse a las costumbres mediterráneas,

Του πήρε πολύ χρόνο για να προσαρμοστεί στις μεσογειακές συνήθειες

4. εκφ, de costumbres, για έργο, ηθο-γραφικός

entrar en las costumbres, έρχομαι σε επαφή με τα ήθη και τα έθιμα

de ή por costumbre, συνήθως, κανονικά, por costumbre la visita todos los sábados,

συνήθως την επισκέπτεται κάθε Σάββατο

costumbrismo 1. α, λγτ, ηθογραφία

2. τεχ, ηθογραφία

costumbrista 1. ε, λγτ, τεχ, ηθογραφικός, -ή, -ó

2. α θ, λγτ, ηθογράφος

3. τεχ, ζωγράφος ηθογραφικών έργων

consuetudinario, ria 1. ε, πρχ κουστουμάρικο= εθιμικός, -ή, -ó,

derecho consuetudinario, εθιμικό δίκαιο

asueto 1. α, πρχ ασουετο> άστο για την ώρα= διάλλειμα από κάτι, άδεια, ρεπό,

día de asueto, ημέρα ρεπό

dieron un día de asueto a los estudiantes, έδωσαν μια μέρα ρεπό στους φοιτητές

acostumbrar 1. ρα, συνηθίζω να, acostumbra merendar café con leche,

συνηθίζει να κολατσίζει καφέ με γάλα

2. ρμ, acostumbrar a, συνηθίζω κάποιον σε κάτι, εξοικειώνω,

ha acostumbrado a sus hijos trabajar, έχει συνηθίσει τους γιούς του να δουλεύουν

3. ραντ, συνηθίζω εμένα σε κάτι, στο να κάνω κάτι, acostumbrarse a algo, hacer algo,

ya me he acostumbrado al nuevo horario, πλέον έχω συνηθίσει στο νέο ωράριο

4. συνηθίζω κάτι, pronto te acostumbrarás, θα συνηθίσεις γρήγορα

acostumbrado, da 1. ε, συνηθισμένος, -η, -o σε κάτι, está acostumbrada a madrugar,

είναι συνηθισμένη να ξυπνάει νωρίς

2. συνηθισμένος, -η, -o, no lograrás nada con tu acostumbrada insistencia,

δεν θα πετύχεις τίποτα με την συνηθισμένη επιμονή σου

ha llegado antes de lo acostumbrado, έφτασε πριν του συνηθισμένου, απ’ ό,τι συνήθως

acostumbradamente 1. επρ, συνήθως

desacostumbrar 1. ρμ, ξε-συνηθίζω κάποιον από κάτι,

Estoy probando diferentes métodos para desacostumbrar a mis hijos a desvelarse,

Δοκιμάζω διαφορετικές μεθόδους για ξεσυνηθίσω τα παιδιά μου να ξενυχτούν

2. ραντ, ξεσυνηθίζω εμένα από κάτι, se desacostumbró a comer entre horas,

ξεσυνήθισε να τρώει, τσιμπολογάει μεταξύ των ωρών> γευμάτων

desacostumbrado, da 1. ε, ασυνήθιστος, -η, -o, un acontecimiento desacostumbrado,

ένα ασυνήθιστο συμβάν

2. μη συνηθισμένος, -η, -ο σε κάτι, está desacostumbrado a este ritmo de correr,

είναι μη> δεν είναι συνηθισμένος σε αυτόν το ρυθμό τρεξίματος

desacostumbradamente 1. επρ, ασυνήθιστα

solo πρχ σόλο από μουσική= μόνος

1. α, μσκ, σόλο, un solo de guitarra, ένα σόλο κιθάρας

2. οικ, μτφ, για καφέ, σκέτος, ponme un solo, βάλε μου έναν σκέτο

3. σε χορό, καβαλιέρος μόνος

solo, la 1. ε, για άτομο χωρίς παρέα, συντροφιά, μόνος, -η, -o,

se ha quedado solo en casa, έχει μείνει μόνος στο σπίτι

me gusta estar solo, μου αρέσει να είμαι μόνος

2. για κάτι, σκέτος, -η, -o, café solo, καφές σκέτος

3. μόνος στο είδος του= μοναδικός, -ή, -ό, es el solo candidato válido,

είναι ο μοναδικός έγκυρος υποψήφιος

4. χωρίς πρόσθετα, απλός, -ή, -ó, le dijo una sola disculpa, της είπε μια απλή συγγνώμη

5. μσκ, σόλο, violín solo, σόλο βιολί

6. εκφ, a solas, για άτομο, μόνος, μόνη μου, κατά μονάς, χωρίς συντροφιά ή βοήθεια,

no me atrevo a cruzar el bosque a solas, δεν τολμάω να περάσω το δάσος μόνος μου

quería estar a solas, ήθελε να μείνει μόνος του

για 2 άτομα, οι δυο μας μόνοι, vamos a hablar a solas, θα μιλήσουμε οι δυο μας μόνοι

como él solo, οικ, μτφ, σαν αυτός μόνο= δεν υπάρχει άλλος, δεύτερος,

es arrogante como ella sola, δεν υπάρχει άλλη τόσο αλαζονική

él solo, ella sola, ολομόναχος, ολομόναχη, lo logró ella sola, το πέτυχε ολομόναχη

más vale estar solo que mal acompañado, κάλλιο μόνος, παρά με κακή παρέα

quedarse solo, χωρίς παρέα, μένω μόνος, se quedó solo, έμεινε μόνος

ή χωρίς βοήθεια, στήριξη, hizo varias propuestas pero se quedó solo,

έκανε πολλές προτάσεις, αλλά έμεινε μόνος, χωρίς στήριξη

reírse a solas, γελώ από μέσα μου

sólo, solo 1. επρ, μονάχα, μόνο, compramos solo lo imprescindible,

αγοράσαμε μόνο τα απαραίτητα

sólo quiero decirte eso, μόνο θέλω να σου πω αυτό

2. με προσωπική αντωνυμία, όνομα, μόνος, -η, -o, sólo él lo sabe, μόνο αυτός το γνωρίζει sólo Juan ha terminado la tarea, μόνο ο Χουάν τελείωσε την δουλειά

3. εκφ, con sólo, sólo con, με μόνο, και μόνο με, sólo con una palabra puedes convencerle,

με μια μόνο λέξη μπορείς να τον πείσεις

no sólo… sino que también…, όχι μόνο… αλλά και…,

no sólo me robaron sino que también me golpearon,

όχι μόνο με έκλεψαν, αλλά με χτύπησαν κιόλας

sólo de, και μόνο που, sólo de pensarlo me pongo nervioso,

και μόνο που το σκέφτομαι, νευριάζω

sólo que… μόνο που…, lo compraría, sólo que no tengo dinero,

θα το αγόραζα, μόνο που δεν έχω λεφτά

tan sólo, μονάχα, tan sólo tienes que decirlo, μονάχα πρέπει να το πείς

soledad 1. θ, πρχ σολίστας> σολότητα> μονότητα> έλλειψη παρέας= μοναξιά,

vive en completa soledad, ζει σε απόλυτη μοναξιά

2. μτφ, μοναξιά ψυχική= μελαγχολία

3. μτφ, λαϊκό τραγούδι και χορός της Ανδαλουσίας με μελαγχολικό χαρακτήρα

soleá 1. θ, λαϊκό τραγούδι και χορός της Ανδαλουσίας με μελαγχολικό χαρακτήρα

solamente 1. επρ, με ρήματα, μόνο, μονάχα, solamente quiero besarte,

μονάχα θέλω να σε φιλήσω

2. με ονόματα, προσωπικές αντωνυμίες, μόνο, μονάχα,

solamente Juan me entiende, μόνο ο Χουάν με καταλαβαίνει

solamente él lo sabe, μονάχα εκείνος το ξέρει

3. εκφ, con solamente, solamente con, μόνο με,

solamente con una palabra le convenció, με μια μόνο λέξη τον έπεισε

no solamente… sino que también…όχι μόνο… αλλά και…,

no solamente me robaron sino que también me golpearon,

όχι μόνο με έκλεψαν αλλά με χτύπησαν κιόλας

solamente de, μόνο που, solamente de pensarlo me pongo nervioso,

μόνο που το σκέφτομαι, νευριάζω

solamente que… μόνο που…

solista 1. ε, α θ, σολιστικός, -ή, -ó, σολίστας

solitaria 1. θ, μτφ, πρχ σ(κ)ουλιταρια= ταινία σκουλίκι

2. μτφ, μονο-θέσια άμαξα

3. εκφ, tener la solitaria, ιατ, έχω κεστοειδή σκώληκα, ταινία

solitario, ria 1. ε, για άτομο, μοναχικός, -ή, -ó, un chico solitario, ένα μοναχικό παιδί

2. για ζωή, μοναχικός, -ή, -ó, una vida solitaria, μια μοναχική ζωή

3. για μέρος, ερημικός, -ή, -ó, es una calle muy solitaria, είναι ένας πολύ ερημικός δρόμος

4. εκφ, en solitario, μόνος, navegar en solitario, πλέω μόνος, -η

5. α θ, άτομο μοναχικό, ερημίτης, ερημίτισσα

solitario 1. α, μτφ, μονόπετρο

2. παιχνίδι μόνος με χαρτιά= πασιέντσα

3. εκφ, hacer un solitario, ρίχνω πασιέντζα

sí 1. α, σί = ναι, sí su respuesta es sí, η απάντηση του είναι ναι

los síes y los noes, τα ναι και τα όχι

2. εκφ, dar el sí, λέω το ναι, εγκρίνω

ή για γάμο, λέω το ναι

sí πρχ ου-σία κάποιου ή αυτού-σιος = αυτός ο ίδιος

1. προσωπική αντωνυμία, για άτομο, πράγμα, ζώο, τον εαυτό του, εαυτό της, εαυτό του,

sólo piensa en sí mismo, σκέφτεται μόνο τον αυτούσιο= εαυτό του

la Tierra gira sobre sí misma, η Γη γυρίζει γύρω από τον εαυτό της

2. σε απρόσωπες φράσεις, για τον εαυτό του, hablar de sí, μιλάω για τον εαυτό μου

cada uno piensa en sí mismo, o καθένας σκέφτεται τον εαυτό του

3. εκφ, dar de sí, μτφ, για ύφασμα, δίνω απ- εαυτού μου= ξεχειλώνω,

esta blusa da mucho de sí, αυτή η μπλούζα ξεχειλώνει πολύ

ή για παπούτσι, μτφ, ανοίγω, con el tiempo los zapatos darán de sí,

με τον καιρό τα παπούτσια θα ανοίξουν

de por sí, από μόνο του, εκ φύσεως, el tema es de por sí compleja,

το θέμα είναι από μόνο του πολύπλοκο

en sí, καθ(ε)αυτός, es en si una cosa buena, είναι καθεαυτό καλό πράγμα

entre, para sí, από μέσα του, lo dijo para sí, το είπε από μέσα του

mirar para sí mismo, κοιτάζω το συμφέρον μου

volver en sí, συνέρχομαι, επανέρχομαι στα λογικά μου

sí 1. επρ, σε απαντήσεις, ή σαν επιβεβαίωση, ναι, ¿vienes conmigo? – sí –

έρχεσαι μαζί μου; – ναι

claro que sí, σαφώς και ναι, μα και βέβαια

2. εκφ, ¡a que sí! σίγουρα ναι!

decir que sí, λέω ναι

eso sí, αυτό ναι

¡pues sí! ναι λοιπόν!

pues sí que, ε ναι λοιπόν, όντως, ¡pues sí que andamos mal!

ε ναι λοιπόν, δεν τα βαδίζουμε καλά!

¡sí, sí! ειρ, ναι, ναι!

¡eso sí que no! αυτό σίγουρα όχι!

hablar porque sí, μιλάω έτσι για να μιλάω

no decir ni que sí ni que no, δε λέω ούτε ναι ούτε όχι

pero sí, αλλά, no tiene primo, pero sí primas, δεν έχει ξάδελφο, αλλά έχει εξαδέλφες

porque sí, γιατί έτσι

si πρχ σι> ή, πρχ σι> σαν= αν, σαν να βάζω συνθήκη για κάτι

1. σύνδεσμος, αν, εάν, si pudiera hacerlo, lo haría, αν μπορούσα να το κάνω, θα το έκανα

si vienes, nos veremos, εάν έρθεις, θα ιδωθούμε

2. σε ερωτήσεις έμμεσες, αν, εάν, dile si quiere venir, ρώτα τον αν θέλει να ’ρθει

3. σαν αντίθεση, ενώ, ¿por qué lo dices si ayer lo rechazaste?

γιατί το λες εαν> ενώ χθες το απέρριψες;

4. δείχνει διαμαρτυρία ή έμφαση, αφού, ¡si te dije que lo dijeras!

μα αφού σου είπα να το πεις!

¡si lo sabré yo! το ήξερα εγώ!

¡si será posible! αν είναι δυνατόν!

5. εκφ, como si, σαν να, se comportaba como si no pasara nada,

συμπεριφερόταν σαν να μην έγινε τίποτα

como si nada, σαν να μη συμβαίνει τίποτα

incluso si, ακόμα κι αν, εάν

si bien αν και, παρόλο που, si bien no le hizo nada, αν και δεν του έκανε τίποτα

si… si… αν, εάν… ή…, no supo decir si era moreno si rubio,

δεν μπόρεσε να πει εάν ήταν μελαχρινός ή ξανθός

si no, αλλιώς, αν όχι, vete y no vuelvas, si no, te echo yo mismo,

φύγε και μην γυρίσεις, αν όχι, σε διώχνω εγώ ο ίδιος

su, sus πρχ το του, τους γίνεται από σου, σους, όπως θαλαττα> σσα

1. κτητική αντωνυμία, του, της, του, su madre, η μητέρα του, της

sus primas, οι ξαδέρφες του, της

2. για πολλούς, τους, su padre, o πατέρας τους

su libro, το βιβλίο τους

3. ευγενείας, σας, su padre, o πατέρας σας

suyo, ya, μετά από ρήμα είμαι ή μετά από ουσιαστικό

1. ε, που ανήκουν σε κάποιον, δικός, -ή, του, της, τους, estos libros son suyos,

αυτά τα βιβλία είναι δικά του

una amiga suya, μια φίλη δική του

2. ευγενείας, σας, no es culpa suya, δεν είναι φταίξιμο δικό σας

3. εκφ, ser muy suyo, οικ, μτφ, είμαι πολύ ιδιαίτερος

darle a una persona lo suyo, οικ, μτφ, δίνω σε κάποιον το δικό του> αυτό που του πρέπει

suyo, ya 1. κτητική αντωνυμία, el suyo, το δικό του, της

ή ευγενείας, το δικό σας

ή το δικό τους, μτφ, αυτό που τους πάει, το φόρτε τους, που κάνουν καλά,

el futból no es lo suyo, το ποδόσφαιρο δεν είναι το φόρτε του, της

2. εκφ, hacer de las suyas, οικ, κάνει τα δικά του, σκαρώνει τα δικά του

ir a lo suyo, πάω στο δικό μου= κοιτάζω τη δουλειά μου

los suyos, οι δικοί του, της, οικογένεια του

recibir lo suyo, λαμβάνω το δικό μου= έρχεται και η σειρά μου

salirse con la suya, οικ, βγαίνει με την δική του άποψη= περνάει το δικό του

so 1. επρ, οικ, πρχ βρε-σύ= βρε, μωρέ, so tonto, βρε χαζέ

2. πρθ, πρχ sub> σουμπιτο= υπό, επί, so pretexto de, υπό το πρόσχημα

so pena de, επί ποινή

so capa de, με την πρόφαση ότι

3. επφ, πρχ στάσου! επιφώνημα σε άλογο

sino πρχ σ-ινο> ενώ> ενάντια> απ-εναντίας ή τ-ουναντίον

1. σύνδεσμος, για να πω κάτι πως δεν είναι αυτό αλλά το αντίθετο, αλλά,

no es alta sino baja, δεν είναι ψηλή (ενώ) τουναντίον κοντή

no viene hoy sino mañana, δεν θα έρθει σήμερα, αλλά αύριο

2. για εξαίρεση, πρχ σ-ινο> άνευ= εκτός, nadie ha venido sino tu hermano,

κανείς δεν ήρθε εκτός από τον αδελφό σου

3. πρχ σ-ινο> μ-όνο, παρά, no te pido sino que vengas, δε σου ζητάω παρά μόνο να έρθεις

se πρχ θάλα-σσα> θάλα-ττα> του, για τρίτο πρόσωπο, προσωπική αντωνυμία

πρχ σε-λφ σέρβις> αυτό που κάνω σε μένα

1. για τρίτο πρόσωπο, του, se lo digo mañana, του το λέω αύριο

ευγενείας, πρχ σε> σας, σε εσάς, ¿por qué se lo dice a ustedes? γιατί σας το λέει σε εσάς;

2. σε ρήμα, σαν παθητική φωνή, se han levantado, έχουν σηκωθεί

se pintaron todas las puertas, βάφτηκαν όλες οι πόρτες

3. σε προστακτική, ¡que se levante ya! να σηκωθεί τώρα!

4. με απαρέμφατο, no le gusta levantarse, δεν τους αρέσει να σηκώνον-ται

5. σε απρόσωπο, la pizza se come en Italia, η πίτσα τρώγε-ται στην Ιταλία

se dice que te vas a retirar, λέγεται πως θα αποσυρθείς

6. για έμφαση, σαν το κατα-τρώγω, se comió toda la pizza, κατέ-φαγε όλη την πίτσα

7. όταν θέλω να κρύψω το εγώ, σαν να λέμε > είμαστε καλά εδώ, se está bien aquí

8. πράξη μεταξύ 2 ατόμων, al verse se besaron, όταν ειδωθήκαν φιληθήκαν

9. όταν κάτι συμβαίνει χωρίς να το θέλω, ακούσια, se me olvidó cerrar la ventana,

μου ξέφυγε, ξέχασα να κλείσω το παράθυρο

self-service 1. α, σελφ-σέρβις

salbanda 1. θ, ορυ, πρχ σαν-μπάντα= στρώμα που χωρίζει τη φλέβα από το στείρο πέτρωμα

saudade 1. θ, πρχ σου-δίδω την σκέψη μου= νοσταλγία

saudoso, sa 1. ε, νοσταλγικός, -ή, -ó

consigo πρχ κον-σιγο> συν-αυτού-άγω> συν-άγει μαζί του= μαζί του, της

1. προσωπική αντωνυμία, μαζί του, της, lleva siempre la cartera consigo,

έχει πάντα το πορτοφόλι συναγμένο> μαζί του

consigo mismo, με αυτόν τον ίδιο, με τον ίδιο του τον εαυτό

se enfadó consigo mismo, νευρίασε με τον ίδιο του τον εαυτό

2. εκφ, llevar, traer consigo, έχω, φέρω μαζί μου

no tenerlas todas consigo, μτφ, δεν τις έχει όλες (τύχες) μαζί του=

ανησυχεί, φοβάται για κάτι, en este asunto no las tiene todas consigo,

σε αυτό το θέμα φοβάται

ή δεν έχω την τύχη με το μέρος μου

Scroll to Top