CONSULTA

CONSULTA= ΠΡΧ ΚΟΝ-ΣΟΥΛΤΑ> ΣΥΝ-(Β)ΟΥΛΕΥΤΟΝ, ΣΥΜΒΟΥΛΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cónsul 1. α θ, πρχ συν-(β)ουλος= πρόξενος

2. σνθ, cónsul general, γενικός πρόξενος

cónsula 1. θ, σύζυγος προξένου

consulado 1. α, προξενείο

vicecónsul 1. α θ, υποπρόξενος

viceconsulado 1. α, υποπροξενείο

consular 1. ε, προξενικός, -ή, -ό

consulesa 1. θ, σύζυγος προξένου

procónsul 1. α, αρχ, ανθ-ύπατος

proconsulado 1. α, ανθυπατεία

proconsular 1. ε, ανθυπατικός, -ή, -ό

Consulting 1. α, παροχή συμβουλών, empresa de Consulting,

επιχείρηση, γραφείο μελετών, παροχής συμβουλών

consulta πρχ συμ-βουλευτόν= συμβουλή που δέχομαι για κάτι

1. θ, γνωμοδότηση απο συμβούλιο

2. συμβουλή, γνωμοδότηση απο κάποιον, γνώμη που ζητάω για κάτι

3. αίτηση για πληροφορία, προσφυγή σε επαγγελματία για κάτι,

Por favor, envíenme sus consultas por correo electrónico,

Παρακαλώ, στείλτε μου τις αιτήσεις σας μέσω email

4. αναζήτηση σε ευρετήριο πληροφοριών για να πάρω συμβουλή,

este trabajo me obliga a hacer muchas consultas en los diccionarios,

αυτή η εργασία με υποχρεώνει να κάνω πολλές αναζητήσεις στα λεξικά

5. ερώτημα σε κάποιον για να πάρω συμβουλή, Escribí mi consulta en su página web y me respondieron inmediatamente, Έγραψα το ερώτημά μου στην ιστοσελίδα τους και απάντησαν αμέσως

6. επίσκεψη σε ιατρείο, παροχή ιατρικής συμβουλής, εξέταση,

Nuestro médico familiar nos sugirió citar una consulta con un especialista,

Ο οικογενειακός μας γιατρός πρότεινε να προγραμματίσουμε μια επίσκεψη με έναν ειδικό

7. διαβούλευση ατόμων για κάτι, los cabezas de partido han mantenido una breve consulta,

οι κεφαλές του κόμματος έχουν διατηρήσει μια μικρή διαβούλευση

8. μέρος που λαμβάνω ιατρική συμβουλή= ιατρείο, ¿está cerrada la consulta?

το ιατρείο είναι κλειστό;

9. σνθ, consulta electoral, συμβούλευση εκλογική= εκλογές, εκλογική αναμέτρηση

consulta popular, συμβούλευση δημόσια= δημοψήφισμα

consulta previa petición de hora, επίσκεψη σε γιατρό με ραντεβού

10. εκφ, llamar a consulta, ανακαλώ για διαβουλεύσεις, αιτούμαι γνωμάτευσης

pasar consulta, εξετάζω (για γιατρό), εξετάζομαι (για ασθενή)

la doctora no pasa consulta esta tarde, η ιατρός δεν εξετάζει αυτό το απόγευμα

tener consulta con un médico, επισκέπτομαι τον γιατρό, έχω ραντεβού με τον γιατρό.

hacer una consulta a alguien, κάνω μια αίτηση για συμβουλή σε κάποιον= συμβουλεύομαι, el acusado hizo una consulta a su abogado antes de responder al fiscal,

Ο κατηγορούμενος συμβουλεύτηκε τον δικηγόρο του πριν απαντήσει στον εισαγγελέα

consultar 1. ρμ, πρχ να συμβουλευτώ κάποιον, ζητάω γνώμη, ρωτώ, συμβουλεύομαι,

He consultado a varios abogados y todos coinciden en que es ilegal,

Έχω συμβουλευτεί αρκετούς δικηγόρους και όλοι συμφωνούν ότι είναι παράνομο,

tendré que consultarlo con el director, θα πρέπει να συμβουλευτώ με τον διευθυντή

2. συν-βουλεύομαι με κάποιους, διαβουλεύομαι, συσκέπτομαι,

antes de decidir consultaré con mis colegas,

προτού να αποφασίσω θα διαβουλευτώ με τους συναδέλφους

3. συμβουλεύομαι πηγή πληροφοριών, ανατρέχω, προσφεύγω, κοιτάζω,

consultar el diccionario, συμβουλεύομαι το λεξικό

Puedes consultar las palabras que no sepas en un diccionario,

Μπορείς να αναζητήσεις τις λέξεις που δεν γνωρίζεις σε ένα λεξικό

4. αναζητώ, ψάχνω δεδομένο, ημερομηνία

5. εκφ, consultar algo con la almohada, μτφ, θα συμβουλευτώ με το μαξιλάρι=

θα το σκεφτώ με ηρεμία, tengo que consultarlo con la almohada,

πρέπει να το σκεφτώ με ηρεμία

consultación 1. θ, διαβούλευση μεταξύ ειδικών

consultivo, va 1. ε, συμβουλευτικός, -ή, -ό

consultor, ra 1. ε, συμβουλευτικός, -ή, -ó, órgano consultor, συμβουλευτικό όργανο

2. α θ, σύμβουλος, συμβουλευτής, -ια σε κάτι

3. σνθ, consultor de recursos humanos, σύμβουλος ανθρώπινου δυναμικού

consultor en administración de empresas, σύμβουλος διοίκησης επιχειρήσεων

consultor fiscal, φοροτεχνικός σύμβουλος

consultor jurídico, νομικός σύμβουλος

consultor medioambiental, de medio ambiente, σύμβουλος περιβάλλοντος

consultor 1. α, σνθ, consultor del Santo Oficio, θρη, Ιεροεξεταστής

consultaría 1. θ, πρχ συμ-βουλευ-τήριο= επιχείρηση γραφείο μελετών,

παροχής συμβουλών, trabaja en una consultaría,

εργάζεται σε γραφείο μελετών, παροχής συμβουλών

2. σνθ, consultaría de empresas, εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων

consultaría de recursos humanos, εταιρεία συμβούλων ανθρώπινου δυναμικού

consultaría fiscal, εταιρεία φοροτεχνικών συμβούλων

consultaría jurídica, εταιρεία νομικών συμβούλων

consultaría medioambiental, de medio ambiente, εταιρεία συμβούλων περιβάλλοντος.

consultorio 1. α, ιατρείο

2. σνθ, consultorio sentimental, στήλη, εκπομπή αισθηματικών συμβουλών

conseja 1. θ, πρχ συν-ηχία> συν-λέξεις ή συν-στιχα= παραμύθι, μύθος

consejo πρχ κον-σεχο> συν-στιχο> συν-λόγος= συμβουλή

1. α, συμβουλή, οδηγία, γνώμη, eso te pasa por no seguir mis consejos,

αυτό σου συμβαίνει επειδή δεν ακολουθείς τις συμβουλές μου

2. συμβούλιο ατόμων για κάτι, consejo de familia, οικογενειακό συμβούλιο

3. με κεφ. Συμβούλιο, Consejo de Europa, Συμβούλιο της Ευρώπης

4. σνθ, consejo de administración, διοικητικό συμβούλιο

consejo de dirección, διοικητικό συμβούλιο, προεδρείο

consejo de disciplina, πειθαρχικό συμβούλιο

consejo escolar, σχολικό συμβούλιο

consejo de guerra, πολεμικό συμβούλιο

Consejo de Estado, de Ministros, Συμβούλιο της Επικράτειας, Υπουργικό Συμβούλιο

Consejo de la Inquisición, Δικαστήριο Ιεράς Εξέτασης

Consejo General del Poder judicial, Γενικό Δικαστικό Συμβούλιο

5. εκφ, celebrar consejo, πραγματοποιώ συμβούλιο

dar un consejo a alguien, δίνω μια συμβουλή σε κάποιον

pedir consejo a alguien, ζητώ μια συμβουλή από κάποιον

seguir el consejo de alguien, ακολουθώ τη συμβουλή κάποιου

consejería 1. θ, μέρος, κτίριο, γραφείο που λειτουργεί ενα συμβούλιο, επιτροπή, εταιρεία συμβούλων ή μια διοικητική επιτροπή, la consejería está en aquella plaza,

το συμβούλιο βρίσκεται σε εκείνη την πλατεία

2. υπουργείο αυτόνομων περιφερειών στην Ισπανία

3. επάγγελμα υπουργού σε αυτόνομη περιφέρεια

consejero, ra 1. α θ, σύμβουλος

2. υπουργός σε αυτόνομη περιφέρεια

3. σνθ, consejero de embajada, σύμβουλος πρεσβείας

consejero en Corte, σύμβουλος της Αυλής

consejero matrimonial, σύμβουλος γάμου

consejero médico, ιατρικός σύμβουλος

4. εκφ, ser buen, mal consejero, είμαι καλός, κακός σύμβουλος

aconsejar 1. ρμ, δίνω συμβουλή, συμβουλεύω, No sé qué hacer. ¿Me puedes aconsejar?

Δεν ξέρω τι να κάνω. Μπορείς να με συμβουλεύσεις;

2. μτφ, συμβουλεύω, Las autoridades aconsejan permanecer adentro durante la tormenta,

Οι αρχές συμβουλεύουν να παραμείνετε μέσα κατά τη διάρκεια της καταιγίδας

El médico le aconsejó dejar de fumar, Ο γιατρός τον συμβούλεψε να κόψει το κάπνισμα

3. μτφ, για κάτι που συμβουλεύει= ευνοεί, είμαι ευνοϊκός, ευνοώ,

el tiempo aconseja no viajar, o καιρός δεν ευνοεί, δεν είναι ευνοϊκός για ταξίδι

4. ραντ, aconsejarse de, con, συμβουλεύομαι, ζητώ συμβουλή απο κάποιον,

debes aconsejarte de un buen abogado, πρέπει να συμβουλευτείς έναν καλό δικηγόρο

aconsejador, ra 1. ε, α θ, συμβουλευτικός, -ή, -ó, σύμβουλος

aconsejado, da 1. ε, καλά συμβουλεύομενος στο μυαλό= συνετός, -ή, -ό, σώφρων, -ων, -ον

2. εκφ, ser alguien mal aconsejado, είμαι κακώς συμβουλευμένος= άμυαλος, επιπόλαιος

aconsejable 1. ε, συμβουλεύσιμος, -η, -ο= προτιμότερος, -η, -o,

es aconsejable reservar con antelación, είναι προτιμότερο να κάνετε κράτηση από πριν

es aconsejable vacunarse contra la gripe,

είναι προτιμότερο να εμβολιαστείτε κόντρα στην γρίπη

desaconsejar 1. ρμ, πρχ δεν συμβουλεύω να κάνει κάτι = αποτρέπω, δεν συνιστώ,

le desaconsejaron comprarse ese coche, τον απέτρεψαν να αγοράσει αυτό το αμάξι

desaconsejado, da 1. ε, μη προτεινόμενος, -η, -ο, μη συνιστώμενος, -η, -ο

2. α θ, πρχ δεν έχει καλή συμ-βουλή στο κεφάλι= απερίσκεπτος, -η, -ο

desaconsejable 1. ε, μη συμβουλεύσιμος= μη συνιστάμενος, -η, -ο, μη ενδεδειγμένος, -η, -ο

conserje πρχ συν-σειρά= αυτός που έχει σε σειρά ενα κτίριο, χώρο

ή σύμ-βουλος σαν άτομο που δίνει πληροφορίες

1. α θ, επιστάτης, -ια, θυρωρός, -ίνα σε σχολείο, υπουργείο, conserje de colegio, ministerio

2. θυρωρός, -ίνα ξενοδοχείου

3. φύλακας σε συγκρότημα κατοικιών, conserje de bloque de viviendas

conserjería 1. θ, θυρωρείο σε σχολείο, υπουργείο

2. υποδοχή, ρεσεψιόν ξενοδοχείου

3. θυρωρείο σε συγκρότημα κατοικιών

conseillera 1. θ, υπουργείο τοπικής κυβέρνησης αυτοδιοικούμενης περιφέρειας της Γαλικίας

Scroll to Top