CONOCER= ΠΡΧ ΚΟ-ΝΟΣΕΡ> ΣΥ-ΓΝΩΣΤΟ, ΓΙ-ΓΝΩ-ΣΚΩ> ΓΝΩΡΙΖΩ, ΠΡΧ Α-ΓΝΟΩ, ΓΝΩΣΤΟ,
ΡΙΖΑ Γ-ΝΟ> ΓΝΩΡΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
agnosia 1. θ, ψυχ, αγνωσία
agnósico, ca 1. ε, α θ, ιατ, σχετικός, -ή, -ó με την αγνωσία, άτομο που πάσχει από αγνωσία
agnosticismo 1. α, αγνωστικισμός
agnóstico, ca 1. ε, α θ, αγνωστικιστικός, -ή, -ό, αγνωστικιστής
anagnórisis 1. θ, λγτ, αναγνώριση
gnómico, ca 1. ε, γνωμικός, -ή, -ó, αποφθεγματικός, -ή, -ó
gnomon 1. α, αστρ, γνώμονας
2. ηλιακό ρολόι
gnosis 1. θ, φλφ, γνώση
cognición 1. θ, γνώση
cognitivo, va 1. ε, λογ, γνωστικός, -ή, -ó, νοητικός, -ή, -ó
La profesora del preescolar planeó actividades que estimulan el desarrollo cognitivo y verbal de los niños, Η νηπιαγωγός σχεδίασε δραστηριότητες που διεγείρουν τη γνωστική και λεκτική ανάπτυξη των παιδιών
cognoscitivo, va 1. ε, γνωστικός, -ή, -ó, ικανός, -ή, -ó για γνώση
gnosticismo 1. α, φλφ, γνωστικισμός
gnóstico, ca 1. ε, α θ, φλφ, γνωστικός, -ή, -ó, γνωστικιστής, -ια
nóstico, ca 1. ε, α θ, γνωστικός, -ή, -ό, οπαδός του γνωστικισμού
prognosis 1. θ, πρόγνωση μετεωρολογική
pronóstico πρχ προ-γνωστικό
1. α, πρόβλεψη για κάτι, tu pronóstico es erróneo, η πρόβλεψη σου είναι λανθασμένη
2. προγνωστικά, los pronósticos de las carreras de caballos,
τα προγνωστικά για τις ιπποδρομίες
3. μετ, πρόγνωση του καιρού, el pronóstico para mañana es de lluvias,
η πρόγνωση του καιρού για αύριο είναι βροχές
4. σημάδι, las negociaciones son pronóstico de que se avecina la paz,
οι διαπραγματεύσεις είναι σημάδι του ο, τι πλησιάζει η ειρήνη
5. ιατ, πρόγνωση
6. σνθ, pronóstico del tiempo, πρόγνωση του καιρού
7. εκφ, de pronóstico grave, ιατ, με βαριά πρόγνωση
de pronóstico leve, ιατ, με ήπια πρόγνωση
de pronóstico reservado, ιατ, με επιφυλακτική πρόγνωση
pronosticar πρχ λέω προ-γνωστικό
1. ρμ, προβλέπω κάτι, προ-λέγω, κάνω πρόγνωση,
los cientificos pronostican el desastre del planeta,
οι επιστήμονες προβλέπουν την καταστροφή του πλανήτη
2. μετ, κάνω πρόγνωση, προβλέπω, han pronosticado lluvia para el fin de semana, προέβλεψαν βροχή για το Σαββατοκύριακο
pronosticación 1. θ, πρόγνωση
pronosticador, ra 1. α θ, προγνώστης, -ια, άτομο που προβλέπει, κάνει πρόγνωση
diagnosis 1. θ, ιατ, διάγνωση
diagnosticar 1. ρμ, ιατ, κάνω διάγνωση, διαγιγνώσκω, le diagnosticaron cáncer,
του διέγνωσαν καρκίνο
2. διαγιγνώσκω και αναλύω δεδομένα για ένα πρόβλημα
diagnóstico, ca 1. ε, ιατ, διαγνωστικός, -ή, -ó
diagnóstico 1. α, κυρ, μτφ, διάγνωση
incógnita πρχ ιγκόγνιτο <απο ανευ-συ-γνωσης
1. θ, μτφ, άγνωστο, αίνιγμα, es una incógnita cómo le hizo Juan para pasar el examen,
είναι μυστήριο πώς το έκανε ο Χουάν να περάσει τις εξετάσεις
2. μυστήριο, κρυφό πράγμα, su paradero es una incógnita,
το κρησφύγετο του είναι ένα μυστήριο
3. μαθ, άγνωστος, "x" representa la incógnita en la ecuación anterio,
Το "x" αντιπροσωπεύει το άγνωστο στην προηγούμενη εξίσωση
4. εκφ, despejar, desvelar una incógnita, αποκαλύπτω ένα μυστήριο
incógnito, ta 1. ε, άγνωστος, -η, -ο, esta obra es de fecha incógnita,
αυτό το έργο είναι με ημερομηνία άγνωστη
2. ανεξερεύνητος, -η, -o, regiones incógnitas, ανεξερεύνητες περιοχές
3. εκφ, viajar de incógnito, ταξιδεύω ινκόγκνιτο
incógnito 1. α, ινκόγκνιτο, ανωνυμία, preferiría permanecer en el incógnito,
θα προτιμούσα να παραμείνω στην ανωνυμία
2. εκφ, respetar, guardar el incógnito de alguien,
σέβομαι, διαφυλάσσω την ανωνυμία κάποιου
incognoscible 1. ε, ανεπίδεκτος, -η, -ο γνώσης
conocer πρχ γι-γνώσκω> γνωρίζω
1. ρμ, γνωρίζω κάποιον ¿conoces a mi hermano? γνωρίζεις τον αδερφό μου;
lo conozco sólo de vista, τον γνωρίζω μόνο εξ όψεως
la conozco de oídas, την γνωρίζω εξ ακοής, την έχω ακουστά
2. γνωρίζω ένα θέμα, ξέρω, conozco el caso a fondo, γνωρίζω το θέμα σε βάθος
conocen todo lo que pasa en la compañia, γνωρίζουν όλα όσα συμβαίνουν στην εταιρία
3. ανα-γνωρίζω κάτι σε πλήθος, ξεχωρίζω, el niño conoce a su tío,
το παιδί αναγνωρίζει τον θείο του
4. γνωρίζω εμπειρικά ένα μέρος, χώρα, ξέρω, επισκέπτομαι, no conozco Grecia,
δεν έχω επισκεφθεί τη Ελλάδα
conozco el camino, ξέρω το δρόμο
5. γνωρίζω κάτι σαν εμπειρία που ζω, υφίσταμαι,
ésta es la peor inundación que ha conocido Grecia,
αυτή είναι η χειρότερη πλημμύρα που έχει γνωρίσει η Ελλάδα
mi equipo no conoce la derrota, η ομάδα μου δεν γνωρίζει την ήττα
6. γνωρίζω σαρκικά κάποιον, no conoció varón, δεν γνώρισε άντρα
7. νομ, γνωρίζω μια υπόθεση= επιλαμβάνομαι, εκδικάζω, el juez conoce el caso del robo,
ο δικαστής εκδικάζει την υπόθεσης της κλοπής
8. conocer de, γνωρίζω από κάτι, ξέρω, έχω γνώση σε κάτι, no conoce nada de poesía,
δεν ξέρει τίποτα από ποίηση
estoy tranquilo que conoce del tema, είμαι ήρεμος διότι γνωρίζει το θέμα
9. νομ, εκδικάζω, είμαι αρμόδιος, conocer de una causa, εκδικάζω υπόθεση
10. ραντ, γνωρίζομαι με κάποιον καιρό, nos conocemos de toda la vida,
γνωριζόμαστε μια ολόκληρη ζωή
conócete a ti mismo, γνώρισε τον εαυτό σου, γνώθι σαυτόν
11. γνωρίζω, ξέρω κάτι, Se conoce todo el chisme del pueblo,
Γνωρίζει όλα τα κουτσομπολιά της πόλης
12. αναγνωρίζομαι, φαίνομαι, se conoce su alegría por la sonrisa,
αναγνωρίζεται η χαρά του από το χαμόγελο
13. ρα, se conoce que, γνωρίζεται ό, τι= προφανώς, φαίνεται πως,
se conoce que no quiere ir a la fiesta, φαίνεται πως δεν θέλει να πάει στην εορτή
14. εκφ, conocer carnalmente a alguien, γνωρίζω σαρκικά κάποιον,
έχω σεξουαλικές σχέσεις με κάποιον
conocer muy bien el percal, γνωρίζω, ξέρω πολύ καλά το περι-κλητο> το τροπάριο
dar a conocer a alguien, δίνω προς γνώση κάποιον= συστήνω κάποιον
dar a conocer algo, δίνω προς γνώση κάτι= γνωστοποιώ, κοινολογώ, διαδίδω,
dio a conocer todos los detalles del atraco a través de los medios de comunicación,
γνωστοποίησε όλες τις λεπτομέρειες της ληστείας μέσω των μέσων ενημέρωσης
darse a conocer a alguien, δίνομαι προς γνώση σε κάποιον= συστήνομαι
conocimiento 1. α, γνώση σε κάτι, su conocimiento de la literatura es profundo,
η γνώση του στην λογοτεχνία είναι βαθιά
2. συνείδηση, αίσθηση, estaba sin conocimiento, ήταν χωρίς συνείδηση> αναίσθητος
3. κρίση, λογική, su conocimiento no basta, η κρίση του δεν αρκεί
4. απόδειξη ενεχυροδανειστηρίου, επειδή κάνει γνωστό τον ιδιοκτήτη
5. εμπ, ναυ, φορτωτική, απόδειξη φόρτωσης εμπορευμάτων
6. εκφ, con conocimiento de causa, με γνώση της αιτίας= με επίγνωση
dar conocimiento de algo, ενημερώνω για κάτι, γνωστο-ποιώ κάτι
llegar a conocimiento de alguien, φτάνει, υποπίπτει στην γνώση, αντίληψη κάποιου
poner algo en conocimiento de alguien, θέτω κάτι εις γνώση= γνωστοποιώ κάτι σε κάποιον perder el conocimiento, χάνω την γνώση μου= τις αισθήσεις μου
recobrar el conocimiento, ανακτώ τις αισθήσεις μου
recuperar el conocimiento, ανακτώ τις αισθήσεις μου
tener conocimiento de algo, έχω γνώση για κάτι, γνωρίζω κάτι, είμαι ενήμερος για κάτι venir en conocimiento de alguien, έρχεται, υποπίπτει στην αντίληψη κάποιου
conocimientos 1. α πλ, γνώσεις σε κάποιο αντικείμενο, επιστήμη,
tengo algunos conocimientos de matemáticas, έχω μερικές γνώσεις μαθηματικών
conocedor, ra 1. ε, α θ, γνωρίζων κάτι= ειδικός, -ή, -ó, γνώστης, -ια, ειδήμων, επαΐων,
es un buen conocedor de literatura, είναι ειδήμων στην λογοτεχνία
conocible 1. ε, αναγνωρίσιμος, -η, -ο
conocido, da 1. ε, γνωστός, -ή, -ó από πολλούς, διάσημος, -η, -ο,
su padre es un conocido actor, ο πατέρας του είναι ένας γνωστός ηθοποιός
2. γνωστός, -ή, -ó, el mundo conocido, ο γνωστός κόσμος
3. α θ, γνωστός, -τή, un conocido mío, ένας γνωστός μου
desconocer πρχ δεν-γνωρίζω
1. ρμ, δεν γνωρίζω, αγνοώ, Desconozco su domicilio actual,
Δεν γνωρίζω την τρέχουσα διεύθυνσή του
Para los que desconocen a estos pintores, la exposición ofrece una oportunidad única
Για όσους δεν γνωρίζουν αυτούς τους ζωγράφους, η έκθεση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία
2. αγνοώ, Los motivos que lo orillaron al crimen no deben desconocerse,
Οι λόγοι που τον οδήγησαν στην τέλεση του εγκλήματος δεν πρέπει να αγνοηθούν
3. δεν αναγνωρίζω σε κάποιον συμπεριφορά, desconozco a Juan,
δεν αναγνωρίζω τον Χουάν
4. μτφ, δεν αναγνωρίζω προηγούμενη πράξη μου, αποκηρύττω,
El miedo empujó al testigo a desconocer la declaración que había hecho en el juicio,
Ο φόβος ώθησε τον μάρτυρα να αποκηρύξει τη δήλωση που είχε κάνει στη δίκη
5. αγνοώ νόμο, κανονισμό
6. δεν αναγνωρίζω κάποιον, Desconocí a tu mamá el día que me la encontré en el súper,
Δεν αναγνώρισα τη μαμά σου την ημέρα που τη συνάντησα τυχαία στο σούπερ μάρκετ
desconocimiento 1. α, μη γνώρισμα για κάτι, αγνωσία, άγνοια
2. για καθήκον, δικαίωμα, νόμο, άγνοια
3. εκφ, el desconocimiento de la ley no exime de su cumplimiento,
νομ, ουδείς νοείται αγνοών το νόμο
desconocido, da 1. ε, άγνωστος, -η, -o, es de padre desconocido, είναι αγνώστου πατρός, Un hombre fue hallado muerto en su domicilio por causas todavía desconocidas,
Ένας άνδρας βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του, κάτω από άγνωστες μέχρι στιγμής αιτίες
2. για άτομο που δεν αναγνωρίζει, αχάριστος, -η, -ο, αγνώμονας,
no seas desconocido, μην είσαι αγνώμον
3. αλλαγμένος από πρίν, αγνώριστος, -η, -ο, Desde que se casó está desconocido,
Από τότε που παντρεύτηκε είναι αγνώριστος
4. άσημος, -η, -ο, En ese entonces era un actor prácticamente desconocido,
Εκείνη την εποχή ήταν ένας σχεδόν άσημος ηθοποιός
5. εκφ, estar desconocido, είμαι αγνώριστος
lo desconocido, το άγνωστο
desconocido, da 1. α θ, άγνωστος, -τη, no hables con desconocidos, μη μιλάς με αγνώστους
2. αγνώμον, αχάριστος, -η
3. άσημος, -η, Se casó con él cuando era todavía un desconocido,
Παντρεύτηκε μαζί του όταν ήταν ακόμα ξένος
desconocedor, ra 1. ε, που δεν γνωρίζει κάτι, απληροφόρητος, -η, -o, ανίδεος, -η, -o,
αμαθής, -ής, -ές, Es desconocedor de nuestras costumbres, Είναι ανίδεος των εθίμων μας
semidesconocido, da 1. ε, πρχ ημι-α-γνωστο= σχεδόν άγνωστος, -η, -o
2. α θ, σχεδόν άγνωστος, -τη
preconocer 1. ρμ, προ-γνωρίζω κάτι, γνωρίζω κάτι εκ των προτέρων
precognición 1. θ, πρόγνωση, προεπίγνωση
reconocer πρχ περι-γνωρίζω > ανα-γνωρίζω
1. ρμ, αναγνωρίζω κάποιον, con ese somprero no te reconocí,
με αυτό το καπέλο δεν σε αναγνώρισα
2. αναγνωρίζω λάθος μου, παραδέχομαι, reconocer mis errores, αναγνωρίζω τα λάθη μου lo reconozco, το παραδέχομαι
3. αναγνωρίζω την εξουσία σε κάτι, reconocer una nueva nación,
αναγνωρίζω ένα νέο έθνος
4. αναγνωρίζω την αξία, βοήθεια, προσπάθεια σε κάποιον, siempre reconoceré tu ayuda,
πάντα θα αναγνωρίζω την βοήθεια σου
5. περι-γνωρίζω κάτι= εξετάζω, los policías han reconocido la zona,
οι αστυνομικοί εξέτασαν την περιοχή
6. ιατ, εξετάζω, un médico ha reconocido a los heridos,
ένας γιατρός εξέτασε τoυς τραυματίες
7. στρ, πραγματοποιώ αναγνώριση εδάφους, reconocer la colina,
πραγματοποιώ αναγνώριση του λόφου
8. ραντ, αναγνωρίζω τον εαυτό μου, no me reconozco, δεν αναγνωρίζω τον εαυτό μου
9. μου αναγνωρίζω την ενοχή για κάτι, δηλώνω, reconocerse culpable, δηλώνω ένοχος
reconocimiento 1. α, αναγνώριση λάθους, παραδοχή, el reconocimiento de un error,
η αναγνώριση ενός λάθους
2. αναγνώριση ατόμου, el reconocimiento de un chico, η αναγνώριση ενός παιδιού
3. αναγνώριση εγκλήματος, ομολογία, el reconocimiento del crimen,
η ομολογία του εγκλήματος
4. αναγνώριση αξίας, Messi ha obtenido un reconocimiento mundial,
ο Μέσι έχει αποκτήσει μια αναγνώριση παγκόσμια
5. αναγνώριση βοήθειας σε κάποιον, ευγνωμοσύνη
6. αναγνώριση εδάφους, περιοχής, avión de reconocimiento, αναγνωριστικό αεροπλάνο
7. σνθ, reconocimiento de deuda, οκν, αναγνώριση χρέους
reconocimiento de formas, πλφ, αναγνώριση μορφών, προτύπων
reconocimiento de (la) voz, αναγνώριση φωνής, ομιλίας
reconocimiento médico, ιατρική εξέταση
reconocimiento óptico de caracteres, οπτική αναγνώριση χαρακτήρων.
la rueda de reconocimiento, η διαδικασία αναγνώρισης υπόπτων
8. εκφ, en reconocimiento a los servicios prestados, σε αναγνώριση των υπηρεσιών
hacer un reconocimiento, στρ, πραγματοποιώ αναγνώριση
reconocible 1. ε, αναγνωρίσιμος, -η, -ο
reconocidamente 1. επρ, αναγνωριστικώς= με ευγνωμοσύνη
reconocido, da 1. ε, που αναγνωρίζει= ευγνώμων, -ων, -ον,
está reconocido por todo, είναι ευγνώμων για όλα
2. αναγνωρισμένος, -η, -ο, καταξιωμένος, -η, -o, un atleta reconocido,
ένας καταξιωμένος αθλητής
irreconocible 1. ε, μη αναγνωρίσιμος, -η, -ο
ignoto, ta 1. ε, πρχ ι-γνοτο> α-γνω(σ)το= άγνωστος, -η, -ο
El océano Pacífico era considerado un mar ignoto hasta el siglo XIV,
Ο Ειρηνικός Ωκεανός θεωρούνταν μια άγνωστη θάλασσα μέχρι τον 14ο αιώνα
ignorar πρχ α-γνοώ
1. ρμ, αγνοώ κάτι, δεν το γνωρίζω, ignoro su teléfono, δεν γνωρίζω το τηλέφωνο του
lo ignoro por completo, το αγνοώ απολύτως
2. αγνοώ κάποιον, κάτι, δεν δίνω σημασία, παραμελώ κάτι, παραβλέπω,
me duele que me ignore, με πονάει να με αγνοεί,
lleva tiempo ignorándome, έχει καιρό που με αγνοεί
ignoró mis advertencias, παράβλεψε τις ειδοποιήσεις μου
3. παραγνωρίζω, no ignoro que es una persona peligrosa,
δεν παραγνωρίζω ότι είναι ένα άτομο επικίνδυνο
4. ραντ, αγνοεί ο ένας τον άλλον, se cruzan cada día en en la empresa pero se ignoran, συναντιούνται κάθε μέρα στην εταιρία αλλά αγνοεί ο ένας τον άλλο
ignorancia 1. θ, άγνοια, mi ignorancia sobre el tema es completa,
έχω απόλυτη άγνοια σχετικά με το θέμα,
la ignorancia de la ley no excusa su cumplimiento,
η άγνοια του νόμου δεν δικαιολογεί τη μη τήρησή του
2. σνθ, ignorancia crasa, supina, παντελής άγνοια
ignorante 1. ε, α θ, αγνοών κάτι, που δεν το γνωρίζει
2. χωρίς γνώσεις, καλλιέργεια, αμαθής,-ής, -ές, αδαής, -ής, -ές, ανίδεος, -η, -ο
No quiero que ese maestro ignorante siga dándole clases a mi hijo,
Δεν θέλω αυτός ο αδαής δάσκαλος να συνεχίσει να διδάσκει τον γιο μου
ignorantismo 1. α, σκοταδισμός
ignorantista 1. α θ, σκοταδιστής, -ια
ignaro, ra 1. ε, α θ, λγτ, χωρίς γνώση των πραγμάτων, αδαής, -ής, -ές, αμαθής, -ής, -ές
añoranza 1. θ, πρχ α-νιορανθα> α-γνωρισία για κάτι που ξέρω= νοσταλγία, λαχτάρα,
En Rusia, hay comunistas que no ocultan su añoranza por el viejo sistema de gobierno,
Στη Ρωσία, έχει κομμουνιστές που δεν κρύβουν τη λαχτάρα τους για το παλιό σύστημα διακυβέρνησης
2. εκφ, sentir añoranza de, por algo, νιώθω νοσταλγία για κάτι, νοσταλγώ κάτι,
siento gran añoranza del tiempo que pasamos juntos,
νιώθω μεγάλη νοσταλγία για τον χρόνο που περάσαμε μαζί
tener añoranza de, por algo, έχω, με πιάνει νοσταλγία για κάτι, νοσταλγώ κάτι,
tiene añoranza de su país, νοσταλγεί τη χώρα του
añorar 1. ρμ, νοσταλγώ κάποιον, κάτι αγαπητό, λαχταρώ,
Añoro los días en que estábamos juntos, Νοσταλγώ τις μέρες που ήμασταν μαζί
añorar el tiempo pasado, νοσταλγώ τα περασμένα
añoro a mi padre, νοσταλγώ τον πατέρα μου
narrar πρχ ναραρ> γ-νωρίζω σε κάποιον ένα γεγονός με διήγημα
1. ρμ, διηγούμαι μια ιστορία αληθινή ή φανταστική, αφηγούμαι ένα γεγονός, εξιστορώ,
El libro narra la historia de un valiente caballero medieval,
Το βιβλίο αφηγείται την ιστορία ενός γενναίου μεσαιωνικού ιππότη
narración 1. θ, διήγημα, αφήγημα, A los niños les gustó la narración que hablaba de hadas,
Στα παιδιά άρεσε το διήγημα που μιλούσε για νεράιδες
2. πράξη του αφηγούμαι= διήγηση, αφήγηση, εξιστόρηση,
La narración de historias en la radio requiere tener una voz bonita,
Η αφήγηση ιστοριών στο ραδιόφωνο απαιτεί μια όμορφη φωνή
narrador, ra 1. ε, διηγηματικός, -ή, -ό, αφηγηματικός, -ή, -ό
2. α θ, αφηγητής, -ια
narrativa 1. θ, λγτ, πεζογραφία, la narrativa griega, η ελληνική πεζογραφία
narrativo, va 1. ε, διηγηματικός, -ή, -ό, αφηγηματικός, -ή, -ό
inenarrable 1. ε, ανεκδιήγητος, -η, -ο, ανείπωτος, -η, -ο, απερίγραπτος, -η, -ο
esnob, snob 1. ε, α θ, σνομπ
esnobismo, snobismo 1. α, σνομπισμός
noble πρχ νο-βλε> γ-νω-στός, από οικογένεια γνωστή
1. ε, από γνωστή οικογένεια, ευγενής, -ής, -ές, pertenece a la clase noble,
ανήκει στην τάξη των ευγενών
2. για τρόπους, ευγενικός, -ή, -ó, un gesto noble, μια ευγενική χειρονομία
3. για ζώο, ευγενής, -ή, -ές, un caballo noble, ένα άλογο ευγενές
4. χημ, ευγενές, για ξύλο, αέριο, μέταλλο, madera, gas, metal noble,
5. για κάτι με ευγενή προέλευση, ευγενής, -ή, -ές, una causa noble, ενα κίνητρο ευγενές
6. α θ, ευγενής, αριστοκράτης
nobleza 1. θ, η τάξη των ευγενών
2. σνθ, nobleza de toga, ευγένεια τηβέννου
3. εκφ, la nobleza obliga, η ευγένεια υποχρεώνει
noblote, ta 1. ε, οικ, που πράττει με ευγένεια, ιπποτικός, -ή, -ό, παλικαρίσιος, -α, -ο
noblemente 1. επρ, ευγενώς
ennoblecer πρχ εν> κάνω γνωστό= ευγενή κάποιον
1. ρμ, απονέμω τίτλο ευγενείας
2. εξευγενίζω, Mi abuelo, que era violinista, siempre dijo que la música ennoblece al alma,
Ο παππούς μου, που ήταν βιολιστής, έλεγε πάντα ότι η μουσική εξευγενίζει την ψυχή
3. δίνω στιλ, ομορφαίνω χώρο, Los murales ennoblecen el interior del salón,
Οι τοιχογραφίες ομορφαίνουν το εσωτερικό της αίθουσας
ennoblecimiento 1. α, απονομή τίτλου ευγενείας
2. εξευγενισμός
innoble 1. ε, πρχ ανευ-ευγένειας= αναξιοπρεπής, -ής, -ές
2. ανέντιμος, -η, -ο, ποταπός, -ή, -ό
nobiliario, ria 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τους ευγενείς, titulo nobiliario, τίτλος ευγενείας
nobilísimo, ma 1. ε, ευγενέστατος, -η, -ο
nota πρχ νότα μουσικής= σημάδι για κάτι ή χαρτί που κάνει γ-νωστό κάτι
1. θ, σημείωση, σημείωμα για κάτι, tomar notas en una conferencia, en una clase,
παίρνω σημειώσεις σε μια διάλεξη, τάξη
le dejé una nota en la mesa, του άφησα ένα σημείωμα στο τραπέζι
2. βαθμολογία, βαθμός σε διαγώνισμα, las notas de física, οι βαθμοί της φυσικής
3. υψηλή βαθμολογία, ha aprobado con nota, πέρασε, και με καλό βαθμό
4. τόνος, ένδειξη, νότα, Las flores darán una nota de color a la habitación,
Τα λουλούδια θα προσθέσουν μια νότα χρώματος στο δωμάτιο
5. λογαριασμός, απόδειξη, camarero, ¿nos trae la nota, por favor?
μας φέρνετε το λογαριασμό, παρακαλώ;
6. σχόλιο, στήλη σε έντυπο, notas de deportes para la revista,
αθλητικά σχόλια για το περιοδικό
7. μσκ, νότα
8. σνθ, nota aclaratoria, διευκρινιστική σημείωση
nota al margen, σημείωση στο περιθώριο
nota a pie de página, στο πόδι της σελίδας= υποσημείωση
nota de gastos, απόδειξη εξόδων
nota del traductor, σημείωση του μεταφραστή
nota de prensa, δελτίο Τύπου
nota diplomática διακοίνωση, διπλωματική νότα
nota discordante, dominante μσκ, παράτονη, δεσπόζουσα νότα
nota falsa, φάλτσο νότα
nota media εκπ, μέσος όρος βαθμολογίας
nota necrológica, νεκρο-λογία
notas de sociedad, κοσμική στήλη
9. εκφ, dar la nota, δίνω την νότα> τραβώ την προσοχή αρνητικά,
iba dando la nota por la calle cantando a pleno pulmón,
τράβαγε την προσοχή στον δρόμο τραγουδώντας με όλη του τη δύναμη
de mala nota, με μελανή νότα= κακό-φημος
exagerar la nota, εξάγω την νότα= υπερβάλλω, το παρακάνω
sacar buenas, malas notas, παίρνω καλούς, κακούς βαθμούς
ser la nota dominante, είμαι το κυρίαρχο στοιχείο
tomar (buena) nota de algo, σημειώνω, καταγράφω (προσεκτικά) κάτι
nota, notas 1. α, οικ, υτμ, που θέλει να γίνεται γ-νωστός= επιδειξίας, επιδειξιομανής
entra en clase con las gafas de sol porque es un notas,
μπαίνει στην τάξη με γυαλιά ηλίου επειδή είναι επιδειξίας
nota bene 1. θ, σημειωτέου
notar πρχ γ-νωστό και οι ιδιότητες του
1. ρμ, μου γίνεται γνωστό κάτι= παρατηρώ, διακρίνω,
Noté que saliste muy temprano de tu casa hoy,
Παρατήρησα ότι έφυγες από το σπίτι σου πολύ νωρίς σήμερα
2. αισθάνομαι κάτι, noto que mi compañera no quiere trabajar conmigo,
αισθάνομαι ότι η συνάδελφος μου δεν θέλει να δουλέψει μαζί μου
3. βρίσκω, te noto muy cansado, σε βρίσκω πολύ κουρασμένο
4. βάζω νότα= σημειώνω κάτι, lo he notado, το έχω σημειώσει
Después de platicar con el abogado, revisé el documento y noté las páginas importantes,
Αφού μίλησα με τον δικηγόρο, εξέτασα το έγγραφο και σημείωσα τις σημαντικές σελίδες
Permíteme notar cuál es la sección que debes estudiar,
Επίτρεψε μου να σημειώσω ποιο τμήμα πρέπει να μελετήσεις
5. κρίνω, σχολιάζω τις πράξεις κάποιου, σαν να γνωστο-ποιώ τις πράξεις
6. ραντ, γίνεται γ-νωστό κάτι> αντιληπτό= φαίνεται, ¿se me nota que no he dormido?
φαίνεται ότι δεν έχω κοιμηθεί;
7. λαμβάνεται εις γνώση> υπόψη κάτι, nótese que el acusado estaba bebido,
λάβετε υπ’ όψη ότι ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος
8. αισθάνομαι, me noto un poco cansado, αισθάνομαι λιγάκι κουρασμένος
9. εκφ, hacer notar algo, κάνω γ-νωστό κάτι= υπογραμμίζω κάτι, το δείχνω έντονα,
quiere hacerte notar que está loco por ti, θέλει να σου δείξει πως είναι τρελός για σένα
hacerse notar, γίνομαι γ-νωστός= κάνω αισθητή την παρουσία μου, επιδεικνύομαι,
exagera su acento extranjero para hacerse notar,
υπερβάλλει την ξενική του προφορά για να κάνει αισθητή την παρουσία του
notación πρχ κάνω γ-νωστό μέσω συμβόλων κάτι
1. θ, μαθ, συμβολική παράσταση, αρίθμηση
2. μσκ, σημειο-γραφία, notación musical
3. πράξη και αποτέλεσμα του notar
anotar
1. ρμ, σημειώνω τηλέφωνο, ημερομηνία, φράση, anotar el telefono en la agenda, σημειώνω το τηλέφωνο στην ατζέντα
2. σημειώνω, εγγράφω, καταχωρώ σε δημόσιο έγγραφο,
anotó el nombre del recién nacido en el registro civil,
σημείωσε το όνομα του γεννηθέντα στο μητρώο
3. αθλ, σημειώνω, anotó 10 canastas en el partido, έβαλε 10 καλάθια στο παιχνίδι
4. ραντ, σημειώνω νίκη, ήττα σε παιχνίδι, su equipo se anotó la derrota,
η ομάδα του σημείωσε ήττα
anotación 1. θ, σημείωση σε γραπτό
2. σχόλιο, el manuscrito estaba lleno de anotaciones al margen derecho,
το χειρόγραφο ήταν γεμάτο από σχόλια στο δεξιό περιθώριο
3. σημείωση πόντων= πόντοι, la anotación del partido, οι πόντοι του παιχνιδιού
4. εγγραφή, καταχώρηση στοιχείων σε δημόσιο φορέα
5. σνθ, anotación contable, λογιστική εγγραφή
anotación en cuenta, οκν, τίτλος υπό μορφή λογιστικής εγγραφής
anotación preventiva, νομ, προσωρινή εγγραφή ενός τίτλου στο κτηματολόγιο, για την εξασφάλιση ενός δικαιώματος
anotado, da 1. ε, σχολιασμένος, -η, -o για έκδοση, κείμενο, έργο
anotador, ra 1. ε, αθλ, σημειωτής πόντων, νικών
2. α θ, αθλ, σκόρερ
3. κνμ, σκριπτ
denotar πρχ δια-γνωστο> κάνω γνωστό κάτι ή πρχ δηλώνω
1. ρμ, δείχνω, υποδεικνύω, ese gesto denota enfado, αυτή η χειρονομία δείχνει θυμό,
Estas flechas denotan la localización de diferentes sitios turísticos,
Αυτά τα βέλη υποδεικνύουν την τοποθεσία διαφορετικών τουριστικών αξιοθέατων
2. γλγ, υπο-δηλώνω, σημαίνω λέξη κυριολεκτικά, La palabra "corazón" denota un órgano del cuerpo, pero puede connotar amor, Η λέξη «καρδιά» υποδηλώνει ένα όργανο του σώματος, αλλά μπορεί να συνδηλώνει και αγάπη
denotación 1. θ, ένδειξη για κάτι, σήμανση
2. γλγ, δήλωση, σημασία λέξης
denotativo, va 1. ε, δηλωτικός, -ή, -ό, ενδεικτικός, -ή, -ό
2. γλγ, σημαντικός, -ή, -ό
connotar πρχ κον-νοταρ> συν-γνωστο> κάνω επιπλέον γνωστό σε κάτι
1. ρμ, γλγ, συνδηλώνω σημασιολογικά, υποδηλώνω, παραδηλώνω, υπονοώ, υπαινίσσομαι, Para Lucía, la palabra "verano" connotaba alegría y diversión,
Για τη Λουκία, η λέξη «καλοκαίρι» υποδήλωνε χαρά και διασκέδαση,
sus palabras connotan buenas intenciones, τα λόγια του υπονοούν καλές προθέσεις
connotación 1. θ, γλγ, συνδήλωση νοήματος, παραδήλωση, υπονόηση
connotativo, -va 1. ε, συνδηλωτικός, -ή, -ό νοήματος
denodado, da πρχ ντενοδαδο> έντονη προσπάθεια για κάτι
ή δια-γνωστό> εγνωσμένης αξίας
1. ε, αποφασιστικός, -ή, -ó, έντονος, -η, -ο σε βαθμό, un esfuerzo denodado,
μια προσπάθεια αποφασιστική
2. γενναίος, -α, -o, un hombre denodado, ένας άνδρας γενναίος
denuedo 1. α, αποφασιστικότητα, trabajar con denuedo, εργάζομαι με αποφασιστικότητα
2. γενναιότητα, κουράγιο, pelear con denuedo, παλεύω με γενναιότητα
denodadamente 1. επρ, αποφασιστικά, τολμηρά, trabaja denodadamente,
εργάζεται αποφασιστικά
2. γενναία, defendió denodadamente de los ataques,
αμύνθηκε γενναία απέναντι στις επιθέσεις
notario, ria πρχ γ-νωστ-άρης= που κάνει γ-νωστό κάτι> σημειώνει ή νοτάριος
1. α θ, συμβολαιο-γράφος, ante notario, ενώπιον συμβολαιογράφου
2. σνθ, notario de diligencias, κλητήρας, δικαστικός επιμελητής
pasante de notario, ασκούμενος συμβολαιογράφος
notaría 1. θ, συμβολαιογραφικό επάγγελμα
2. συμβολαιογραφείο
protonotario 1. α, πρωτονοτάριος
notariado, da 1. ε, συμβολαιογραφικός, -ή, -ó, documento notariado,
συμβολαιογραφικό έγγραφο, έγγραφο θεωρημένο από συμβολαιογράφο
notariado 1. α, νοταρι-άτο= συμβολαιογραφικό επάγγελμα
2. συμβολαιογραφικός σύλλογος
notarial 1. ε, συμβολαιογραφικός, -ή, -ó, actas notariales, συμβολαιογραφικές πράξεις
notorio, ria πρχ γ-νωστός
1. ε, για κάτι, πασί-γνωστος, -η, -o, las causas de la crisis son notorias,
οι αιτίες της κρίσης είναι πασί-γνωστες
2. που γνωρίζεται από όλους, πασί-δηλος, -η, -o, εμφανής, -ής, ές, tu temor es notorio,
ο φόβος σου είναι εμφανής
3. για άτομο, περι-βόητος, -η, -o, διάσημος, -η, -ο, γνωστός από όλους, es un notorio poeta, είναι διάσημος ποιητής
notoriamente 1. επρ, πασίδηλα, εμφανώς
2. πασίγνωστα
3. περιβόητα
notoriedad 1. θ, γ-νωστότητα= φήμη, διασημότητα
2. προφανές σε κάτι
notable πρχ γ-νωστό λόγω της ποιότητας του ή του μεγέθους του
1. ε, σπουδαίος, -α, -ο, εξέχων, -ουσα, -ον, una interpretación notable,
μια σπουδαία ερμηνεία
2. αξιοσημείωτος, -η, -o, la diferencia es notable entre las dos propuestas,
η διαφορά είναι αξιοσημείωτη μεταξύ των δύο προτάσεων
3. α, για άτομο, γνωστός= πρόκριτος, προύχοντας, una asamblea de notables,
μια σύνοδος προκρίτων
4. εκπ, βαθμός γ-νωστός λόγω απόδοσης= λίαν καλώς
notabilidad πρχ γ-νωστότητα
1. θ, σημαίνοντα πρόσωπα
2. διασημότητα
3. ιδιότητα του notable
notablemente 1. επρ, αξιοσημείωτα
noción 1. θ, πρχ νοσιον> γ-νώση για κάτι= έννοια, la noción del mal, η έννοια του κακού
2. αίσθηση, cuando estoy contigo pierdo la noción del tiempo,
όταν βρίσκομαι μαζί σου χάνω την αίσθηση του χρόνου
3. στοιχειώδης γνώση, tiene nociones de griego, έχει κάποια στοιχειώδη γνώση ελληνικών
nocional 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με την έννοια, εννοιολογικός, -ή, -ό
prenoción 1. θ, φλφ, πρχ προ-γνώση, έμφυτη ή πρώτη γνώση για τα πράγματα
noticia πρχ νοτισια> γ-νώσις για κάτι
1. θ, είδηση, νέο, φήμη, tengo una buena, mala noticia, έχω ένα καλό, άσχημο νέο
¡esto es noticia! αυτό κι αν είναι είδηση!
circula la noticia de que se han divorciado, κυκλοφορεί η φήμη ότι έχουν χωρίσει
2. πληροφορία για κάτι, φήμη, es la primera noticia que tengo,
είναι οι πρώτες πληροφορίες που έχω
3. σνθ, noticia bomba, οικ, είδηση-βόμβα
noticia de última hora, είδηση της τελευταίας στιγμής
4. εκφ, las malas noticias llegan las primeras, τα άσχημα νέα μαθαίνονται αμέσως
tener noticia de que, πληροφορούμαι ότι, μαθαίνω ότι
atrasado de noticias, καθ-υστερημένος σε ειδήσεις, που δεν είναι ενημερωμένος
noticias 1. θ πλ, ειδήσεις τηλεόρασης, me gusta ver cada noche las noticias,
μου αρέσει να βλέπω ειδήσεις κάθε βράδυ
noticiar 1. ρμ, πρχ γ-νωστο-ποιώ κάτι= ενημερώνω, πληροφορώ
noticiario πρχ γ-νωστ-άριο
1. α, δελτίο ειδήσεων τηλεόρασης ή σε ράδιο
2. κνμ, επίκαιρα
noticiero, ra πρχ γ-νωστάρης
1. ε, ειδησεο-γραφικός, -ή, -ό, ενημερωτικός, -ή, -ό,
periódico noticiero, ενημερωτική εφημερίδα
2. α θ, δημοσιογράφος, ειδησιογράφος
notición 1. α, οικ, πρχ γ-νωστή πολύ= συνταρακτική είδηση, ειδησάρα
noticioso, sa πρχ γ-νώστης σε κάτι
1. ε, ενημερωτικός, -ή, -ó
2. για άτομο, ενήμερος, -η, -o
3. γ-νώστης, -ια σε ένα αντικείμενο
notificar πρχ γ-νωστο-φιάχνω> γ-νωστο-ποιώ
1. ρμ, κοινοποιώ, γνωστοποιώ επίσημα κάτι, notificar un despido,
γνωστοποιώ μια απόλυση
2. πληροφορώ, αναγγέλλω, mi hermano me lo notificó, o αδελφός μου το ανήγγειλε
notificación 1. θ, κοινοποίηση, γνωστοποίηση
2. σνθ, notificación de multa, κοινοποίηση επιβολής προστίμου, κλήση