COMBA

COMBA= ΠΡΧ ΚΑΜΠΥ-ΛΗ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

comba 1. θ, πρχ καμπύ-λη στερεού σώματος, κύρτωση, καμάρα,

la barra de la cortina tiene comba, η μπάρα της κουρτίνας έχει κύρτωση

2. μτφ, παιχνίδι σχοινάκι και το σχοινάκι που πηδάνε, επειδή κάνει καμπύλη

La comba es uno de los juegos preferidos en el colegio,

Το σχοινάκι είναι ένα από τα αγαπημένα παιχνίδια στο σχολείο

3. εκφ, no perder comba, οικ, μτφ, δεν χάνω ευκαιρία,

no perdió comba, a los tres días envió una carta al director para recordarle su oferta,

Δεν έχασε ευκαιρία, στις τρεις μέρες έστειλε μια επιστολή στον διευθυντή για να του θυμίσει την προσφορά του

ή μτφ, δεν χάνω καμπύλη> αλλαγή που γίνεται σε κάτι= αντιλαμβάνομαι, παίρνω είδηση

saltar, jugar a la comba, σαλτάρω, παίζω σχοινάκι

hacer combas, προχωράω σαν να πηδάω σχοινάκι> με σάλτα

combar 1. ρμ, για ξύλο, σίδερο, καμπυ-λώνω, κυρτώνω, σκεβρώνω,

La humedad está combando el suelo de parqué

Η υγρασία καμπυλώνει το παρκέ δάπεδο

2. ραντ, καμπυλώνομαι, κυρτώνω, λυγίζω, παίρνω σχήμα καμπύλης,

el estante de madera se combó porque tenía demasiados libros,

Το ξύλινο ράφι καμπυλώθηκε επειδή είχε πάρα πολλά βιβλία πάνω του

3. κάνω καμπύλη προς τα έξω= εξογκώνομαι για τοίχο

combo, ba 1. ε, καμπύλος, -η, -o, κυρτωμένος, -η, -o

combado, da 1. ε, καμπύλος, -η, -o, κυρτωμένος, -η, -o

combadura 1. θ, καμπυλότητα σε σώμα, κάμψη, κύρτωση, λύγισμα

combo 1. α, μαδέρι για βαρέλι, επειδή καμπυλώνει

Scroll to Top