COMER= ΠΡΧ ΚΟΜΜΑΤΙΑΖΩ ΦΑΓΗΤΟ> ΤΡΩΩ, ΠΡΧ ΦΑ-ΓΩΜΕΝΟ< ΚΟΜΕΡ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
anodinia 1. θ, ιατ, ανωδυνία
anodino, na 1. ε, ιατ, ανώδυνος, -η, -o
2. μτφ, για όψη, άτομο, έργο, αδιάφορος, -η, -o, ασήμαντος, -η, -o,
un libro anodino, ένα αδιάφορο βιβλίο
anodino 1. α, παυσίπονο
inedia 1. θ ανευ-οδόντος> φαγώματος= αποχή από σίτιση, υποσιτισμός
comer πρχ κομματιάζω το φαί= τρώω
1. ρα, ρμ, τρώω φαγητό, Me gusta comer manzanas, Μου αρέσει να τρώω μήλα
comes muy deprisa, τρώς βιαστικά
come más despacio la carne, φάε πιο αργά το κρέας
comer hasta hartarse, τρώω μέχρι κορεσμού
¡come y calla! φάε και σώπα!
no tengo ganas de comer, δεν έχω όρεξη να φάω, δεν πεινάω
2. διατρέφομαι, τρέφομαι, no estoy comiendo bien, δεν διατρέφομαι καλά
3. τρώω κύριο γεύμα, γευματίζω, comeremos a las dos, θα φάμε στις 2
ή τρώω δείπνο, δειπνώ
4. ρμ, τρώω κάτι συγκεκριμένο, comer pescado, τρώω ψάρι
5. ρμ, μτφ, με τρώει σωματικά, ψυχικά κάτι, έχω φαγούρα στο σώμα,
me comen los celos, με τρώνε οι ζήλιες
Le comen los piojos, τον τρώνε οι ψείρες
6. μτφ, κάτι τρώει, προκαλεί φθορά= el agua come las piedras, το νερό τρώει τις πέτρες
El orín come el hierro, η σκουριά τρώει το σίδερο
7. σε παιχνίδι, τρώω, me comió la reina, μου έφαγε την βασίλισσα
8. ραντ, μτφ, τρώω= χαλάω την ποιότητα, ένταση σε κάτι, για χρώμα, υλικό,
El sol se comió la pintura del coche, Ο ήλιος ξεθώριασε τη βαφή του αυτοκινήτου
9. μτφ, τρώω λέξεις σε γραπτό, ομιλία, σημεία στίξης,
comerse un párrafo, un acento, τρώω μια παράγραφο, τόνο
Te comiste toda la puntuación, Έφαγες όλα τα σημεία στίξης
10. τρώγονται κάποια ρούχα όταν τα φορώ, comerse los calcetines,
τρώω τις κάλτσες> μπαίνουν στο παπούτσι
11. κατατρώω, τρώω όλο, se ha comido un pollo entero, κατ-έφαγε ένα κοτόπουλο
¡cómetelo todo! φάτο όλο!
12. μτφ, για χρήμα, περιουσία, κατατρώω, comerse el capital, τρώω το κεφάλαιο μου
13. μτφ, οικ, τρώω= συγκρούομαι, por poco se comió el poste,
παραλίγο να φάει την κολόνα
14. εκφ, sin comerlo ni beberlo, οικ, μτφ, χωρίς να φάω, μητε να πιώ=
γίνεται κάτι ή παθαίνω κάτι χωρίς να φταίω, χωρίς να το περιμένω,
me encontré con un castigo sin comerlo ni beberlo, Βρέθηκα τιμωρημένος χωρίς να φταίω
comer fuera, τρώω έξω
comer por cuatro, τρώω για τέσσερις
dar de comer a, ταΐζω, σιτίζω άτομο, ζώο
donde comen dos, comen tres, όλοι οι καλοί χωράνε
comerse vivo a alguien, οικ, τρώω ζωντανό κάποιον
los mosquitos se me comieron vivo, τα κουνούπια με έφαγαν
estar alguien para comérselo, οικ, είναι κάποιος να τον πιεις στο ποτήρι
comer a dos carrillos τρώει με 2 μάγουλα=λαίμαργα
comer 1. α, φαγητό, διατροφή, βρώση, el beber y el comer, η πόση και η βρώση
cuida mucho el comer, φροντίζει πολύ τη διατροφή του
2. εκφ, el comer y el rascar, todo es empezar, πρμ, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός
ser de buen comer, είμαι φαγάς
comida 1. θ, τροφή, φαγητό, la buena, mala comida το καλό, κακό φαγητό
2. τρόπος μαγειρέματος, κουζίνα, φαγητό, me encanta la comida griega,
λατρεύω την ελληνική κουζίνα
3. γεύμα, hacemos tres comidas al día, κάνουμε τρία γεύματα την ημέρα
4. μεσημεριανό φαγητό
5. σνθ, comida basura, πρόχειρο φαγητό
comida campestre, πικνίκ
comida casera, σπιτικό φαγητό
comida de negocios, de trabajo γεύμα εργασίας
comida fuerte, πλουσιοπάροχο γεύμα ή με δυνατή γεύση= πικάντικο φαγητό
comida para gatos, perros τροφή γάτων, σκύλων
comida para llevar, φαγητό σε πακέτο
comida preparada, έτοιμο φαγητό
comida rápida, γρήγορο φαγητό, φαστ φουντ
comidas a domicilio, διανομή φαγητών κατ’ οίκον
6. εκφ, entre comidas, μεταξύ γευμάτων
se sirven comidas, σερβίρεται φαγητό
sobrecomida 1. θ, επι-φαγητό= επιδόρπιο
comedero, ra 1. ε, φαγώσιμος, -η, -o, βρώσιμος, -η, -o
comedero 1. α, πρχ φαγωτήρι= παχνί για ζώα
comedor, ra 1. ε, α θ, λαίμαργος, -η, -ο, λαίμαργο άτομο
comedor 1. α, τραπεζαρία σαν δωμάτιο, έπιπλο, vamos al comedor, πάμε στην τραπεζαρία
2. χώρος σίτισης, εστιατόριο σε εταιρία
3. κυλικείο, καντίνα σε εργοστάσιο
4. σνθ, comedor escolar, σχολική τραπεζαρία
comedor universitario, πανεπιστημιακή λέσχη σίτισης
jefe de comedor, αρχι-σερβιτόρος
comedura 1. θ, μτφ, έννοια ή κάτι που μου τρώει το κεφάλι,
Comprar coche en ocasiones es una comedura de tarro grande,
Η αγορά ενός αυτοκινήτου μπορεί μερικές φορές να είναι τεράστια σκοτούρα
2. σνθ, comedura de coco, de tarro, οικ, έγνοια, σκοτούρα,
a esa edad se tienen muchas comeduras de coco,
σε αυτή την ηλικία έχουμε πολλές σκοτούρες
comestible 1. ε, φαγώσιμος, -η, -ο, εδώδιμος, -η, -ο
comestibles 1. α πλ, τρόφιμα, tienda de comestibles, κατάστημα τροφίμων
comible 1. ε, φαγώσιμος, -η, -ο, βρώσιμος, -η, -ο
incomestible 1. ε, μη φαγώσιμος, -η, -ο
incomible 1. ε, μη δυνάμενος, -η, -ο να φαγωθεί, μη βρώσιμος, -η, -ο,
¡Este guiso es incomible! ¡Es demasiado picante!
Αυτό το στιφάδο είναι μη βρώσιμο! Είναι πολύ πικάντικο!
comidilla 1. θ, πρχ κομματάκια απο λόγια= τροφή, αντικείμενο σχολίων, κουτσομπολιού
nuestro divorcio se convirtió en la comidilla de la ciudad,
το διαζύγιό μας μετατράπηκε στο κουτσομπολιό της πόλης
2. μτφ, το φαί κάποιου, χόμπυ, La lectura, el juego, la caza es su comidilla,
Το διάβασμα, το παιχνίδι, το κυνήγι είναι τα χόμπυ του
3. εκφ, ser la comidilla de, είμαι αντικείμενο σχολίων, σχολιασμού, es la comidilla del barrio,
είναι το αντικείμενο σχολιασμού στην γειτονιά
comido, da 1. ε, φαγωμένος, -η, -o, estar comido, είμαι φαγωμένος, έχω φάει
2. εκφ, comido y bebido, φαγωμένoς
lo comido por lo servido, πρμ, το φαγωμένο ίσο με το σερβιρισμένο= μου ήρθε μία η άλλη
comistrajo 1. α, οικ, υτμ, φαγητό κακομαγειρεμένο, άνοστο, με άσχημη όψη
2. μίξη τροφών
concomer πρχ συν-κομματιάζω
1. ρμ, μτφ πρχ συν-τρώγω= κατατρώω, aquella sospecha lo concomía,
εκείνη η υποψία τον κατέτρωγε
2. concomerse de, κατατρώγομαι απο, βασανίζομαι από
se concomía de envidia, βασανιζόταν από τη ζήλεια
concomio 1. α, πρχ συν-κομμάτιασμα= έντονη ανησυχία που με κατατρώει
reconcomer πρχ περι-συν-κομματιάζω, παρα-κατα-τρώγω
1. ρμ, οικ, κατατρώω, la envidia lo reconcome, η ζήλια τον κατατρώει εντελώς
2. ραντ, reconcomerse de, κατατρώγομαι από, se reconcome de celos,
κατατρώγεται από τη ζήλια
reconcomio πρχ περι-κομμάτιασμα, περι-φάγωμα απο κάτι
1. α, φαγούρα σωματική
2. φαγούρα ψυχική, ανυπομονησία, νευρικότητα, la espera le produce reconcomio,
η αναμονή του προκαλεί νευρικότητα
3. φθόνος, ζήλια
4. μνησικακία
5. τύψη
6. υποψία, αμφιβολία
comecocos πρχ κομματιάζει-κόκκους= μυαλό
1. α, οικ, άτομο, πράγμα που χειραγωγεί, τρώει το νιονιό, λαμόγιο, απάτη, χειραγώγηση,
la televisión es un comecocos, η τηλεόραση είναι μέσο χειραγώγησης,
Es una comecocos, sus teorías no tienen pies ni cabeza,
είναι λαμόγιο, οι θεωρίες της δεν έχουν καμία βάση
2. πράγμα που προκαλεί κόλλημα, los videojuegos son un comecocos,
τα βιντεο-παιχνίδια είναι ενα κόλλημα, εθισμός
3. παιχνίδι πάκ-μαν
comehombres 1. θ, οικ, ανδροφάγος, μοιραία γυναίκα
comején 1. α, εντ, τερμίτης
comejenera 1. θ, φωλιά τερμιτών
comemierda 1. α θ, χυδ, υτμ, πρχ τρώει-σκατά= ελεεινό, άθλιο άτομο, σκατιάρης
comezón 1. α, φαγούρα, κνησμός, ¿Puedes rascarme la espalda? Tengo comezón,
Μπορείς να μου ξύσεις την πλάτη; με πιάνει φαγούρα
2. μτφ, ψυχικό φάγωμα για κάτι, αίσθημα που τρώει, ανησυχία,
su tardanza le producía una terrible comezón,
η καθυστέρηση του του προκαλούσε μια τρομερή ανησυχία
3. εκφ, sentir comezón por hacer algo, νιώθω φαγούρα για να κάνω κάτι=
τρώγομαι για να κάνω κάτι
tener comezón, έχω φαγούρα
comilón, ona 1. ε, α θ, λαίμαργος, -η, -o, φαγάς, -ού
comilona 1. θ, οικ, φαγοπότι, τσιμπούσι
2. εκφ, darse una comilona, κάνω φαγοπότι, ¡menuda comilona nos dimos!
κάναμε ένα τσιμπούσι!
comisquear, comiscar 1. ρα, ρμ, ψιλοτρώω, τσιμπολογώ
escarola 1. θ, πρχ πικραλίδα, αντίδι
2. μτφ, περιλαίμιο ρούχο, σαν πικραλίδα
escarolar 1. ρμ, πρχ κάνω σκάρες= κάνω πλισέ σε φόρεμα
frotar 1. ρμ, ηχμ, φρουτ-φρουτ= τρίβω, μτθ φρο-ταρ> τρυ-φη ή θρύ-πτω= τρίβω
τρίβω επιφάνεια, frotar la sartén, τρίβω το τηγάνι
2. τρίβω μέρος του σώματος, κάνω εντριβή, frotar la pierna, τρίβω το πόδι
3. τρίβομαι, cuando está nervioso se frota la nariz, όταν είναι αγχωμένος, τρίβει τη μύτη του frotarse los ojos, las manos, τρίβω τα μάτια, χέρια μου
frotamiento 1. α, τριβή, τρίψιμο, El frotamiento constante de los ojos puede hacer que empeore la irritación, Το συνεχές τρίψιμο των ματιών σας μπορεί να επιδεινώσει τον ερεθισμό
frotación 1. θ, τριβή, τρίψιμο
frote 1. α, τριβή, τρίψιμο
2. εκφ, darse un frote (con), τρίβομαι (με)
dar un buen frote a algo, τρίβω καλά κάτι
frotis 1. α, ιατ, επίχρισμα με τριβή για εξέταση, επίστρωση
2. σνθ, frotis vaginal, ιατ, κολπικό επίχρισμα
fratás 1. α, κατ, πρχ στρωτός= σπάτουλα στρώσης σοβά
afretar 1. ρμ, ναυ, ηχμ φρουτ-φρουτ> τρίψιμο= καθαρίζω σκάφος, επισκευάζω σκαρί
obeso, sa 1. ε, α θ, πρχ ομπεσο> (μ)παχύς ή μπου(χέ)σας = παχύσαρκος, -η, -o
Los obesos frecuentemente sufren de diabetes y enfermedad cardíaca,
Τα παχύσαρκα άτομα υποφέρουν συχνά από διαβήτη και καρδιακές παθήσεις
obesidad 1. θ, παχυσαρκία
yesca ηχμ τσικ-τσικ= ήχος απο κλαδάκια προσανάμματος ή ίσκα
1. θ, προσάναμμα, Necesitamos un poco de yesca para encender la hoguera
Χρειαζόμαστε λίγο προσάναμμα για να ανάψουμε τη φωτιά
2. μτφ, έναυσμα για κάτι, θρυαλλίδα, ενα τσίκ να αρχίσω,
los malos tratos fueron la yesca de su separación,
Η κακοποίηση ήταν το έναυσμα για τον χωρισμό τους
3. μτφ, τσίκ για να ανάψει ενα πάθος, συναίσθημα, σπίθα,
tu triunfo fue yesca para su envidia, ο θρίαμβος σου υπήρξε το τσικ για τον φθόνο του
4. εκφ, arrimar yesca, δίνω ξύλο
echar una yesca, ηχμ τσακ-μάκι= ανάβω τον αναπτήρα
yescas 1. θ πλ, αναπτήρας με ίσκα
yesquero 1. α, πωλητής, -ια προσανάμματος
2. αναπτήρας με ίσκα
3. τσέπη, θήκη για αναπτήρα