CHICOLEO

CHICOLEAR= ΠΡΧ ΣΙΚ-Ο-ΛΕΩ, ΓΛΥΚΟ-ΛΕΩ Ή ΓΛΥΚΟ-ΛΟΓΩ ΣΕ ΓΥΝΑΙΚΑ, ΚΟΜΠΛΙΜΕΝΤΟ,

ΠΡΧ ΣΑ ΤΣΟΚΟΛΑΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chicoleo 1. α, οικ, φιλοφρόνηση, κομπλιμέντο σε γυναίκα, sus chicoleos eran elegantes,

τα κομπλιμέντα του ήταν κομψά

2. χαριεντισμός σε συζήτηση

3. εκφ, decir chicoleos, λέω σικόλογα, κάνω φιλοφρονήσεις, κομπλιμέντα σε γυναίκα

estar de chicoleo, χαριτολογώ, αστειεύομαι

chicolear 1. ρα, οικ, σικο-λογώ= γλυκολογώ, κάνω φιλοφρονήσεις, κομπλιμέντα,

En lugar de pasártela chicoleando, ¿por qué no invitas a Laura a salir?

Αντί να είσαι όλη την ώρα γλυκολογώντας, γιατί δεν προσκαλείς τη Λάουρα να βγείτε;

2. οικ, κάνω πειράγματα, χαριεντίζω σε συζήτηση

Scroll to Top