CHICO= ΠΡΧ ΤΣΙΚ, ΤΣΙΚΟ= ΜΙΚΡΟ, ΠΡΧ Τ-ΣΙΚ= ΚΟΜΨΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
chico, ca πρχ ενα τσικ= μικρό, πρχ τα τσικό= παιδιά ακαδημίας> μικρός
1. ε, μικρός, -ή, -ó σε μέγεθος, un cuaderno muy chico, ένα πολύ μικρό τετράδιο
2. για άτομο, μικρός, -ή, -ό, νέος, -α, -o, es muy chico para empezar a trabajar,
είναι πολύ μικρός ακόμη για να αρχίσει να δουλεύει
3. α θ, αγόρι, κορίτσι, un buen chico, ένα καλό παιδί,
una chica estupenda, ένα υπέροχο κορίτσι
4. γιος, κόρη, mi chica mayor se llama Ana, η μεγάλη κόρη μου λέγεται Άννα
5. μτφ, ερωτικός σύντροφος, αρραβωνιαστικός, φίλος, mi chico es griego,
το αγόρι μου είναι Έλληνας
6. μτφ, μικρός> παιδί για τα θελήματα, el chico irá a la tienda,
ο μικρός θα πάει στο μαγαζί
7. μτφ, παίκτης, -ια σε ομάδα, los chicos jugaron muy bien, οι παίκτες έπαιξαν πολύ καλά
8. οικ, μτφ, σαν προσφώνηση, φίλε, φιλενάδα, pues sí, chica, su marido la ha dejado,
ναι, έτσι είναι φιλενάδα, ο άντρας της την εγκατέλειψε
9. σνθ, chico de los recados, παιδί για τα θελήματα, για όλες τις δουλειές
10. εκφ, ponerse como el chico del esquilador, μτφ, γίνομαι σαν το παιδί που πρχ σκάει=
σκάω στο φαί
chico con grande, μτφ, μικρό με μεγάλο= όλα μαζί ανεξαιρέτως, φύρδην μίγδην,
μικρά μεγάλα ανακατεμένα
chicote, ta 1. α θ, μτφ, παίδαρος, κοριτσάρα
chicuelina 1. θ, μτφ, τίναγμα της κάπας με τρόπο ώστε ο ταυρομάχος να τυλίγεται με αυτή
2. εκφ, torear por chicuelinas, εκτελώ chicuelina
chicuelo, la 1. ε, πρχ τσικ-ούλης= μικρούλης, -α, -ικο
2. α θ, πρχ πι-τσιρίκος, πιτσιρίκα, πιτσιρίκι, πιτσιρικάς
chica 1. θ, μτφ, μικρή= οικιακή βοηθός, la chica nueva no sabe planchar,
η νέα οικιακή βοηθός δεν ξέρει να σιδερώνει
2. νόμισμα αρχ, τσίκα
3. στο μούς, en mus, μπάζα που κερδίζει το δίδυμο παικτών που έχει τα μικρότερης αξίας φύλλα
4. μέτρο χωρητικότητας βαρελιών
5. σνθ, chica de alterne, συνοδός επί πληρωμή, κοπέλα για κονσομασιόν
chica de conjunto, χορεύτρια μουσικής επιθεώρησης
chica para todo, κορίτσι, υπηρέτρια για όλες τις δουλειές
chicada 1. θ, παιδιάρισμα
chicarrón, ona 1. α θ, λεβέντης, μεγάλη κοπέλα, tu hijo está hecho un chicarrón,
o γιος σου έγινε ολόκληρος λεβέντης
chic πρχ σίκ < τ-σικ
1. ε, κομψός, -ή, -ó, σικ, es una mujer muy chic, είναι πολύ κομψή γυναίκα
lleva un vestido chic, φορά ένα κομψό φόρεμα
2. α, μτφ, χάρη, γοητεία, es un hombre guapo y con chic,
είναι ένας άντρας όμορφος και με πολλή γοητεία
chiquito 1. α, μικρό ποτήρι οίνου, chiquito de vino
chiquito, ta 1. ε, μικρούλης, -η, -α, el bebé es chiquito, το μωρό είναι μικρούλη
2. σε ηλικία, μικρός, -ή, -ό, νεαρός, -ή, -ó, es muy chiquito para salir solo,
είναι μικρός για να βγεί μόνος του
3. μτφ, ιθαγενής, -ής, -ές της φυλής Chiquita, Βολιβία,
lengua chiquita γλώσσα των ιθαγενών Chiquita
4. α θ, ιθαγενής Chiquita
5. εκφ, no andarse con chiquitas, δεν βαδίζω με μικρές> υπόνοιες=
ενεργώ με ευθύτητα, χωρίς περιστροφές
chiquillo, lia 1. ε, μικρός, -ή, -ό ηλικιακά,
La abuela me dijo que yo aún era demasiada chiquilla para pensar en el amor,
Η γιαγιά μου είπε ότι ήμουν ακόμα πολύ μικρή για να σκεφτώ την αγάπη
2. α θ, πιτσιρίκος, πιτσιρίκα, πιτσιρίκι,
se oía el griterío de los chiquillos en el parque no me deja dormir,
οι κραυγές των πιτσιρίκων στο πάρκο δεν με αφήνει να κοιμηθώ
chiquirritín, ina 1. ε, οικ, μτφ, μικρούλης, -α, -ικο, μικροσκοπικός, -ή, -ό
chiquitín, ina 1. ε, μικρούλης, -α, -ι, μικρούλικος, -η, -ια, -ο, μικρούτσικος, -η, -ια, -ο
2. α θ, αγοράκι, κοριτσάκι, los chiquitines, τα μικρά
chiquillada 1. θ, παιδιαρίσματα, παιδαριώδεις πράξεις,
déjate de chiquilladas, que ya estás mayorcito,
σταμάτα τα παιδιαρίσματα, πλέον είσαι μεγαλούλης
no soporto tus chiquillerías, δεν αντέχω τα παιδιαρίσματά σου
2. ανοησία, se enfadaron por una chiquillada, μάλωσαν για μια ανοησία
3. εκφ, hacer chiquilladas, κάνω παιδιάστικα καμώματα
chiquillería 1. θ, πι-τσιρικαρία, πιτσιρίκια, παιδο-μάνι, la chiquillería del barrio,
η πιτσιρικαρία της γειτονιάς
2. παιδιαρίσματα, no soporto tus chiquillerías, δεν αντέχω τα παιδιαρίσματά σου
achicar κάνω πιο τσικ κάτι= μικραίνω το μέγεθος, διάρκεια σε κάτι
1. ρμ, μικραίνω μέγεθος, Voy a achicar un poco la foto para que quepa en el portarretratos,
Θα μικρύνω λίγο τη φωτογραφία ώστε να χωρέσει στο πλαίσιο της φωτογραφίας
2. μικραίνω, κονταίνω, μαζεύω, La costurera tuvo que achicar mi vestido porque adelgacé,
Η μοδίστρα αναγκάστηκε να μαζέψει το φόρεμά μου γιατί αδυνάτισα, έχασα βάρος
κονταίνω ενα ρούχο, ένδυμα
3. αδειάζω τα νερά σε πλοίο, χώρο, βγάζω, αντλώ νερά απο κάπου,
achicar el agua de un buque, αδειάζω το νερό απο πλοίο
La tienda empezó a inundarse y Juan achicó el agua tan rápido como pudo,
Το κατάστημα άρχισε να πλημμυρίζει και ο Χουάν έβγαλε το νερό όσο γρήγορα μπορούσε
Conseguimos una máquina para achicar el agua del pozo,
Έχουμε ένα μηχάνημα για να αντλήσουμε το νερό από το πηγάδι
4. μειώνω κείμενο, διάρκεια σε κάτι
5. μτφ, κάνω πιο τσικο> μικρό ψυχολογικά κάποιον= τρομάζω, φοβίζω, κάνω δειλό κάποιον,
su hermano lo achicaba, ο αδερφός του τον τρόμαζε
achicó al ladrón con su arma, δείλιασε, φόβισε τον κλέφτη με το όπλο του
6. μτφ, ντροπιάζω, ταπεινώνω κάποιον, κάνω να φαίνεται τσίκο> μικρός στους άλλους
¿Quién quiere trabajar para un jefe que sólo achica a sus empleados?
Ποιος θέλει να εργαστεί για ένα αφεντικό που μόνο ταπεινώνει τους υπαλλήλους του;
7. ραντ, φοβάμαι, τρομάζω απο κάτι, δειλιάζω, el torero se achicó al salir,
ο ταυρομάχος δείλιασε με το που βγήκε
achicamiento, achicadura 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του achicar
2. άντληση νερού, άδειασμα, εκκένωση
2. συρρίκνωση σε κάτι
3. μτφ, φόβος, δειλία
achique 1. α, άντληση
achicado, da 1. ε, παιδιάστικος, -η, -ο, παιδικός, -ή, -ό
No seas tan achicado. ¿No crees que deberías madurar?
Μην είσαι τόσο παιδιαστικός. Δεν πιστεύεις ότι πρέπει να ωριμάσεις;
achicador, ra 1. ε, που πράττει τις ενέργειες του achicar, που μικραίνει, αντλεί,
σ-μικρυντικός, -ή, -ό, συρρικνωτικός, -ή, -ό, μειωτικός, -ή, -ό
achicador 1. α, μαστέλο για άδειασμα νερών
cisco 1. α, πρχ σι-σκο> σκόνη= καρβουνό-σκονη
2. οικ, μτφ, πρχ σι-σκο> συ-σκο-τωμός, τσα-κωμος, τσίρκο ή γίνανε σκόνη= καβγάς, αψιμαχία, τσακωμός, ¡menudo cisco había en la calle! τι τσακωμός γινότανε στο δρόμο!
3. εκφ, armar, meter un cisco, οικ, αρμάρω ενα τσακωμό= καυγαδίζω, τσακώνομαι
hacer algo cisco, οικ, κάνω κάτι σκόνη= κομμάτια
hecho cisco, οικ, είμαι σκόνη= κομμάτια, ερείπιο, la moto quedó hecha cisco,
η μοτοσικλέτα έγινε κομμάτια
¡estoy hechο cisco! είμαι σκόνη, κομμάτια, ερείπιο! > απο κούραση
ciscón α, πρχ τ-σισκόν= μικρά υπολείμματα> καρβουνοσκουριά
cisquero 1. α, έμπορος, κατασκευαστής, -ια καρβουνόσκονης, πρχ σκον-αρης
2. πάνινο σακουλάκι που περιέχει κάρβουνο ή μελάνι και χρησιμεύει στο να αποτυπώνει σχέδια πάνω σε ύφασμα ή χαρτί
ciscar 1. ρμ, μτφ, πρχ τα κάνω σκατά ή φέρομαι σαν τσίκο ή σισκαρ> σκονιάζω=
βρωμίζω, λερώνω, has ciscado el mantel, έχεις λέρωσει το τραπεζομάντηλο
2. ραντ, οικ, ευφ, μτφ, κάνω κακά, λερώνομαι, el cachorrito se ciscó en la sala,
το κουταβάκι έχει σκατώσει> κάνει κακά στην αίθουσα
3. εκφ, ciscarse de miedo, οικ, μτφ, σκατώνομαι= τα κάνω πάνω μου από το φόβο