CHAROLΑR= ΠΡΧ ΚΑ-ΤΣΑΡΟΛΙΖΩ> ΔΙΝΩ ΧΡΩΜΑ ΚΑ-ΤΣΑΡΟΛ-ΑΣ> ΒΕΡΝΙΚΙ, ΛΟΥΣΤΡΙΝΙ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
acharolar, charolar 1. ρμ, πρχ κ-ατσαρολ-ίζω= βερνικώνω, λουστράρω
el zapatero charoló los zapatos, ο τσαγκάρης λουστράρισε τα παπούτσια
charol 1. α, μαύρο βερνίκι
2. βερνικωμένο δέρμα, λουστρίνι, Me compré unas sandalias de charol rojo para la fiesta,
Αγόρασα μερικά κόκκινα σανδάλια λουστρίνι για το πάρτι,
zapatos de charol, λουστρίνια
3. εκφ, darse charol, οικ, μτφ, πρχ δίνω τσάρλα για μένα= παινεύομαι, καυχησιολογώ,
delante de sus amigos se estuvo dando charol,
μπροστά στους φίλους του κάθισε και παινευόταν
acharolado, da 1. ε, βερνικωμένος, -η, -o, λουστραρισμένος, -η, -o, mueble acharolado, λουστραρισμένο έπιπλο