CHARLA

CHARLA= ΠΡΧ ΤΣΑΡΛΑ-ΤΑΝΟΣ> ΠΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΠΟΛΥ> ΠΟΛΥΛΟΓΙΑ, ΚΟΥΒΕΝΤΑ, ΦΛΥΑΡΙΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

charla πρχ τσαρλα-τανος> που μιλάει πολύ για να εξαπατήσει

1. θ, συζήτηση, κουβέντα ¡No estábamos coqueteando! Solo fue una charla entre amigos,

Δεν φλερτάραμε! Ήταν απλώς μια συζήτηση μεταξύ φίλων

2. ομιλία σε χώρο, διάλεξη, La charla sobre los derechos de la mujer será mañana,

Η ομιλία για τα δικαιώματα των γυναικών θα πραγματοποιηθεί αύριο

3. ζωλ, γερακότσιχλα-τριζάρα

4. σνθ, charla coloquio, ομιλία που ακολουθείται από συζήτηση

charla en tiempo real, πλφ, επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο

5. εκφ, dar una charla, δίνω διάλεξη

estar de charla, στέκω για κουβέντα> κουβεντιάζω

tener una charla, έχω μια κουβέντα, συζητώ

charlar 1. ρα, συζητώ, están todo el rato charlando de tonterías,

στέκουν όλη την ώρα συζητώντας για ανοησίες

2. φλυαρώ, μιλάω πολύ, se pasa el día charlando de sus conquistas,

όλη μέρα φλυαρεί για τις κατακτήσεις της

3. διηγούμαι κάτι που δεν έπρεπε, αμολάω, λέω, les charló todo lo que sabía sobre ellas,

τους αμόλησε όλα αυτά που ήξερε για αυτές

4. εκφ, charlar por los codos, οικ, μιλάω από τους αγκώνες= μιλάω ακατάπαυστα,

η γλώσσα μου πάει ροδάνι

charlador, ra 1. ε, α θ, φλύαρος, -η, -o, πολυλογάς, πολυλογού

charladuría 1. θ, φλυαρία, κουβεντολόι, πολυλογία

charada 1. θ, συλλαβόγριφος

charlatán, ana 1. ε, φλύαρος, -η, -o, vi a una vecina charlatana y llegué tarde a la casa,

είδα μια φλύαρη γειτόνισσα και έφτασα αργά στο σπίτι

2. αδιάκριτος, -η, -ο, es una vecina charlatana, είναι μια αδιάκριτη γειτόνισσα

3. α θ, πολυλογάς, πολυλογού, γλωσσοκοπάνα

4. τσαρλατάνος, απατεώνας, -ισσα

5. πλανόδιος πωλητής

charlatán 1. α, ορν, ρυζοφάγος

charlatanear 1. ρα, οικ, φλυαρώ, πολυλογώ, sólo tiene 10 años, pero charlatanea mucho, Είναι μόνο 10 ετών, αλλά φλυαρεί πολύ

charlatanería 1. θ, ικανότητα, ευφράδεια λόγου, ομιλητικότητα

2. πάρλα, γλωσσοδιάρροια, su charlatanería les molesta, η πάρλα του τους ενοχλεί

3. λόγια τσαρλατάνου, απατηλά λόγια, παραμύθιασμα, εξαπάτηση με λόγια

charleta 1. θ, κουβεντούλα

2. εκφ, estar de charleta con alguien, πιάνω κουβεντούλα με κάποιον

charlista 1. α θ, ομιλητής, -ια σε συνέδριο

charlotear 1. ρα, κουβεντιάζω πολύ

charloteo 1. α, οικ, πολύ κουβέντα

charlotada πρχ σαν πράξη τσαρλατάνου

1. θ, γελοιότητα ατόμου, καραγκιοζιλίκι, φαιδρότητα, deja de hacer charlotadas,

σταμάτα να κάνεις καραγκιοζιλίκια

2. ταυ, παρωδία ταυρομαχίας

Scroll to Top