CHALECO

CHALECO= ΠΡΧ ΤΣΑΛΕΚΟ> ΓΙΛΕΚΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

jaleco 1. α, ανδρικό γιλέκο με μανίκια ως τον αγκώνα

chaleco 1. α, γιλέκο, llevaba un chaleco de cuero, φορούσε δερμάτινο γιλέκο

2. σνθ, chaleco antibalas, στρ, αλεξί-σφαιρο γιλέκο (αντι-βολές)

chaleco antifragmentación, στρ, αλεξί-θραυσμο γιλέκο

chaleco reflectante, ανακλαστικό γιλέκο

chaleco salvavidas, ναυ, σωσίβιο γιλέκο

chaleco de fuerza, ζουρλο-μανδύας

chaleco de punto, πλεκτό γιλέκο

Scroll to Top